Δύο εξαιρετικά κείμενα για τη σημερινή φύση του καπιταλισμού


Η ανθρωπότητα υπό ομηρία

Την ίδια μέρα που ο FAO (Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ) μας πληροφορεί ότι η πείνα πλήττει σήμερα σχεδόν ένα δισεκατομμύριο ανθρώπινες υπάρξεις και εκτιμά ότι η αναγκαία βοήθεια για να σωθούν οι ζωές τους είναι 30 δισεκατομμύρια δολάρια, η συντονισμένη δράση έξι κεντρικών τραπεζών (ΗΠΑ, Ευρωπαϊκή Ενωση, Ιαπωνία, Καναδάς, Αγγλία και Ελβετία) ρίχνει 180 δισεκατομμύρια δολάρια στις χρηματοπιστωτικές αγορές, για να σώσει τις ιδιωτικές τράπεζες. Μπροστά σε ένα τέτοιο δεδομένο απομένουν μόνον δύο εναλλακτικές δυνατότητες: ή είμαστε δημαγωγοί ή είμαστε ρεαλιστές. Αν αναφέρομαι στον φυσικό νόμο της προσφοράς και της ζήτησης και υποστηρίζω ότι στον κόσμο υπάρχει πολύ περισσότερη ζήτηση για ψωμί απ’ όση για επεμβάσεις αισθητικής χειρουργικής και πολύ περισσότερη ζήτηση για φάρμακα εναντίον της ελονοσίας απ’ όση για ενδύματα υψηλής μόδας· αν ζητώ ένα καντιανό δημοψήφισμα που θα ρωτάει τους ευρωπαίους πολίτες αν προτιμούν να διατεθούν οι αποταμιεύσεις της χώρας τους για να σωθούν ζωές ή για να σωθούν τράπεζες, είμαι αναμφίβολα δημαγωγός.

Αν, ενάντια στον λόγο και την ηθική, αποδέχομαι ότι είναι περισσότερο επείγον, περισσότερο αναγκαίο, περισσότερο πρέπον, περισσότερο αποτελεσματικό, περισσότερο ωφέλιμο για την ανθρωπότητα, να εμποδιστεί η κατάρρευση μιας ασφαλιστικής εταιρείας και η χρεοκοπία μιας τράπεζας απ’ όσο είναι να δοθεί τροφή σε χιλιάδες παιδιά, να βοηθηθούν τα θύματα ενός κυκλώνα ή να θεραπευτεί ο δάγκειος, τότε είμαι ρεαλιστής. Στα λόγια μου δεν υπάρχει ίχνος ειρωνείας. Τα πράγματα έχουν ως εξής: μια πλήρης αλήθεια, της οποίας δεν επιτρέπεται η εφαρμογή, είναι δημαγωγική. Μια εδραιωμένη τερατωδία, που δεν αποδέχεται εναλλακτική λύση, είναι ρεαλιστική. Η οργανωμένη μειονότητα που διαχειρίζεται τον καπιταλισμό -υπουργοί, τραπεζίτες, διοικητικά συμβούλια πολυεθνικών, χρηματιστές και οικονομικοί δημοσιογράφοι- μπορεί να επικαλείται αλαζονικά τον Χάγεκ σε στιγμές νηνεμίας και να απαιτεί αδιάντροπα την παρέμβαση του κράτους όταν κινδυνεύει να καταρρεύσει, επειδή γνωρίζει ότι η ατιμωρησία της είναι ανάλογη προς τη δική μας εξάρτηση.

Γι’ αυτόν τον λόγο -ας το παραδεχθούμε- εμείς οι ευρωπαίοι πολίτες που θα καλούμασταν σε ένα υποθετικό καντιανό δημοψήφισμα («η τράπεζα ή η ζωή») θα τασσόμασταν αναμφίβολα με ρεαλισμό υπέρ των τραπεζών, επειδή έχουμε επίγνωση του γεγονότος ότι όλα αυτά που μας ενδιαφέρουν -από την αγκαλιά της αγαπημένης μας μέχρι το χαμόγελο των παιδιών μας- είναι μια δική τους παραχώρηση. Η οργανωμένη μειονότητα που μας κυβερνά κρατάει όμηρο την ανθρωπότητα και αν δεν τρέξουμε να βοηθήσουμε τους άρπαγες, όλα τα δεινά μπορεί να πέσουν πάνω μας.

Για μιαν αιχμάλωτη ανθρωπότητα είναι ρεαλιστικό να υποτάσσεται στον εκβιασμό και να αφήνει κατά μέρος την αλήθεια, τη συμπόνια, την ευαισθησία, την αλληλεγγύη. Ενα σύστημα το οποίο, όταν τα πράγματα πάνε καλά, σκοτώνει από πείνα ένα δισεκατομμύριο πρόσωπα και, αν πάνε άσχημα, απειλεί να καταστρέψει όλα τα υπόλοιπα, είναι ένα σύστημα αποτυχημένο όχι μόνον ηθικά αλλά και οικονομικά.

Στη διάρκεια της ιστορίας, ένα οικονομικό πείραμα ποτέ δεν είχε στη διάθεσή του πιο ισχυρά μέσα ούτε και πιο ευνοϊκές συνθήκες για να καταδείξει την ανωτερότητά του. Στα τελευταία 60 χρόνια, η οργανωμένη μειονότητα που διαχειρίζεται τον παγκόσμιο καπιταλισμό υποστηρίχθηκε από μια σειρά διεθνών θεσμών (το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, την Παγκόσμια Τράπεζα, τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, το G8 κ.ο.κ.), οι οποίοι επινόησαν και εφάρμοσαν ενάντια σε όλα τα εμπόδια τις πολιτικές φιλελευθεροποίησης και ιδιωτικοποίησης της παγκόσμιας οικονομίας. Υστερα από 200 χρόνια ελεύθερης ύπαρξης, υποστηριζόμενης απ’ όλες τις εξουσίες και απ’ όλους τους θεσμούς της Γης, το παλιό και φονικό εργαλείο μάς έφερε μέχρι εδώ: ένα δισεκατομμύριο ανθρώπινες υπάρξεις πεθαίνουν από πείνα και, αν τώρα δεν τρέξουμε να βοηθήσουμε τους ενόχους, όλοι οι άλλοι ίσως καταλήξουν να θαφτούν μαζί με τους πιο φτωχούς, αφού προηγουμένως έχουν αλληλοεξοντωθεί.

Τι ακριβώς είναι δυσάρεστη έκπληξη στον καπιταλισμό;

Οσο κι αν δεν αποτελεί παρηγοριά, πρέπει να παραδεχτούμε ότι δεν είναι μονάχα οι χώρες όπως η Ελλάδα, η Ιρλανδία ή η Πορτογαλία που ζουν κάτω από το ζυγό των χρηματαγορών.

Κι οι επιχειρήσεις, επίσης, αναγκάζονται όχι μόνο να λογοδοτούν στις αγορές, αλλά και να τις υπακούουν τυφλά. Κι αν, στον χρηματοοικονομικό καπιταλισμό, τα κράτη βρίσκονται στο έλεος των πιστωτών τους, οι επιχειρήσεις (και οι εργαζόμενοί τους) εξαρτώνται απόλυτα από τις επιθυμίες των μετόχων τους. Η μοίρα των κρατών και των επιχειρήσεων έγινε κοινή από τη στιγμή που η απελευθέρωση του χρηματοοικονομικού τομέα μετέτρεψε τον γενικευμένο ανταγωνισμό των κεφαλαίων που αναζητούν την καλύτερη δυνατή επένδυση σε ατσάλινο βραχίονα που επιβάλλει σκληρή πειθαρχία σε όλους όσοι θέλουν να αποκτήσουν πρόσβαση σε αυτά τα κεφάλαια. Τα κεφάλαια οφείλουν να εξασφαλίζουν στους κατόχους τους ολοένα μεγαλύτερη ασφάλεια για μια δεδομένη απόδοση… ή ολοένα μεγαλύτερη απόδοση για ένα δεδομένο επίπεδο κινδύνου.

Κατά παράδοξο τρόπο, παρά την κοινή μοίρα των κρατών και των επιχειρήσεων, οι προσταγές που τους απευθύνουν οι αγορές είναι αντίθετες. Πράγματι, ενώ απαιτούν από τα κράτη να εφαρμόσουν πολιτικές λιτότητας για να αποφευχθεί η υπερχρέωση (αυτό απαιτεί η ασφάλεια), απαιτούν από τις επιχειρήσεις να χρεωθούν… για να μεγιστοποιηθεί η οικονομική απόδοση της επένδυσης. Ολα αυτά δημιουργούν την εντύπωση ότι ο χρηματοοικονομικός τομέας -ο οποίος διεκδικεί το δικαίωμα να μην τον αφορά οτιδήποτε έχει σχέση με την ηθική- έχει αρχίσει να δημιουργεί μια δική του διπλή «ηθική», η οποία μάλιστα είναι από τις πλέον χοντροκομμένες: ενώ το κράτος οφείλει να συμπεριφέρεται ως «συνετός οικογενειάρχης», οι επιχειρήσεις από την πλευρά τους οφείλουν να παίζουν το παιχνίδι της «μόχλευσης»(1).

Την Τρίτη 28 Σεπτεμβρίου συνέβη στο Χρηματιστήριο του Παρισιού ένα περιστατικό το οποίο είναι ιδιαίτερα κατατοπιστικό απ’ αυτή την άποψη. Η μετοχή της επιχείρησης Michelin, του διάσημου κατασκευαστή ελαστικών, υποχώρησε ξαφνικά κατά περισσότερο από 10% κατά τη διάρκεια μιας συνεδρίασης που χαρακτηριζόταν από έντονες διακυμάνσεις οι οποίες έφθασαν στα όρια της νευρικότητας, μέσα σε μια ημέρα άλλαξε χέρια το 4% των μετοχών της εταιρείας. Ο λόγος της βουτιάς; Θα ήθελα να είχα τη δυνατότητα να αφήσω λίγο χρόνο στον αναγνώστη για να σκεφθεί ποια θα μπορούσε να είναι η αιτία της, έτσι ώστε να τον καταπλήξω ακόμα περισσότερο στη συνέχεια. Ο λόγος, λοιπόν, της βουτιάς είναι ότι «οι αγορές εξεπλάγησαν». Κι από τι άραγε εξεπλάγησαν; Εξεπλάγησαν από την αναγγελία της Michelin ότι θα προχωρήσει σύντομα σε αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου κατά 1,2 δισεκατομμύρια ευρώ για να χρηματοδοτήσει ένα ετήσιο επενδυτικό πρόγραμμα 1,6 δισ. ευρώ. Πράγματι, η εταιρεία επιθυμεί να αυξήσει το παραγωγικό δυναμικό της έτσι ώστε να είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην έντονη αύξηση της ζήτησης που παρατηρείται στις αναδυόμενες χώρες (Κίνα, Ινδία, Βραζιλία). Εύλογα θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί πού είναι, λοιπόν, το πρόβλημα.

Σύμφωνα με έναν οικονομικό αναλυτή, το πρόβλημα συνίσταται στο γεγονός ότι «η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου ήταν τόσο πολύ αναπάντεχη, ώστε η αγορά οφείλει τώρα να “αφομοιώσει” την πληροφορία». Βέβαια, θα μπορούσαμε να αντιτάξουμε ότι, εάν κάποιος επιθυμεί να μην αποκομίσουν κάποιοι αθέμιτα κέρδη εκμεταλλευόμενοι την εσωτερική πληροφόρηση ή τις «διαρροές», παρόμοια ανακοίνωση πρέπει να είναι υποχρεωτικά αναπάντεχη τη στιγμή που θα ανακοινωθεί. Συνεπώς, δεν ήταν η αναγγελία που εξέπληξε, αλλά το περιεχόμενό της.

Η σωστή εξήγηση είναι ότι, απλούστατα, «οι αγορές» έχουν ξεσυνηθίσει πλέον την πρακτική των επιχειρήσεων να κάνουν έκκληση στους μετόχους τους για να εισφέρουν χρήματα για τη χρηματοδότηση προγραμμάτων βιομηχανικής ανάπτυξης. Πράγματι, εδώ και πολύ καιρό συνηθίζουν να ζητούν το αντίθετο: να περιορίσουν οι επιχειρήσεις τα επενδυτικά τους προγράμματα μονάχα σε δραστηριότητες οι οποίες μπορούν να αποφέρουν ετήσιες αποδόσεις των επενδυθέντων κεφαλαίων 15-20%, καθώς και να προβούν σε επιστροφή κεφαλαίου, να επιστρέψουν στους μετόχους τα διαθέσιμά τους σε ρευστό, τα οποία δεν τους χρειάζονται πλέον δεδομένου ότι οι επιχειρήσεις δεν αναπτύσσονται πια. «Downsize and distribute», όπως λένε και οι Αγγλοσάξονες. Οι μέτοχοι δεν είναι αγελάδες για άρμεγμα στις οποίες κάνει κανείς έκκληση για τη χρηματοδότηση των επενδύσεων (διότι αυτό συνεπάγεται τη «διάχυση του κεφαλαίου»). Αντίθετα, οι μέτοχοι υπάρχουν για να αρμέγουν τις επιχειρήσεις οι οποίες οφείλουν να τους καταβάλλουν διαρκώς γενναία μερίσματα. Ο Ζαν Ντομινίκ Σενάρ, γενικός οικονομικός διευθυντής της Michelin, μόνο που δεν ζήτησε συγνώμη για την «απρεπή» έκκληση στους μετόχους να εισφέρουν χρήματα για την αύξηση κεφαλαίου: «Δεν θα είχαμε τολμήσει να ζητήσουμε χρήματα από την αγορά εάν δεν είχαμε αποδείξει την ικανότητά μας να δημιουργούμε ανάπτυξη». Ωστόσο, δεν είναι σίγουρο, ότι, χρησιμοποιώντας τον όρο «ανάπτυξη», κατεύνασε τους φόβους της αγοράς.

Στον καπιταλισμό όπου κυριαρχεί ο χρηματοοικονομικός τομέας, η ανάπτυξη είναι κάτι το τυχοδιωκτικό. Η σωστή συνταγή απαιτεί να κάνεις το ακριβώς αντίθετο, η διοίκηση μιας εταιρείας οφείλει να περιορίσει την προσφυγή στα χρήματα των μετόχων και -εάν αυτό είναι δυνατόν- να αγοράζει με τη διαθέσιμη ρευστότητά της τις δικές της μετοχές (για να τις ακυρώσει, έτσι ώστε να ανέβει η τιμή των υπόλοιπων μετοχών της), να δώσει προτεραιότητα στον δανεισμό της επιχείρησης, να περιορίσει ασφυκτικά τις επενδύσεις και να καταβάλλει αμέσως στον μέτοχο όσο το δυνατόν περισσότερο ρευστό… αντί να τον αφήνει να ζει με υποσχέσεις για το μέλλον, περιμένοντας τα μελλοντικά μερίσματα.

Συνεπώς, αυτό που εξέπληξε τις αγορές ήταν το γεγονός ότι η Michelin υιοθέτησε μια λογική που είναι αντίθετη με εκείνη των μετόχων (κάτι που η εταιρεία δεν έκανε στο παρελθόν). Μάλιστα, αυτή η λογική των αγορών, μετά από μια ύφεση στις αρχές του 2009, έχει φθάσει και πάλι στην κορύφωσή της, από το τρίτο τρίμηνο του 2009, οι αμερικανικές επιχειρήσεις αυξάνουν και πάλι σε ιδιαίτερα αισθητό βαθμό τις αγορές ιδίων μετοχών. Μέσα σε ένα χρόνο, το ποσό που διέθεσαν γι’ αυτό το σκοπό τετραπλασιάστηκε, φτάνοντας το τρίτο τρίμηνο του 2009 τα 95 δισεκατομμύρια δολάρια. Βέβαια, οι αμερικανικές επιχειρήσεις έχουν συσσωρεύσει τον τελευταίο καιρό μεγάλα αποθέματα ρευστότητας στα ταμεία τους, όμως ορισμένες δεν διστάζουν να δανειστούν ξανά για να επιστρέψουν χρήματα στους μετόχους τους. Κι όπως σχολιάζει ένας άλλος οικονομικός αναλυτής, «αυτό αποδεικνύει ότι το μέλλον είναι αβέβαιο και ότι η κερδοφορία μιας δυνητικής επένδυσης είναι ανεπαρκής». Δεν θα μπορούσε να συνοψίσει κανείς με καλύτερο τρόπο σε μια φράση όλα όσα αποτελούν τη φύση του καπιταλισμού… τα οποία όμως ταυτόχρονα είναι εκείνα ακριβώς που κάνουν τους μετόχους να φρίττουν: με λίγα λόγια, φοβούνται… τον καπιταλισμό! Βασικά, και για να είμαστε ακριβείς, δε φοβούνται “τον καπιταλισμό”. Φοβούνται το προηγούμενο -και πλέον ξεπερασμένο- στάδιο του καπιταλισμού, κατά το οποίο υπάρχει “ελεύθερος ανταγωνισμός” ανάμεσα στις επιχειρήσεις ενός κλάδου, και άρα μια επένδυση ίσως να αποτύχει. Στο σημερινό στάδιο του καπιταλισμού, θέλουν να υπάρχουν ολιγοπώλια-μονοπώλια σε όλους τους κλάδους, και μια χούφτα ολιγάρχες να αρμέγουν οργανωμένα τους λαούς

1. (ΣτΜ) Ανάπτυξη μιας επιχείρησης η οποία επιτυγχάνεται με ελάχιστα ίδια κεφάλαια και προσφυγή σε υψηλό -όσο το δυνατόν πιο χαμηλότοκο- δανεισμό.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *