Ο φερετζές του φασίστα

wsc Η ΒΙΑ ΩΣ «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ»

Ολο και συχνότερα, τώρα τελευταία, οι εχθροί της ελευθερίας την επικαλούνται μόνο και μόνο για να εξαπολύσουν μια νέα επίθεση εναντίον της. Το παράδοξο φαινόμενο έχει την εξήγησή του.

Γράφει ο ΙΟΣ

Στο επίκεντρο της συζήτησης για το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο βρέθηκε η υπεράσπιση της ελευθερίας του λόγου. Πολιτικοί όλων των παρατάξεων διαγκωνίζονται ποιος θα πρωτο-υπερασπιστεί αυτή την ελευθερία, και συνοδεύουν την επιχειρηματολογία τους με καταγγελία του αντιπάλου για απόπειρα φίμωσης.

 Ενα διδακτικό παράδειγμα

Προτού ξεσπάσει η ιλαροτραγωδία Μπαλτάκου-Ρουπακιώτη είχαμε ζήσει ένα άλλο επεισόδιο αυτής της κατά περίσταση χρήση του δικαιώματος στην ελευθερία του λόγου. Στις 29 Μαΐου η βουλή απέρριψε την αίτηση άρσης της ασυλίας του Αδωνη Γεωργιάδη, έπειτα από μήνυση που είχε υποβάλλει εναντίον του ο πρόεδρος της ΕΣΗΕΑ Δημήτρης Τρίμης. Η υπόθεση είναι γνωστή. Στη διαδήλωση της 29ης Ιουνίου 2011 ομάδα των ΜΑΤ χτύπησε και έριξε κάτω τον Τρίμη, με αποτέλεσμα να σπάσει το χέρι του. Το επεισόδιο αυτό ανέφερε ο Αλέξης Τσίπρας την επομένη στη Βουλή, σημειώνοντας και την ύποπτη προστασία που παρείχαν τα ΜΑΤ σε κάποιους ροπαλοφόρους με καλυμμένα πρόσωπα. Αντιγράφουμε από τα επίσημα πρακτικά:

Αλέξης Τσίπρας: «Αλήθεια, αυτούς που απεγκλώβισε η Αστυνομία χθες και τους φέρθηκε με το γάντι και τους έβαλε και στο προαύλιο της Βουλής για να τους προστατεύσει, γιατί τους φερόταν τόσο καλά, ενώ σε κάποιους άλλους φέρθηκε με πρωτοφανή βία; Ο αντιπρόεδρος της ΠΟΕ-ΟΤΑ κ. Χαρίσης είναι με εννιά ράμματα στο νοσοκομείο. Δεν είναι κουκουλοφόρος, ούτε φόρεσε ποτέ στη ζωή του κουκούλα. Ο δημοσιογράφος της ΕΣΗΕΑ, ο Δημήτρης Τρίμης, δεν είναι κουκουλοφόρος ούτε ποτέ στη ζωή του φόρεσε κουκούλα. Είναι με σπασμένο χέρι!»

 Σπυρίδων-Αδωνις Γεωργιάδης: «Ο αρχηγός τους είναι! Δεν τα λέτε καλά!»

 Τσίπρας: «Εντάξει, κάτσε κάτω εσύ τώρα. Βγήκες τώρα να υποστηρίξεις την Κυβέρνηση!»

 Γεωργιάδης: «Ο αρχηγός των κουκουλοφόρων είναι! Ο Τρίμης είναι ο αρχηγός τους!»

 Προεδρεύων (Ευάγγελος Αργύρης): «Παρακαλώ, κύριε Γεωργιάδη».

 Τσίπρας: «Κύριε Γεωργιάδη, υποστηρίζεις την Κυβέρνηση! Εχετε γίνει ένα. Χθες δρούσαν τα αγαπημένα σας παιδιά».

 Γεωργιάδης: «Ο αρχηγός τους είναι!»

 Τσίπρας: «Τα παιδιά της Ακροδεξιάς δρούσαν χθες χέρι-χέρι μαζί με τις δυνάμεις της Αστυνομίας».

Η παρέμβαση Γεωργιάδη ήταν παραπάνω από σαφής. Επανέλαβε τρεις φορές ότι ο Τρίμης είναι ο «αρχηγός των κουκουλοφόρων». Με άλλα λόγια, κατηγόρησε κάποιον πολίτη, ο οποίος είναι επιπλέον εκλεγμένος πρόεδρος ενός επαγγελματικού σωματείου ότι είναι αρχηγός ομάδας εγκληματιών ή τουλάχιστον παραβατών του νόμου, και κατά συνέπεια καλώς υπέστη όσα υπέστη από τα ΜΑΤ.

Δυο χρόνια αργότερα, την περασμένη βδομάδα, κατά τη συζήτηση για την άρση της ασυλίας του που ζητούσε ο εισαγγελέας, ο κ. Γεωργιάδης παραδέχτηκε ότι κατηγόρησε τον Τρίμη ως «αρχηγό των κουκουλοφόρων» και επέμενε σ’ αυτό. Απευθύνθηκε μάλιστα επιλεκτικά σε δύο στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, ζητώντας την υποστήριξή τους:

«Για αυτή τη φράση μου ο κ. Τρίμης με εμήνυσε, κύριε Παπαδημούλη. Και το κόμμα σας στην Επιτροπή εψήφισε να αρθεί η ασυλία μου. Προσέξτε και εσείς, κύριε Τατσόπουλε, γιατί περίπου τα ίδια είπατε την προηγούμενη εβδομάδα. Είμαι βουλευτής, είμαι μέσα στην αίθουσα, μιλάω σε άλλο βουλευτή και προφανέστατα το σχόλιό μου έχει πολιτική κριτική και για τον κ. Τσίπρα και για τις σχέσεις του με τον κ. Τρίμη. Δεν είναι προσωπική κριτική στον κ. Τρίμη. Δεν έχω προσωπική αντιδικία με τον κ. Τρίμη. Δεν τον έχω δει ποτέ στη ζωή μου, ούτε και θέλω να τον γνωρίσω. Είναι ο ορισμός του άρθρου 61 του Συντάγματος. Εάν αρθεί η ασυλία μου, προφανώς δεν μπορεί να υπάρχει καμία βουλευτική ασυλία. Γιατί αν είναι να φτάσουμε στο σημείο για αυτά που λέμε ο ένας στον άλλον μέσα στην Αίθουσα του Κοινοβουλίου να καταλήγουμε την άλλη μέρα στα δικαστήρια, ας ψηφίσουμε τη διαγραφή αυτού του όρου από το Σύνταγμα στην επικείμενη αναθεώρηση και ας πάμε παρακάτω, να μην μπαίνουμε και σε αυτή την κοινοβουλευτική διαδικασία».

Είναι γνωστό ότι η επίκληση του κ. Γεωργιάδη έγινε δεκτή από τους δύο βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ (καθώς και από τον κ. Κοντονή), τα κόμματα δεν τήρησαν τη γραμμή που είχαν αποφασίσει και τελικά η αίτηση άρσης ασυλίας απορρίφτηκε (102 έναντι 80, 13 «παρών» και 1 λευκό), αφού η φράση αυτή θεωρήθηκ456ε «πολιτική κριτική».

Το άρθρο 61 του Συντάγματος ορίζει πράγματι ότι «ο βουλευτής δεν καταδιώκεται ούτε εξετάζεται με οποιονδήποτε τρόπο για γνώμη ή ψήφο που έδωσε κατά την άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων». Αλλά αν αυτή η διατύπωση καλύπτει και τη συκοφαντία πολιτών, με εκφράσεις, μάλιστα, που τους καθιστούν στόχο όχι μόνο των διωκτικών αρχών, αλλά και των αυτόκλητων τραμπούκων που έχουν την τελευταία περίοδο αναλάβει το ρόλο του «κρατικού συμπληρώματος», τότε είναι ανοιχτός ο δρόμος για την επικράτηση της πεζοδρομιακής λογικής και της χρυσαυγίτικης φρασεολογίας. Αν η βουλή δέχεται αυτή την ερμηνεία για το άρθρο 61 του Συντάγματος, τότε γιατί χειροκρότησαν όλες οι πτέρυγες τον προεδρεύοντα Γιάννη Δραγασάκη, όταν απείλησε να αποβάλει από την αίθουσα τον νταή χρυσαυγίτη, ο οποίος μιλούσε απαξιωτικά και υβριστικά για τους πολιτικούς του αντιπάλους;

 Η Ακροδεξιά και η ελευθερία

Η περίπτωση Γεωργιάδη – Τρίμη είναι ενδεικτική του κλίματος στο οποίο γίνεται ο δημόσιος διάλογος και η επίκληση της ελευθερίας του λόγου από τα στελέχη της Ακροδεξιάς. Φυσικά την ελευθερία αυτή την εννοούν ως δικό τους δικαίωμα και όχι των πολιτικών τους αντιπάλων. Ο ίδιος ο Γεωργιάδης ήταν πριν από λίγες μέρες μάρτυρας κατηγορίας έπειτα από μήνυση του Κώστα Πλεύρη εναντίον των εκπροσώπων του ΚΙΣ και του ΕΠΣΕ. Ο ακροδεξιός βουλευτής που κλάφτηκε δημοσίως στον κ. Παπαδημούλη και τον κ. Τατσόπουλο (με επιτυχία, όπως αποδείχτηκε), ήταν εκείνος που όχι μόνο διαφήμιζε το ακραίο φιλοχιτλερικό πόνημα του Πλεύρη, όχι μόνο κατήγγειλε την αρχική δίωξη του πολιτικού του μέντορα ως «απόπειρα φίμωσης», αλλά κατέθεσε ενόρκως ότι τον… συκοφαντούν και πρέπει να διωχθούν όσοι απλώς υπερασπίζονται τα θύματα του Ολοκαυτώματος και όσοι δεν συμμερίζονται ότι ο Χίτλερ «καλά τους έκανε», διότι «έτσι θέλουν». Αλλωστε και η εμμονή του Γεωργιάδη εναντίον του Τρίμη έχει σχέση μ’ αυτή την υπόθεση, δηλαδή με την αποκάλυψη από τον «Ιό» ότι στις εκπομπές του διαφήμιζε με θερμά λόγια το βιβλίο Πλεύρη, μαζί με άλλα ανάλογα.

Αυτοί, λοιπόν, που εμφανίζονται σήμερα ως «θύματα» και υπέρμαχοι της «ελευθερίας του λόγου» είναι οι πρώτοι που επιδιώκουν να στερήσουν αυτό το δικαίωμα από όσους δεν συμφωνούν μαζί τους. Ας δει κανείς τις μηνύσεις και τις αγωγές που έχει υποβάλει, λ.χ. ο ίδιος ο Πλεύρης, ή και τις δίκες στις οποίες ο Βορίδης εκπροσώπησε ακροδεξιούς ομοϊδεάτες του απέναντι σε αποκαλυπτικά δημοσιεύματα εφημερίδων. Στην ίδια κατηγορία ανήκουν και οι συνεχείς απειλές, παλιότερα του Καρατζαφέρη και τους τελευταίους μήνες της Χρυσής Αυγής, εναντίον όσων αποκαλύπτουν την πραγματική τους ταυτότητα.

Δεν πρόκειται για ελληνικό φαινόμενο. Επί χρόνια ο Λεπέν κατέθετε μηνύσεις εναντίον όσων τον αποκαλούσαν ρατσιστή, με το ανακριβές επιχείρημα ότι ουδέποτε είχε καταδικαστεί με παρόμοια κατηγορία. Στο τέλος κατόρθωσε να επιβάλει την τρομοκρατία σε μερίδα του Τύπου, ο οποίος με τη δαμόκλειο σπάθη της απειλής τεράστιων οικονομικών ποσών υποχρεώθηκε να προβάλει τις (ψευδείς) διαψεύσεις του ακροδεξιού ηγέτη.

Αλλά και ο άλλος διεθνής αστέρας των αρνητών του Ολοκαυτώματος, ο Ντέιβιντ Ιρβινγκ, που συνηθίζει να παρουσιάζεται ως θύμα, επιτέθηκε με αγωγή εναντίον της συγγραφέως Ντέμπορα Λίπσταντ, η οποία τόλμησε να τον επικρίνει.

Οσο για την αξία που έχουν οι δημόσιοι ύμνοι στην ελευθερία από τους εκπροσώπους της Ακροδεξιάς, ενδιαφέρον έχει η πρόσφατη στάση των Γεωργιάδη – Βορίδη απέναντι στην προοπτική να ποινικοποιηθεί η άρνηση του Ολοκαυτώματος.

Ο Γεωργιάδης έφτασε να συμφωνεί με τη Μαρία Ρεπούση στην τηλεόραση για τη μη ποινικοποίηση θέσεων που αφορούν ιστορικά γεγονότα (ΝΕΤ, 28.5.2013). Ο δε Βορίδης έβγαλε ολόκληρο λόγο για την αντίθεσή του σε μια τέτοια προοπτική, κατά την παρουσίαση του βιβλίου του Νίκου Χασαπόπουλου για τη Χρυσή Αυγή: «Οποιος χρησιμοποιεί πολιτικά μέσα, όποιος εκφράζει ιδέες, ακόμα και τις πιο απεχθείς, όπως αυτές οι ιδέες [ενν. της Χρυσής Αυγής], ακόμα και με την ειδεχθέστερη μορφή τους, που είναι οι ρατσιστικές εκφράσεις, που είναι η άρνηση του Ολοκαυτώματος, που είναι στην πραγματικότητα η νομιμοποίηση της θηριωδίας των ναζιστών, ακόμα κι αυτές οι ιδέες θέλουν την πολιτική τους αντιμετώπιση, θέλουν την πολιτική τους διαχείριση, θέλουν την πολιτική τους αντιπαράθεση».

Την επομένη αυτών των βαρύγδουπων δηλώσεων βρίσκουμε φαρδιές πλατιές τις υπογραφές των Βορίδη – Γεωργιάδη κάτω από το νομοσχέδιο της Νέας Δημοκρατίας που ποινικοποιεί την άρνηση του Ολοκαυτώματος! Οσο για τα όψιμα… αντιναζιστικά ανακλαστικά όλων αυτών, αρκεί να θυμηθούμε ότι ούτε ένας τους δεν θίχτηκε όταν αποκαλύφθηκαν τα πονήματα του κυβερνητικού στελέχους που εξωραΐζουν τον ναζισμό και το Ολοκαύτωμα.

 Το δημόσιο λιντσάρισμα

Ο πιο ακραίος τρόπος φίμωσης του πολιτικού αντιπάλου είναι το δημόσιο λιντσάρισμα, στο οποίο επιδίδονται τα στελέχη της εθνικόφρονος Ακροδεξιάς και οι προσωπικές επιθέσεις, με χρήση ακόμα και προσωπικών δεδομένων για τον εξευτελισμό όσων επιλέγουν ως στόχων. Το είδαμε στις περιπτώσεις της Μαρίας Ρεπούση, της Θάλειας Δραγώνα και παλιότερα του Χρήστου Ροζάκη. Ακόμα και διαδήλωση εναντίον της κυρίας Δραγώνα διοργάνωσε το ΛΑΟΣ, τότε που ήταν γενικός του γραμματέας ο κ. Αδωνις.

Η επιτυχία της Ακροδεξιάς είναι ότι τα τελευταία χρόνια έχει δημιουργήσει το δικό της «λαϊκό μέτωπο», επεκτείνοντας την κατασταλτική εθνικοφροσύνη ακόμα και σε εμβληματικές προσωπικότητες που κάποτε ανήκαν στην Αριστερά, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο οποίος έκανε μια πρωτοφανή δήλωση: «Θέλει μια δύναμη μέσα σ’ όλο αυτόν τον κυκεώνα και τη βρομιά της ανθελληνικότητας που υπάρχει να στέκεις και να λες εγώ είμαι πατριώτης. Εγώ αγαπώ την Ελλάδα. Τίποτα άλλο. […] Οι λεπτεπίλεπτοι αριστεροί φτάσανε στον εθνομηδενισμό. Βλέπετε η κυρία Ρεπούση επιμένει ακόμα. Είναι βουλευτής και επιμένει. Εάν είχα δύναμη θα ’λεγα: “Είσαι εθνομηδενιστής;”, δηλαδή “Δεν αγαπάς το έθνος, την πατρίδα σου κ.λπ.; Σου παίρνω το διαβατήριο. Πήγαινε να ζήσεις αλλού. Αυτή η γη που μένεις εδωπέρα δεν είναι έτσι. Εχει αίμα μέσα εδωπέρα. Είναι μεγάλο προσόν που ζεις στην Ελλάδα και είσαι Ελληνας. Αν δεν neonazistiko-komma-i-xrysi-avgi-1-315x236το καταλαβαίνεις, πήγαινε στη Νιγηρία. Γιατί κάθεται εδωπέρα μαζί μας. Γιατί αυτό τον αέρα που αναπνέεις, αυτά που βλέπεις δεν έγιναν έτσι. Εγιναν από πατριώτες. Εμείς τα κάναμε αυτά”».

Η δήλωση αυτή είναι καταπληκτική, διότι δείχνει ξεκάθαρα πώς το εθνικόφρον μίσος οδηγεί κατευθείαν στη χούντα (αυτή ήταν που αφαιρούσε ιθαγένειες και διαβατήρια των «ανθελλήνων») αλλά και στον ανοιχτό ρατσισμό.

Η ηγεμονία αυτών των απόψεων σε ένα πολυσυλλεκτικό μέτωπο που έχει αναφορές και στην Αριστερά αποτυπώνεται και σε έντυπα όπως το «Παρόν» ή τα «Επίκαιρα», τα οποία έχουν αποδυθεί σε εκστρατεία εναντίον του «εθνομηδενισμού» με καταγγελία του «πολυπολιτισμού» και των «λαθρομεταναστών». Στο όνομα της ελευθερίας του λόγου, τα «Επίκαιρα» καταγγέλλουν το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο και την αναθεώρηση της ιστορίας από τη «δικτατορία της πολιτικής ορθότητας». Το αστείο είναι ότι τα ίδια προχωρούν στην πιο ακραία αναθεώρηση της ιστορίας, μοιράζοντας σε τεύχη την «Ιστορία της Κατοχής» του Δημοσθένη Κούκουνα, η οποία δικαιώνει τιςκυβερνήσεις των δωσιλόγων και υμνεί τους Τσολάκογλου, Λογοθετόπουλο και Ιωάννη Ράλλη!

Το δικό μας συμπέρασμα από τις τραγικές παλινωδίες της ακροδεξιάς εθνικοφροσύνης είναι ότι η ποινικοποίηση οποιασδήποτε άποψης δεν συμβαδίζει με την αρχή της ελευθερίας και της δημοκρατίας. Καμιά αστυνομία και κανένα δικαστήριο δεν είναι δυνατόν να ορίσει την ιστορική αλήθεια. Κάθε άλλη σκέψη οδηγεί στη δικαίωση των ίδιων των κηρύκων του μίσους και του ιστορικού ψεύδους, γιατί εξισώνει την αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας με τη μονόπλευρη άποψη, δηλαδή την προπαγάνδα.

 Η εγκληματική φύση του ναζισμού

 Του Γιάνη Γιανουλόπουλου*getFi3erle

Ο ρατσισμός δεν αντιμετωπίζεται μόνο ή κυρίως με νομοθετήματα. Τούτο δεν σημαίνει ότι δεν έχουμε ανάγκη και μάλιστα επειγόντως ισχυρής αντιρατσιστικής νομοθεσίας. Και το σπουδαιότερο, εφαρμογής της. Βεβαίως, ο κύριος στόχος οποιουδήποτε αντιρατσιστικού νόμου πρέπει να είναι οι πράξεις ρατσιστικής βίας και η προτροπή για τη διάπραξή τους, η ρητορική του μίσους.

Ασφαλώς και πρέπει να προστατεύεται η ελευθερία του λόγου. Μεγάλη προσοχή στο σημείο αυτό. Η Αριστερά δεν είχε πάντοτε και σε όλες τις εκδοχές της τις καλύτερες δυνατές σχέσεις με αυτή την προσέγγιση. Ελευθερία για όλες τις απόψεις, λοιπόν, και για εκείνες με τις οποίες όχι μόνο διαφωνούμε έντονα, αλλά τις βρίσκουμε άκρως απεχθείς ή και εξοργιστικές. Με μία εξαίρεση: τον ναζισμό. Αυτό που αντιμετωπίζει σήμερα η ελληνική κοινωνία είναι η αναβίωση του ναζιστικού λόγου και η συστηματική προσπάθεια της Χρυσής Αυγής (που έχει σαφή ατζέντα) εξοικείωσης του κόσμου με τον λόγο αυτό. Δεν έχουμε να κάνουμε ούτε με ακροδεξιούς απλώς, ούτε με χουντικούς μόνο, ούτε με φασίστες γενικώς. Εχουμε να κάνουμε με νεοναζί.

Η εγγενώς εγκληματική φύση του ναζισμού και των βάσεων επί των οποίων εδράζεται, δηλαδή του βιολογικού ρατσισμού (γιατί ο πολιτισμικός ρατσισμός είναι άλλο πράγμα), και μιας ειδικής εφαρμογής της ευγονικής που προβλέπει τη θανάτωση των ανθρώπων με αναπηρίες, έγκειται στο γεγονός ότι στοχοποιεί προς εξόντωση (κάθε είδους εξόντωση, μέχρι την «τελική λύση», αναλόγως τι τους παίρνει να κάνουν σε κάθε ιστορική συγκυρία) άτομα και ομάδες προσώπων, με βάση τη φυλή, την καταγωγή τους το χρώμα του δέρματός τους κ.ο.κ., στοιχεία, δηλαδή, τα οποία, πρώτον, δεν είναι προϊόν επιλογής, δεν επιλέγει κάποιος αν θα γεννηθεί Νιγηριανός ή Αυστραλός, και δεν αλλάζουν. Ακριβώς αυτό είναι που διαφοροποιεί το ναζισμό από άλλους –ισμούς και τον καθιστά περίπτωση μοναδική. Αυτό είναι καίριο και θεμελιώδες ζήτημα.

Απόψεις έχει ο μοναρχικός και ο αναρχικός, ο κομμουνιστής και ο εθνικιστής, ο χριστιανός και ο μωαμεθανός, ο μιλιταριστής και ο αντιεξουσιαστής, όχι ο ναζιστής. Ο ναζισμός είναι εξ ορισμού προτροπή σε εγκληματικές πράξεις. Ο ρατσιστικός λόγος, συνεπώς, δεν είναι «δικαίωμα» του ρατσιστή. Αν ο λόγος αυτός πρέπει να αντιμετωπιστεί με νόμο, αν πρέπει να γίνει τώρα ή αργότερα ή αν δεν χρειάζεται νόμος, είναι ζήτημα της κοινωνίας να αποφασίσει, με βάση ποιος είναι ο αποτελεσματικότερος τρόπος απάντησης στην απειλή και όχι με βάση την αρχή της ελευθερίας του λόγου του ρατσιστή και του ναζιστή ειδικά. Οχι του οποιουδήποτε αντιδημοκρατικού λόγου. Και αυτό ακριβώς γίνεται αυτή τη στιγμή. Στις ευρωπαϊκές χώρες και όχι μόνο, τιμωρείται η ρατσιστική βία που είναι και το κύριο ζητούμενο. Στην ηπειρωτική Ευρώπη, σε πολλές χώρες (Γαλλία, Γερμανία, Βέλγιο, Αυστρία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία κ.α.) τιμωρείται και ο ρατσιστικός λόγος. Σε άλλες χώρες, με διαφορετική νομική παράδοση (στη Βρετανία, στην Ιρλανδία, στις ΗΠΑ) δεν υπάρχει αυτή η απαγόρευση του ρατσιστικού λόγου. Προσφυγές, πάντως, με το σκεπτικό ότι η ποινικοποίηση της άρνησης του Ολοκαυτώματος είναι άρνηση της ελευθερίας του λόγου και συνεπώς ασύμβατη με την Παγκόσμια Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του ΟΗΕ (1948) και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (1953) έχουν απορριφθεί τόσο από την Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ όσο και από το Συμβούλιο της Ευρώπης και συγκεκριμένα την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Με την αυστηρή έννοια του όρου και όχι δημοσιογραφική ή ψηφοθηρική αδεία, γενοκτονία διεπράχθη μόνο μία, από τους ναζί. Διότι εξοντώθηκαν άνθρωποι με βιομηχανικό τρόπο, Εβραίοι και Ρομά, όχι για να τους πάρουν τη γη τους ή την περιουσία τους, δεν τους σκότωσαν ως πολιτικούς αντιπάλους, δεν έσφαξαν στους μισούς για να φύγουν οι άλλοι, αλλά ως κατώτερες φυλές, ως υπανθρώπους ή ως σκουπίδια, όπως αποκάλεσε –και κανένας δεν ενοχλήθηκε- ο Κασιδιάρης τους Ρομά. Ολες οι άλλες, μικρές και μεγάλες, αποτρόπαιες σφαγές, από τις οποίες είναι διάστικτη η ιστορία, εμπίπτουν στις κατηγορίες της εθνοκάθαρσης, των εγκλημάτων πολέμου, των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, τα οποία είναι πολύ σοβαρά εγκλήματα. Συνήθως τίθεται το δίλημμα ή θα πούμε κάτι γενοκτονία ή θα πούμε «δε βαριέσαι, τα “χει αυτά ο πόλεμος». Δεν είναι αυτό το δίλημμα. Η «απρόσεκτη» χρήση του όρου γενοκτονία εξυπηρετεί, χωρίς πάντοτε να το επιδιώκουν αυτό οι βιαστικοί και απρόσεκτοι νόμοι, έναν και μόνο στόχο: την άρνηση εν τοις πράγμασι της μοναδικότητας και τη σχετικοποίηση της απόλυτης κτηνωδίας του ναζισμού και του ναζιστικού λόγου.

 (*) Ο κ. Γιανουλόπουλος είναι ιστορικός. Το κείμενο βασίζεται στην παρέμβασή του κατά τη συζήτηση με θέμα «Ρατσισμός και Αντιρατσισμός: Ποια πρέπει να είναι η θέση της Αριστεράς» που διοργάνωσε η Πρωτοβουλία για την Υπεράσπιση της Κοινωνίας και της Δημοκρατίας την περασμένη Τρίτη.

Στρίβειν διά των… Ποντίων

Είναι ολοφάνερο το δίλημμα που αντιμετώπισε η Νέα Δημοκρατία σχετικά με το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο. Κατ” αρχάς δέχτηκε με ανακούφιση την πρωτοβουλία Ρουπακιώτη, θεωρώντας ότι θα αποτελεί μια ικανοποιητική απάντηση σε διεθνείς θεσμούς προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά και σε αρμόδια όργανα της Ε.Ε., τα οποία από μηνών έχουν διατυπώσει τη δυσφορία τους για την αδράνεια των ελληνικών αρχών απέναντι στο κύμα της ρατσιστικής βίας που ξαπλώνεται σε όλη τη χώρα.

Για την ακρίβεια, εκείνος που εμφανίστηκε να προωθεί κυρίως το νομοσχέδιο ήταν ο υφυπουργός Δικαιοσύνης Κωνσταντίνος Καραγκούνης, ο οποίος βέβαια είναι νεοδημοκράτης, προσωπική επιλογή του Αντώνη Σαμαρά. Και ήταν ο κ. Καραγκούνης εκείνος ο οποίος έσπευσε να καθησυχάσει τα διεθνή φόρα (όπως το Παγκόσμιο Εβραϊκό Συμβούλιο) για την επικείμενη κατάθεση ενός πολύ αυστηρού νομοθετικού πλαισίου, το οποίο πρόβλεπε ειδικά μέτρα εναντίον πολιτικών κομμάτων και πολιτικών ηγετών που συλλαμβάνονται να παραβαίνουν την αντιρατσιστική νομοθεσία. Μέχρι και η απαγόρευση του ναζιστικού χαιρετισμού προβλεπόταν. Ηταν το σχέδιο που είχε διαρρεύσει στο «Βήμα» (4.5.2013).

Γνωρίζουμε σήμερα ότι, κάτω από την πίεση του ακροδεξιού λόμπι στο εσωτερικό της, η Νέα Δημοκρατία έκανε πίσω. Το αστείο –που δεν έχει μέχρι στιγμής επισημανθεί- είναι ότι η κυβέρνηση, απαντώντας στις αιτιάσεις και τις υποδείξεις του επιτρόπου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου στο Συμβούλιο της Ευρώπης Νιλς Μούιζνιεκς ισχυριζόταν τα εξής: «Σχετικά με την Απόφαση-Πλαίσιο 2008/913/ΔΕΥ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 28.11.2008 για την “καταπολέμηση ορισμένων μορφών και εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας μέσω του ποινικού δικαίου”, θα θέλαμε να σημειώσουμε ότι κατατέθηκε ήδη στις 21.3.2013 από το ΠΑΣΟΚ σχετική πρόταση νόμου στη Βουλή».

Δηλαδή στις 16.4.2013 που δημοσιεύτηκε αυτή η απάντηση των ελληνικών αρχών η κυβέρνηση πρόβαλε ως δική της την πρωτοβουλία του ΠΑΣΟΚ, την οποία ουδέποτε υιοθέτησε!

fasistes Οταν χρειάστηκε να αναδιπλωθεί η Νέα Δημοκρατία, μετά την εσωτερική κρίση που προκλήθηκε στην κυβέρνηση και κάτω από την απειλή ενός διεθνούς διασυρμού, οι επιτελείς του κ. Σαμαρά εμπνεύστηκαν το τερατούργημα, το οποίο εισηγήθηκαν την περασμένη βδομάδα, περιορίζοντας την αντιρατσιστική νομοθεσία στη δίωξη όποιου «επιδοκιμάζει ή υποτιμά τη σοβαρότητα αναγνωρισμένων από την ελληνική βουλή, του ολοκαυτώματος και των εγκλημάτων του ναζισμού, τα οποία αναγνωρίστηκαν από διεθνή ή ελληνικά δικαστήρια με αμετάκλητη δικαστική απόφαση».

Δεν είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς την κουτοπόνηρη σκέψη πίσω από αυτές τις διατυπώσεις. Αφενός μεν ικανοποιείται ένα μέρος των αιτημάτων διεθνών οργανισμών, οι οποίοι επισημαίνουν την αδράνεια της ελληνικής πολιτείας απέναντι στο ρατσιστικό έγκλημα. Αφετέρου, με την ισοδύναμη ποινικοποίηση «γενοκτονιών αναγνωρισμένων από την ελληνική Βουλή», η Νέα Δημοκρατία κλείνει το μάτι σε όσους την τελευταία δεκαετία επιδιώκουν να βάλουν την επιστήμη της Ιστορίας σε ένα νέο καλαπόδι εθνικής ορθότητας, και ταυτόχρονα ικανοποιεί τα αιτήματα των εθνικοφρόνων ποντιακών σωματείων.

 Αλλά ποια σχέση έχει όλο αυτό με την αντιμετώπιση της ρατσιστικής βίας;

Για την ιδιαιτερότητα των εγκλημάτων του ναζισμού παραπέμπουμε στις παρατηρήσεις του ιστορικού Γιάνη Γιανουλόπουλου που φιλοξενούμε. Αλλά η ποινικοποίηση της οποιασδήποτε ερμηνείας ή αποτίμησης ενός ιστορικού γεγονότος, όσο σημαντικό κι αν είναι αυτό για τη συγκρότηση κάποιου έθνους, ισοδυναμεί με χειραγώγηση της επιστήμης και φίμωση των ιστορικών ερευνητών. Ούτε η ελληνική βουλή ούτε τα ελληνικά και τα διεθνή δικαστήρια ούτε καν ο ΟΗΕ μπορεί να γράψει την ιστορία. Απλά σε συγκεκριμένες ιστορικές στιγμές τέτοιες αποφάσεις έχουν μια λιγότερο ή περισσότερο βαρύνουσα συμβολική αξία.

Περιοριζόμαστε σε ένα χαρακτηριστικό ιστορικό παράδειγμα. Η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στις 10.11.1975 υιοθέτησε την απόφαση 3379 (72 υπέρ, 35 κατά, 32 αποχές), με την οποία ο σιωνισμός ορίστηκε ως «μορφή ρατσισμού και φυλετικής διάκρισης». Δεκάξι χρόνια αργότερα, στις 16.12.1991, το ίδιο ανώτατο όργανο του ΟΗΕ ανακάλεσε τη θέση αυτή με την απόφαση 46/86 (111 υπέρ, 25 κατά, 13 αποχές). Η Ελλάδα στην πρώτη απόφαση απείχε, στη δεύτερη ψήφισε υπέρ της ανάκλησης. Ποιο νόημα θα είχε η ποινικοποίηση της μιας ή της άλλης θέσης για τον σιωνισμό;

 ΔΙΑΒΑΣΤΕ

 Χάγκεν Φλάισερ

«Οι πόλεμοι της μνήμης»

(εκδ. «Νεφέλη», Αθήνα 2008)

Εξαιρετικά περιεκτικό πανόραμα των ιδεολογικών, πολιτικών και επιστημονικών αντιθέσεων που εξακολουθεί να προκαλεί σ’ όλο τον κόσμο η διαχείριση της ιστορικής μνήμης του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου.

Ιός

«Το τελευταίο “Πιστεύω” του Ροζέ Γκαροντί»

(«Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 9.6.1996)

http://www.iospress.gr/ios1996/ios19960609a.htm

Η επίκληση της ελευθερίας του λόγου για την ανάπτυξη της ρητορικής του μίσους από έναν πρώην αριστερό που ασπάστηκε το Ισλάμ.

 Ιός

«Οι πολιτικοί χαρακτηρισμοί στο εδώλιο»

(«Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 9.1.2000)

http://www.iospress.gr/ios2000/ios20000109a.htm

Η προσπάθεια της ευρωπαϊκής εθνικοφροσύνης να φιμώσει τους ιδεολογικούς της αντιπάλους μέσω δικαστικών διώξεων. Χαρακτηριστική η περίπτωση του Λεπέν, αλλά και του «δικού μας» Δικτύου 21, με τη βιομηχανία εξοντωτικών αγωγών εναντίον των επικριτών τους.

 Ιός

«Η ιστορία στο εδώλιο»

(«Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 16.10.2005)

http://www.iospress.gr/ios2005/ios20051016.htm

Με αφορμή τη δεύτερη επίσκεψη στην Ελλάδα του συγγραφέα Ντέιβιντ Ιρβινγκ, οι απόψεις και η δράση του γνωστού εξωραϊστή του ναζισμού, ο οποίος έγινε δεκτός με τιμές από κάποιους που σήμερα υπογράφουν την ποινικοποίηση της άρνησης του Ολοκαυτώματος.

 Ιός

«Υπόθεση εθνικής πλαστογραφίας»

(«Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 10.1.2010)

http://www.iospress.gr/ios2010/ios20100110.htm

Μια από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις προσωπικού λιντσαρίσματος στο όνομα της εθνικοφροσύνης, η οργανωμένη στοχοποίηση της Θάλειας Δραγώνα, μέσω της αναπαραγωγής ενός πλαστογραφημένου κειμένου ως αντιπροσωπευτικού των επιστημονικών της απόψεων.

 ΦΟΡΕΙΣ ΤΟΥ ΙΟΥ: Τάσος Κωστόπουλος, Αντα Ψαρρά, Δημήτηρης Ψαρράς

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *