Αστυνομικό κράτος για να αντιμετωπιστεί η κρίση;

Εικόνα 1. Μια δημοτική αρχή που δεν είναι ακροαριστερή ή αναρχική, εκλεγμένη με το χρίσμα του ΠΑΣΟΚ, στο Δήμο Κορυδαλλού, βγάζει μια ανακοίνωση που διαμαρτύρεται για την αστυνομοκρατία στην περιοχή, με αφορμή τη δίκη, στην αίθουσα των γυναικείων φυλακών Κορυδαλλού, 9 νεαρών για συμμετοχή στη «Συνωμοσία των Πυρήνων της φωτιάς».

«Σήμερα ο Κορυδαλλός ζει μέρες αστυνομοκρατίας. Ο φόβος είναι και διάχυτος και ορατός αφού σε κάθε γωνιά βρίσκονται φανερά ή συγκαλυμμένα αστυνομικές δυνάμεις. Δίπλα στις φυλακές, σε απόσταση λίγων μέτρων, βρίσκεται ο κύριος όγκος των εκπαιδευτηρίων καθώς και τα δύο Γυμναστήρια της πόλης. Χιλιάδες παιδιά, μαθητές και αθλούμενοι «εκπαιδεύονται και αθλούνται» ανάμεσα σε πάνοπλους αστυνομικούς», γράφει η ανακοίνωση της δημοτικής αρχής.

Δεν μας απασχολεί εδώ ότι ο δήμαρχος προβαίνει στην καταγγελία προωθώντας το αίτημα του για απομάκρυνση των φυλακών. Επικεντρώνουμε στη διατύπωση: «Σήμερα ο Κορυδαλλός ζει μέρες αστυνομοκρατίας. Ο φόβος είναι και διάχυτος και ορατός αφού σε κάθε γωνιά βρίσκονται φανερά ή συγκαλυμμένα αστυνομικές δυνάμεις».
Βέβαια, η πραγματικότητα όπως την βιώνουν οι πολίτες της περιοχής, και ιδίως οι νέοι, που εξ ορισμού θεωρούνται «εχθροί» από τους αστυνομικούς όλων των ειδών και ομάδων, είναι χειρότερη. Οι διαρκείς περιπολίες των αστυνομικών ομάδων ΔΙ.ΑΣ και ΔΕΛΤΑ, οι εξευτελιστικοί έλεγχοι, οι «τσαμπουκάδες», οι ασφαλίτες σε κάθε γωνία, αποπνέουν την αίσθηση ενός αστυνομικού κράτους.
Βεβαίως, η κατάσταση δεν είναι καλύτερη σε άλλες περιοχές -δεν θα αναφερθούμε, φυσικά στην Κερατέα, που δέχεται την επίθεση της αστυνομίας εδώ και ενάμισυ μήνα. Και δεν θα επικαλεστούμε μαρτυρίες της «άλλης όχθης». Θα επιμείνουμε στις διαπιστώσεις καθεστωτικών αρχών ή… συντεταγμένων δημοσιογράφων. Έχουμε λοιπόν…

Εικόνα 2. Ένας δημοσιογράφος του συντηρητικού μεσαίου χώρου, ο γνωστός Γ. Κύρτσος, στην πρώτη σελίδα της City Press υπό τον τίτλο “Απαράδεκτες υπερβολές” γράφει:
«Ο τρόπος με τον οποίο χειρίστηκε η κυβέρνηση την καταπολέμηση της πολιτικής τρομοκρατίας οδηγεί σε απαράδεκτες υπερβολες.
Οργανώνοντας επιχειρήσεις σύλληψης υπόπτων για συμμετοχή σε τρομοκρατικές ενέργειες σε συνθήκες μεγάλης δημοσιότητας.
Στα τηλεοπτικά δίκτυα και σε άλλα ΜΜΕ διαρρέονται πληροφορίες από την Αστυνομία που δημιουργούν κλίμα αντιτρομοκρατικής υστερίας, χωρίς να έχουν διασταυρωθεί από τους δημοσιογράφους. Έτσι, τη μια ημέρα παρουσιάζεται σαν τρομοκράτης στέλεχος του Συνασπισμού που για κακή του τύχη απλώς… έμοιαζε με το άτομο που καταζητούσε η ΕΛΑΣ, ενώ μέσα σε ένα 24ωρο προβλήθηκε και αποσύρθηκε η θεωρία σύμφωνα με την οποία μια 27χρονη Γερμανίδα που συνελήφθη είναι κόρη γνωστής «αντάρτισσας των πόλεων» της Γερμανίας. Εάν προσθέσουμε στα παραπάνω τη δημοσίευση των φωτογραφιών των συλληφθέντων χωρίς καν να έχει τεκμηριωθεί το κατηγορητήριο
σε βάρος τους, αντιλαμβανόμαστε ότι η κυβέρνηση παίζει ένα επικίνδυνο επικοινωνιακό και
πολιτικό παιχνίδι γύρω από το θέμα της αντιμετώπισης της τρομοκρατίας»    (City Press,
17/1/2011).

Και δεν μας ενδιαφέρει εδώ ότι ο Κύρτσος θέλει να κάνει κριτική στην κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ. Το αναμφισβήτητο γεγονός είναι ότι 37 χρόνια μετά την ανατροπή της αστυνομικο-στρατιωτικής χούντας η αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία, υπό την κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ, για να κυβερνά χρειάζεται να επιβάλλει «κλίμα αντιτρομοκρατικής υστερίας».

Εικόνα 3. Ο Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος, υποψήφιος διδάκτορας πολιτικών επιστημών, μέλος της ΚΠΕ του ΣΥΝ, μέσα στο τρομοκρατικό κλίμα των ημερών, συλλαμβάνεται στις 13/1 στο Βύρωνα, μέρα μεσημέρι, από κουκουλοφόρους μπάτσους, χτυπιέται βάναυσα, μεταφέρεται στον 12ο όροφο της ΓΑΔΑ, στην Αντιτρομοκρατική, χτυπιέται, ανακρίνεται, βρίζεται χυδαία και τελικά αφήνεται, μετά και τις διαμαρτυρίες του Συνασπισμού. Η αστυνομία δικαιολογείται ότι… έμοιαζε πολύ με έναν τρομοκράτη!

Η ίδια η κυβέρνηση που υποτίθεται πως υπερασπίζεται τη «νομιμότητα», και οι μηχανισμοί του κράτους στους οποίους προΐσταται, αστυνομία και δικαιοσύνη, είναι οι πρώτοι που ποδοπατούν κάθε έννοια αστικής δημοκρατικής νομιμότητας, εκφράζοντας το γεγονός ότι εδώ και χρόνια, ιδίως από  εκείνο το  αλήστου  μνήμης τρομοκρατικό καλοκαίρι του 2002, το κράτος όλο και πιο συχνά, μετατρέπεται σε κράτος έκτακτης ανάγκης.

Δίκη των «πυρήνων της φωτιάς»

Οι νομικές παραβιάσεις των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων και το κλίμα αστυνομοκρατίας είναι κραυγαλέο στην περίπτωση των νεαρών κατηγορουμένων για την υπόθεση της «Συνωμοσίας των Πυρήνων της Φωτιάς», που ξεκίνησε τη Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2011.

Αρχικά, το δικαστήριο ήθελε να δικάζει τους κατηγορούμενους σιδηροδέσμιους, με τις χειροπέδες. Και δεν φθάνει που μετέφεραν τη δίκη μέσα στις (γυναικείες) φυλακές Κορυδαλλού, αντί για τα κανονικά δικαστήρια. Για τους φίλους, συμπαραστάτες, αλληλέγγυους, και πάση περιπτώσει για όσους ήθελαν να παρακολουθήσουν τη δίκη, η αστυνομία επιφύλασσε το φακέλωμα παίροντας και φωτοτυπώντας τις ταυτότητες όσων ήθελαν να παρακουλούθήσουν τη δίκη! Όλος ο χαρακτήρας της δημόσιας δίκης, με την υποτιθέμενη «τυφλή», δηλαδή αδέκαστο δικαιοσύνη πήγαινε περίπατο. Ήταν μια κραυγαλέα απόπειρα παραβίασης δικονομικών και συνταγματικών επιταγών, όπως επισήμαναν οι συνήγοροι υπεράσπισης.

Όταν καταγγέλθηκε ότι φωτοτυπούνται οι ταυτότητες των εισερχόμενων στην αίθουσα, η πρόεδρος του δικαστηρίου δήλωσε ότι «κανένα στοιχείο δεν θα κρατείται» και εξέδωσε απόφαση ότι «η είσοδος στο ακροατήριο θα είναι αδιακώλυτη και οι φωτοτυπίες των ταυτοτήτων θα καταστραφούν». Φαίνεται όμως ότι στον Κορυδαλλό υπάρχει ένα δικαστήριο επί της έδρας και κάποιος άλλος -να υποθέσουμε κάποιος Big Brother πίσω από την έδρα;- που κινεί τα νήματα. Γιατί δεν εξηγείται η πρόεδρος του δικαστηρίου να ανακοινώνει τα παραπάνω και μετά τη διακοπή να επανέρχεται λέγοντας ότι: «Οι φωτοτυπίες καταστράφηκαν. Δεν θα κρατούνται στοιχεία αλλά θα γίνεται μόνο επίδειξη ταυτότητας που θα… κρατείται και θα επιστρέφεται στο τέλος».

Όπως ήταν φυσικό η αναδίπλωση της κυρίας προέδρου δυναμίτισε την ήδη τεταμένη ατμόσφαιρα. Οι κατηγορούμενοι δήλωσαν ότι εγακαταλείπουν την αίθουσα, το ακροατήριο, παρά τις απειλές δεκάδων αστυνομικών που είχαν καταλάβει τα μισά έδρανα, αποδοκίμαζε και οι συνήγοροι διαμαρτύρονταν λέγοντας πώς συμβιβάζεται η «προηγούμενη διαταγή σας με την εκ διαμέτρου αντίθετη που μας λέτε τώρα». «Ο χώρος της δικαστικής αίθουσας είναι κάτω από τη δικαιοδοσία των δικαστών ή των φυλακών και της αστυνομίας», αναρωτήθηκαν οι συνήγοροι.

Όταν η υπεράσπιση ζήτησε να τηρούνται μαγνητοφωνημένα πρακτικά, η πρόεδρος απάντησε ότι: «Το δικαστήριο είναι σύμφωνο με τη μαγνητοφώνηση της δίκης, είναι αναγκαία». Μετά όμως από διακοπή, ανακοίνωσε ότι το αίτημα της μαγνητοφώνησης δεν μπορεί να ικανοποιηθεί γιατί… «δεν υπάρχει υποδομή».
«Ακόμα και σε κάθε δίκη διαζυγίου μαγνητοφωνούνται πρακτικά. Αν δεν υπάρχει υποδομή να πάμε σε άλλη αίθουσα», αντέδρασε ένας εκ των συνηγόρων.

Μπροστά στην απειλή των 9 κατηγορουμένων να αποχωρήσουν από το δικαστήριο και να ανακαλέσουν την εντολή προς τους συνηγόρους, και το ενδεχόμενο να δικάζει το δικαστήριο μπροστά σε άδεια έδρανα και με διορισμένους από το ίδιο δικηγόρους, η πρόεδρος του δικαστηρίου διέκοψε τη δίκη για τη Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2011.
Ίσως χρειάζεται σύσκεψη με τον Big Brother του υπουργείου του κυρίου Καστανίδη…

Και νέες συλλήψεις με τρομοκρατικά σασπένς

Μέρος της προετοιμασίας της δίκης στον Κορυδαλλό πρέπει να θεωρηθεί όχι μόνο η σύλληψη 4 νεαρών από τη Θεσσαλονίκη -και μιας νεαρής γερμανίδας-που κατά την αστυνομία ετοίμαζαν χτύπημα εν όψει της δίκης των «πυρήνων της φωτιάς», αλλά και το όλο σκηνικό που σκηνοθέτησε η Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία.

Οι τέσσερις νέοι συνελήφθησαν, και πριν καν στοιχειοθετηθούν κατηγορίες οι φωτογραφίες τους δόθηκαν στη δημοσιότητα κατά παράβαση όλων των δικονομικών κανόνων. Επιπλέον, για την κοπέλα, 27 χρόνων καθηγήτρια, γερμανικής καταγωγής τα «στοιχεία» διανθίστηκαν με το δήθεν ιστορικό των «τρομοκρατών»… γονέων της. Οι σκηνοθέτες της Αντιτρομοκρατικής θεώρησαν ότι μπορούν να καλύψουν τα αποδεικτικά κενά του κατηγορητηρίου με το ιστορικό του DNA των γονέων της κοπέλας. Η μητέρα της, είπαν, είναι γερμανίδα της RAF (Φράξια Κόκκινος Στρατός) και ο πατέρας της τρομοκράτης που σκοτώθηκε σε μάχη με την αστυνομία στη Γερμανία!

Η αστυνομία διοχεύτευσε την είδηση και τα παπαγαλάκια στα ΜΜΕ έστησαν πάρτυ. Η υπόθεση έχει διεθνείς διαστάσεις και η ακροαματικότητα ανεβαίνει…
Ύστερα απ την αντίδραση της μητέρας της κοπέλας και την διάψευση της γερμανικής εισαγγελίας ότι οι γονείς της κοπέλας είναι τρομοκράτες, η Αστυνομία αναδιπλώθηκε και ο Παπουτσής εμφανίστηκε “θυμωμένος”, πρέπει πρώτα να εξακριβώνονται τα στοιχεία, είπε.
Η νεαρή Φαίη-Μαρί Μάγιερ ύστερα από τον διεθνή σάλο αποφυλακίστηκε (με διαφωνία ανακριτή και εισαγγελέα, για να δείξουν ότι υπήρχαν τάχα στοιχεία σε βάρος της), αλλά οι τέσσερις νέοι προφυλακίστηκαν αρνούμενοι να απολογηθούν.

Μια ακόμη δίκη «κατά της τρομοκρατίας» ετοιμάζεται, ενώ αυτή που ήδη ξεκίνησε έχει όλες τις προϋποθέσεις να εξελιχθεί σε μνημείο παραβίασης όλων των δικονομικών κανόνων. Για να κάνει φανερό ότι αυτή η αστική δικαιοσύνη έχει ξεπέσει και εκφυλιστεί, όπως και οι ταγοί της. Για να αντιστοιχηθεί η χρεοκοπία της καπιταλιστικής οικονομίας με τη χρεοκοπία των στοιχειωδών θεσμών που διασφαλίζουν τους κατηγορούμενους από την αυθαιρεσία των διωκτικών αρχών.

Στο κράτος σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, που τρέμει την οργή του λάου και μια νέα εξέγερση πιο δυναμική από εκείνη του Δεκέμβρη 2008, η περιβόητη «καταπολέμηση της τρομοκρατίας» έχει, όπως αποδεικνύεται, μεγαλύτερη αξία από τα νομικά και συνταγματικά δικαιώματα των κατηγορουμένων…
Ο γυμνός μηχανισμός κρατικής καταστολής, χωρίς κανένα μανδύα νομιμότητας, είναι το μόνο που μπορεί να αντιτάξει η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ στις κοινωνικές αντιστάσεις.    

Γίνεται όμως καθαρό ότι ο πραγματικός στόχος δεν είναι κάποιες ομάδες απομονωμένων ακτιβιστών, αλλά το σύνολο του εργαζόμενου λαού και της νεολαίας που αντιδρούν στα μέτρα πείνας και εξαθλίωσης που οι άθλιοι κυβερνώντες προσυπέγραψαν με το ΔΝΤ, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Θέλουν να τρομοκρατήσουν το λαό και τη νεολαία και γι’ αυτό υπερδιογκώνουν υποθέσεις που στη χειρότερη περίπτωση και με βάση τους αστικούς νόμους θα ήταν πλημμελειμματικού χαρακτήρα, και τις χαρακτηρίζουν τρομοκρατικές και σέρνουν σε τρομοδίκες νέα παιδιά και έχουν γεμίσει τις φυλακές με «αναρχικά και αντιεξουσιαστικά στοιχεία».
Αλλά αν η χούντα έπεσε γιατί αρνιόταν να ικανοποιήσει τα αιτήματα για «ψωμί. παιδεία, ελευθερία», δεν θα αργήσει η ώρα που οι νέοι «δικτάτορες των αγορών» θα τρέχουν να προλάβουν ελικόπτερα… στο δρόμο του Μπεν Αλί.

Πηγή: Θ.Κ.- “Νέα Προοπτική”

Με την ευκαιρία ας δούμε δυο σχετικά άρθρα από την εφημερίδα “Κόντρα”

  Δίκη για την υπόθεση ΣΠΦ
Στόχος η εξόντωση των πολιτικών αντιπάλων

Οσο και να προσπαθεί η αστική Δικαιοσύνη, δεν μπορεί να κρύψει το ταξικό της πρόσωπο. Αν αυτό ισχύει μια φορά για τις συνήθεις ποινικές δίκες, σχύει χίλιες για τις πολιτικές δίκες, στις οποίες κάθε φορά επιβεβαιώνεται το ρητό του γερμανού νομικού Χάινριχ Χανόφερ: «Στις πολιτικές δίκες στόχος είναι η ενσωμάτωση των φίλων και η εξόντωση των αντιπάλων».

Δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση η δίκη για την υπόθεση της «Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς», που βρίσκεται στον αέρα, καθώς το δικαστήριο και η πρόεδρος του αρνούνται να ικανοποιήσουν στοιχειώδη αιτήματα πων κατηγορούμενων και των δικηγόρων τους. Τρία ήταν αυτά τα αιτήματα. Πρώτο, να μη δένουν οι μπάτσοι με χειροπέδες τους κατηγορούμενους στα διαλείμματα της δίκης (ας σημειωθεί ότι αυτό δεν συνέβη ποτέ στις δίκες για τις υποθέσεις της 17Ν και του ΕΛΑ, στις οποίες οι κατηγορούμενοι στα διαλείμματα μπορούσαν να συζητούν με όποιον ήθελαν, έστω και από σχετική απόσταση  και με την παρουσία μπάτσων).
Δεύτερο, να μη φακελώνονται όσοι προσέρχονται να παρακολουθήσουν τη δίκη.
Τρίτο, να τηρηθούν μαγνητοφωνημένα πρακτικά.

Η πρόεδρος, μετά την αποφασιστική στάση των κατηγορούμενων, που αντέδρασαν όλοι και υπέβαλαν κοινά αιτήματα, συνεπικουρούμενοι από τους συνηγόρους τους, ανακοίνωσε αρχικά πως η είσοδος στο δικαστήριο θα γίνεται με απλή επίδειξη ταυτότητας, χωρίς να φωτοτυπούνται τα δελτία ούτε να κατασκευάζονται λίστες. Εξέφρασε, επίσης, και την προσωπική της επιθυμία να τηρούνται μαγνητοφωνημένα πρακτικά, ενώ διέταξε να μη δεσμεύονται με χειροπέδες οι κατηγορούμενοι όσο βρίσκονται στο δικαστήριο. Μετά τη διακοπή, όμως, και αφού προφανώς μεσολάβησαν τηλεφωνήματα «γραμμής», πήρε πίσω την αρχική της διάταξη και λες και απευθυνόταν σε ηλίθιους ανακοίνωσε ότι «δεν θα κρατούνται στοιχεία, αλλά οι ταυτότητες θα κρατούνται και θα επιστρέφονται στο τέλος».

Επικαλέστηκε, δε, το γνωστό παραμύθι ότι ο χώρος θεωρείται χώρος φυλακής και η παρακράτηση των ταυτοτήτων επιβάλλεται για λόγους ασφάλειας.
Ας τελειώσει, όμως, κάποτε αυτό το παραμύθι. Η φυλακή είναι δίπλα και είναι ερμητικά αποκλεισμένη από το χώρο της δικαστικής αίθουσας. Απλά, θέλουν να αποτρέπουν κόσμο από το να παρακολουθεί τις πολιτικές δίκες και να φακελώνουν κανονικότατα, «για μελλοντική χρήση», όσους θα προσέλθουν.

Οι κατηγορούμενοι αντέδρασαν έντονα και αποχώρησαν όλοι από τη δίκη, δηλώνοντας ότι θα αποσύρουν και τους συνηγόρους τους και ας κάνουν μια δίκη χωρίς κατηγορούμενους και με διορισμένους συνηγόρους. Η δίκη διακόπηκε για την ερχόμενη Δευτέρα, χωρίς να δοθεί απάντηση και στο αίτημα για την τήρηση μαγνητοφωνημένων πρακτικών. Το πιθανότερο είναι να φέρει η πρόεδρος από το εφετείο μια απάντηση που θα λέει ότι δεν υπάρχει υποδομή ή δεν υπάρχουν λεφτά (το ‘χουμε ξαναδεί το έργο).

Και αλήτες και ρουφιάνοι

Οσοι δεν είχαν άμεση ανάμιξη στη διάδοση της ρουφιάνικης είδησης για τη Γερμανίδα με τους γονείς «μέλη της ΡΑΦ» σπεύδουν να ασκήσουν κριτική στους συναδέλφους τους και να αναμασήσουν τα γνωστά περί δημοσιογραφικής δεοντολογίας, τήρησης αποστάσεων και τα παρόμοια. Ομως, η συγκεκριμένη υπόθεση, στην οποία τα παπαγαλάκια πιάστηκαν επ’ αυτοφόρω, δεν είναι παρά η κορυφή του παγόβουνου. Ρίχνοντας το ανάθεμα στους αστυνομικούς συντάκτες, που λειτουργούν ως προπαγανδιστικός βραχίονας της Ασφάλειας, προσπαθούν να διασώσουν το σύστημα.

Μήπως, όμως, είναι η πρώτη φορά που οι αστυνομικοί συντάκτες λειτουργούν έτσι; Θα ξεχάσουμε όλα όσα μετέδιδαν εκείνο το μαύρο καλοκαίρι του 2002, όταν συλλαμβάνονταν τα μέλη ή τα φερόμενα ως μέλη της 17Ν; Θα ξεχάσουμε την υπόδειξη και τη διαπόμπευση ανθρώπων που δεν είχαν την παραμικρή σχέση με την υπόθεση; Τη δημοσίευση κατασκευασμένων πληροφοριών για τους συλληφθέντες, αλλά και για μέλη των οικογενειών τους;
Πού ήταν τότε όλοι αυτοί που σήμερα παριστάνουν τους κήνσορες των συναδέλφων τους του αστυνομικού ρεπορτάζ και θυμούνται τη δεοντολογία; Δεν έπαιζαν και οι ίδιοι τότε στο παιχνίδι, μιας και το σύστημα χρησιμοποιούσε τη μέθοδο του μπαράζ κατακλύζοντας κάθε είδους ρεπορτάζ με «ειδήσεις» πάνω σ’ αυτό το θέμα;

Οι αστυνομικοί συντάκτες κάνουν βρόμικη δουλειά. Είναι επιφορτισμένοι με την αναπαραγωγή της προπαγάνδας της Ασφάλειας. Ολη μέρα με μπάτσους και ασφαλίτες νταραβερίζονται. Γι’ αυτό και στη συντριπτική τους πλειοψηφία έχουν αποκτήσει τη λογική του ρουφιάνου. Σκέφτονται σαν μπάτσοι. Πόσο καλύτεροι, όμως, είναι εκείνοι που παίρνουν γραμμή από το μέγαρο Μαξίμου και περνούν τη γραμμή της κυβέρνησης, εκείνοι που ζυμώνουν τις οικονομικές απόψεις της κυβέρνησης, εκείνοι που αναπαράγουν τις συκοφαντί¬ες ενάντια σε διάφορους κλάδους εργαζόμενων κ.λπ. κ.λπ.; Η διαφορά των πρώτων από τους δεύτερους είναι σαν τη διαφορά ανάμεσα σ’ έναν υπουργό και έναν μπάτσο. Οχι, λοιπόν, ν’ απαλλάξουμε ένα ολόκληρο σύστημα, δείχνοντας μόνο τους κραγμένους ρουφιάνους στο εσωτερικό του.

Και τι να πεις για τον Παπουτσή, που θυμήθηκε να ζητήσει η ενημέρωση να γίνεται «μόνο με επίσημο τρόπο» και «σε κάθε περίπτωση να είναι απόλυτος ο σεβασμός των δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας των πολιτών, όπως ορίζει ο νομικός μας πολιτισμός και το κράτος δικαίου»;
Στην προκειμένη περίπτωση την πάτησαν χοντρά, οπότε έπρεπε ο ένας να ρίξει το φταίξιμο στους άλλους. Τα παπαγαλάκια έριξαν το βάρος στην Αστυνομία και άρχισαν τις αυτοκριτικές και ο Παπουτσής έπρεπε να παρέμβει, παριστάνοντας τον αναμορφωτή και τον ιδιαίτερα ευαίσθητο στα ατομικά δικαιώματα. Δεν ξέρει -βλέπετε- πως δουλεύει το σύστημα με τα παπαγαλάκια, ούτε ξέρει ότι ακόμα και υπουργοί «μπριφάρουν» δημοσιογράφους. Ούτε άκουσε τίποτα για τις συσκέψεις διευθυντικών στελεχών, που οργάνωνε ο Χρυσοχοΐδης, προκειμένου να τους περάσει γραμμή για ζητήματα «τρομοκρατίας».

Για τον ρόλο των δημοσιοκάφρων και ιδιαίτερα του προέδρου του Π. Σόμπολου στην υπόθεση της Φ. Μάγιερ κάνει λόγο η Ματίνα Παπαχριστούδη στην στήλη της στον “Δρόμο της Αριστεράς”.

 Ο Πρόεδρος των δημοσιογράφων ζητά “συγνώμη” για να αθωώσει την κρατική ασφάλεια!

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο πρόεδρος της Ενωσης Συντακτών, αστυνομικός ρεπόρτερ στο Mega και στο ‘Εθνος, μεταδίδει, αναμεταδίδει, ανακοινώνει τα σενάρια της ασφάλειας. Αυτή είναι η δουλειά του, το απέδειξε πολλές φορές στο παρελθόν, ξεσηκώνοντας πολλάκις αντιδράσεις στο εσωτερικό του οργανωμένου δημοσιογραφικού κλάδου. Εξάλλου, το σύνθημα «αλήτες ρουφιάνοι δημοσιογράφοι» συνοδεύει -εδώ και πολύ καιρό- πλειάδα δημοσιογράφων και μένει -στα σοβαρά-αναπάντητο.

Αυτή τη φορά ο Πάνος Σόμπολος απάντησε. Με μια «συγγνώμη» στην ιστοσελίδα του διευθυντή ειδήσεων του Mega και αφού δυο μέρες πριν πέρασε από την πλειοψηφία του διοικητικού συμβουλίου της ΕΣΗΕΑ την άποψη ότι για το φιάσκο της μετάδοσης της ψεύτικης πληροφορίας, ότι η Φαίη Μάγιερ είναι κόρη καταζητούμενης της RAF, φταίει η αστυνομία.

Για «γκάφα ολκής» της αστυνομίας, κάνει λόγο η ΕΣΗΕΑ και επιρρίπτει ευθύνες στο υπουργείο για τη «διαρροή». Ουδεμία λεξούλα για την ευθύνη του προέδρου και των άλλων δημοσιογράφων που όχι μόνο δεν ήλεγξαν τη «διαρροή», όχι μόνο την υιοθέτησαν άκριτα αλλά την πασπάλισαν με όλα εκείνα τα αποκρουστικά υλικά του τηλεοπτικού και έντυπου διασκεδαστικού «λόγου» για να τη σερβίρουν πιο θεαματική και πιστευτή στο κοινό.

Η «ατυχία» του προέδρου αυτή τη φορά είναι ότι η μητέρα της Φ. Μάγιερ αφού ρεζίλεψε με τη δημόσια δήλωση της για την «ψεύτικη» πληροφορία, ασφάλεια και δημοσιογράφους, προειδοποίησε με αγωγές κατά του Mega που μετέδωσε πρώτο την «αποκλειστική» πληροφορία. Η «ατυχία» του Π. Σόμπολου όταν κατέρρευσε το κακοστημένο σενάριο, είναι ότι ήδη από το βράδυ του περάσμένου Σαββάτου τα γερμανικά  ΜΜΕ ξεφτίλισαν τους’Ελληνες  δημοσιογράφους κάνοντας  απλώς το αυτονόητο. Ήλεγξαν την πληροφορία και διαπίστωσαν  ότι δεν είναι η καταζητούμενη  Μπάρμπαρα Μάγιερ η μητέρα της  27χρονης και ότι πρόκειται για απλή συνωνυμία. Είμαι βέβαιη πως αν δεν υπήρχαν και τα δυο γεγονότα τα οποία λειτουργούν σωρευτικά και αυτή η «διαρροή», το «ψέμα», το κακοστημένο οενάριο θα αποσυρόταν πολύ γρήγορα, αθόρυβα οχεδόν.

Ο Π. Σόμπολος, όμως, «αναγκάστηκε» να δώσει εξηγήσεις. «Μια συγγνώμη και μια οφειλόμενη εξήγηση», τιτλοφορείται η παρέμβαση του.

Και τι κάνει στην πραγματικότητα; Ζητά ταπεινά συγγνώμη από τη μητέρα της 27χρονης (οι αγωγές που λέγαμε) και επιχειρεί να αθωώσει την κρατική ασφάλεια. Παραδέχεται, λοιπόν, χωρίς αιδώ πως μεταφέρει τις «ενημερώσεις» της αστυνομίας χωρίς διασταύρωση, χωρίς να κρατήσει καμία επιφύλαξη. Επιρρίπτει και πάλι ευθύνες, στο υπουργείο αυτή τη φορά γιατί δεν παραδέχθηκε το λάθος του «μελό σεναρίου» που μετέδωσε και γιατί δεν είπε πως ήταν «επίσημη» και όχι «άτυπη» ενημέρωση.

Ο πρόεδρος των δημοσιογράφων τα κάνει ακόμη χειρότερα όταν στο όνομα της ευθύνης του υπουργείου και της παραπλάνησης του, αθωώνει πλήρως την ασφάλεια λέγοντας πως «οι αστυνομικοί δεν είχαν δόλο, ό,τι έγινε έγινε από επιπολαιότητα και βιασύνη»! Τα προσχήματα της δημοσιογραφικής δεοντολογίας επιχείρησε να σώσει το Εποπτικό όργανο δεοντολογίας που χαρακτηρίζοντας «απαράδεκτο» το γεγονός αναφέρει και τον πρόεδρο της ΕΣΗΕΑ στους έχοντες ευθύνες.

0 απαντήσεις στο “Αστυνομικό κράτος για να αντιμετωπιστεί η κρίση;”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Current ye@r *