Κρίση, εξέγερση, στρατηγική

Ένα καλό κείμενο του Παναγιώτη Σωτήρη, που λάβαμε με email, από το διήμερο ΑΝΤΑΡΣΥΑ (25-26 Φεβρουαρίου). Εντάξει, έχει μερικά μειονεκτήματα (πχ δεν ασχολείται με τα προβλήματα του ΑΝΤΑΡΣΥΑ, κτλ), αλλά αξίζει μια ανάγνωση. Να δούμε και πώς θα τα κάνουμε όλα αυτά πράξη:

Κρίση, εξέγερση, στρατηγική

Η τρέχουσα καπιταλιστική κρίση έχει δείξει προ πολλού ότι δεν είναι απλώς μια κρίση στη σφαίρα της κυκλοφορίας ή του χρηματοπιστωτικού συστήματος, αλλά μια δομική καπιταλιστική κρίση, που αφορά όλες τις πλευρές της καπιταλιστικής παραγωγής και αναπαραγωγής. Η έξοδος από αυτή προϋποθέτει τη διατύπωση από τη μεριά των αστών ενός νέου κοινωνικού, οικονομικού και τεχνολογικού παραδείγματος, που ακόμη δεν έχει διατυπωθεί. Αυτό διαμορφώνει το υλικό υπόβαθρο μιας πραγματικής κρίσης στρατηγικής για τις αστικές τάξεις, όσο και εάν αναδιπλώνονται σε έναν παροξυσμό αντιλαϊκών μέτρων και μια «φυγή προς τα εμπρός».

Αυτό αποτυπώνεται στη συνολικότερη κρίση και μετάλλαξη του σχεδίου της Ευρωπαϊκής ενοποίησης. Η αρχιτεκτονική της ΟΝΕ και το κοινό νόμισμα μετατρέπεται πια σε ένα μηχανισμό που επιδεινώνει τις κρισιακές τάσεις, παροξύνει το πρόβλημα του χρέους, οδηγεί όχι πια σε αναδιάρθρωση αλλά σε κοινωνική αποδιάρθρωση. Η προτεινόμενη Γερμανογαλλική «Ευρωπαϊκή Οικονομική Διακυβέρνηση», απλώς θα οξύνει ακόμη περισσότερο αυτές τις αντιφάσεις.

Η κρίση της αστικής στρατηγικής συμπίπτει με την είσοδο σε έναν νέο ιστορικό κύκλο με κύριο χαρακτηριστικό την όξυνση των κοινωνικών και πολιτικών συγκρούσεων, έναν κύκλο που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε οριακά εξεγερσιακό. Αυτό το στοιχείο δεν αφορά μόνο τις κοσμοϊστορικές εξελίξεις στη Βόρεια Αφρική και τον Αραβικό κόσμο, με όλο το μήνυμα ελπίδας που στέλνει εκεί η αποφασιστικότητα, μαχητικότητα και επινοητικότητα των λαϊκών μαζών. Αφορά, προοπτικά, και σχηματισμούς όπως η Ελλάδα. Στην πραγματικότητα η ελληνική κοινωνία έχει μπει σε μια φάση όπου η κοινωνική αντιπαράθεση μπορεί να πάρει εξεγερσιακή μορφή. Και δεν μιλάμε μόνο για το Δεκέμβρη του 2008 που τρόμαξε τα αστικά επιτελεία. Όταν η ανυπακοή στα πανάκριβα διόδια και εισιτήρια από παραδειγματική χειρονομία γίνεται μαζική πρακτική, όταν αρκετές κλαδικές κινητοποιήσεις κλιμακώνονται γρήγορα προς την κατεύθυνση της απεργίας διαρκείας, όταν στρώματα όπως οι γιατροί προχωρούν σε καταλήψεις Υπουργείων και θεωρούν συμμάχους τους άλλους απεργούς, όταν στην Κερατέα διεξάγεται, εδώ και μήνες, ένας πραγματικός πόλεμος με τις δυνάμεις καταστολής, όταν αυθόρμητα στις διαδηλώσεις τα συνθήματα που παραπέμπουν σε άτακτη φυγή της κυβέρνησης έχουν μεγαλύτερη απήχηση από τα συγκεκριμένα αιτήματα των κλάδων, όταν προχτές στο Σύνταγμα χιλιάδες νέοι και εργαζόμενοι άντεξαν απέναντι σε αλλεπάλληλα κύματα επιθέσεων από την μεριά των συμμοριών της κρατικής αλητείας, γίνεται σαφές ότι έχουμε περάσει σε μια φάση κλιμάκωσης χωρίς προηγούμενο των κοινωνικών συγκρούσεων.

Ο συνδυασμός ανάμεσα στην βαθύτερη κρίση στρατηγικής που συμπυκνώνει η συγκυρία της οικονομικής, κρίσης, στην εξάντληση της όποιας ηγεμονικής απήχησης μπορεί να είχε ο «υπαρκτός νεοφιλελευθερισμός», και στην όξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων στο όριο ενός εξεγερσιακού κύκλου, συμπυκνώνει το υπαρκτό ενδεχόμενο μιας ηγεμονικής κρίσης για τις δυνάμεις του κεφαλαίου.

Στην Ελλάδα αυτό είναι ακόμη πιο έντονο, με την εμφανή εξάντληση του «αναπτυξιακού υποδείγματος» του ελληνικού καπιταλισμού, που είχε στηριχτεί στις εισροές από την ΕΕ, τη φτηνή μεταναστευτική εργασία και τις πολυεπίπεδες μορφές επιδότησης του κεφαλαίου. Η «δημιουργική καταστροφή» που επιλέγουν οι νεοφιλελεύθεροι εμπνευστές του μνημονίου και η απόπειρα σαρωτικής αλλαγής του συσχετισμού δύναμης προς όφελος του κεφαλαίου, απλώς επιταχύνει μια ευρύτερη πραγματική καταστροφή συλλογικών παραγωγικών δυνατοτήτων, αποκαρδιώνει μια ολόκληρη κοινωνία, συνιστά συνθήκη πραγματικής κοινωνικής παρακμής. Γι’ αυτό και το αστικό πολιτικό σύστημα, ανίκανο να προσφέρει οποιαδήποτε έστω και χαραμάδα «θετικής προοπτικής» αναδιπλώνεται στη λογική του «αυτόματου πιλότου» και της αναμονής, μήπως και αποφευχθεί η μοιραία κοινωνική και πολιτική έκρηξη. Η επένδυση στο ρατσισμό, την ξενοφοβία, τα πιο σκοτεινά και αυταρχικά νεοσυντηρητικά αντανακλαστικά δύσκολα μπορεί να αποτρέψει την όξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων.

Το ότι μπορούμε να συζητάμε σήμερα, με όρους οριακών πραγματικών ενδεχομένων και όχι απλώς «φαντασιακών προβολών» για την περίπτωση κατάρρευσης του κυβερνητικού κέντρου, ιδίως σε ένα ενδεχόμενο χρεοκοπίας ή σε ένα ενδεχόμενο ανεξέλεγκτης κοινωνικής και πολιτικής αντιπαράθεσης, ο τρόπος που τόσο τα ντόπια όσο και τα διεθνή κέντρα δείχνουν οριακά απλώς να προσπαθούν να «κερδίσουν χρόνο», ο κραδασμός που προκάλεσε το ενδεχόμενο μαζικής εκποίησης δημόσιου πλούτου, όλα αυτά αποτυπώνουν την αλλαγή ιστορικής φάσης.

Σε μια προηγούμενη περίοδο η ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού ήταν αδιαμφισβήτητη και τα κοινωνικά κινήματα μπορούσαν απλώς να ελπίζουν στο να υψώσουν αναχώματα, να καθυστερήσουν αναδιαρθρώσεις, ή να συντηρήσουν την εμπιστοσύνη στη συλλογική διεκδίκηση. Σήμερα, όμως, τα πράγματα αλλάζουν, αναπροσαρμόζονται οι όροι της ηγεμονίας και τίθεται το ερώτημα της εξουσίας. Ο λαϊκός παράγοντας, το εργατικό κίνημα και η πολιτική Αριστερά έχουν τη δυνατότητα να παρέμβουν καταλυτικά, να τροποποιήσουν το συσχετισμό δύναμης, και να θέσουν με πραγματικούς όρους το ζήτημα της εξουσίας μιας αντικαπιταλιστικής λαϊκής κοινωνικής συμμαχίας, μετασχηματίζοντας τις εξεγερσιακές τάσεις σε δυναμική πολιτικής ανατροπής. Διαφορετικά, οι αστικές δυνάμεις έχουν τη δυνατότητα, πατώντας πάνω στην αποκαρδίωση, την αποθάρρυνση, την εξατομίκευση θα δοκιμάσουν να εμπεδώσουν συνθήκη ακόμη πιο αντιδραστική, συνθήκη αυταρχική, μεταηγεμονική και μεταδημοκρατική, συνθήκη κοινωνικής βαρβαρότητας.

Όμως, η εξέγερση είναι μια τέχνη. Η φράση αυτή του Ένγκελς, την οποία επαναλάμβανε ο Λένιν συχνά, αποτυπώνει ακριβώς την πρόκληση μπροστά μας. Το να περάσουμε από τη νικηφόρα αντίσταση στην ανατροπή βάζει συγκεκριμένες απαιτήσεις.

Πρώτον, πρέπει να παγιωθεί, ενισχυθεί, διευρυνθεί η τάση που υπάρχει σήμερα για την κλιμάκωση των αγώνων, τον πειραματισμό με πρωτότυπες μορφές αγώνα, τον επαναπροσδιορισμό της απεργίας και της κινητοποίησης ως πραγματικό «σταμάτημα της μηχανής», το πέρασμα στη γενικευμένη ανυπακοή. Άλλωστε, πολιτική ανατροπή χωρίς μαζικό, συγκροτημένο και πολιτικά επικίνδυνο κοινωνικό κίνημα δεν υπάρχει. Μια τέτοια κλιμάκωση και πολιτικοποίηση του κινήματος είναι που μπορεί να πετύχει και στόχους όπως η ανατροπή της κυβέρνησης. Αυτό απαιτεί μια νέα δημοκρατία – αλλά και πειθαρχία… – του αγώνα, την κουλτούρα του συντονισμού και της αλληλεγγύης, τη ρήξη με τον υποταγμένο συνδικαλισμό, την υπέρβαση των παραδοσιακών διαχωρισμών ανάμεσα σε συνδικαλιστική διεκδίκηση, πολιτική διαμαρτυρία, πρωτοβουλία αλληλεγγύης. Να βρεθούν μαζί τα κινήματα «δεν πληρώνω» και τα συνδικάτα των μεταφορών και να καταργήσουν στην πράξη τα ακριβά εισιτήρια. Να κάνουν κινητοποιήσεις μαζί γονείς μαθητές και εκπαιδευτικοί για τις συγχωνεύσεις. Να κάνουν μαζί καταλήψεις φοιτητές, πανεπιστημιακοί και διοικητικοί. Να δείξουμε εμπιστοσύνη στην ίδια την επινοητικότητα των μαζών και το πολιτικό αντανακλαστικό τους. Να συνδυάσουμε την προσπάθεια για συνεχείς κλιμακώσεις με την πραγματικότητα ενός «παρατεταμένου λαϊκού πολέμου». Να γενικευτούν οι μορφές του συντονισμού από τα κάτω, οι συντονισμοί των σωματείων, των τοπικών κινημάτων, των κινημάτων ανυπακοής, να περάσουμε στον αναγκαίο «συντονισμό των συντονισμό» ως βήμα για την ανασύνθεση του κοινωνικού υποκειμένου, της σύγχρονης αντικαπιταλιστικής λαϊκής συμμαχίας, του πραγματικού κοινωνικού «αντίπαλου δέους».

Δεύτερον, χρειάζεται όλο αυτό να επικεντρωθεί στον πολιτικό στόχο της ανατροπής του «καθεστώτος Παπανδρέου». Είναι ένας στόχος πολιτικός που συμπυκνώνει την πλήρη ταύτιση του κυβερνητικού κέντρου με την πολιτική του Μνημονίου και ταυτόχρονα εκφράζει την βασική κεντρική μας στόχευση: Να υπάρξει πολιτική τομή, σφραγισμένη από την καταλυτική παρουσία του λαϊκού παράγοντα. Το να πέσει κυβέρνηση υπό το βάρος των λαϊκών αντιδράσεων μπορεί να πυροδοτήσει απρόβλεπτες εξελίξεις.

Τρίτον, χρειάζεται να επιμείνουμε στην ανάγκη προβολή εκείνων των στόχων που σήμερα ορίζουν με τρόπο απτό και συγκεκριμένο τη ρήξη με την κυρίαρχη πολιτική και ορίζουν τη δυνατότητα εργατικής απάντησης στην κρίση. Παύση πληρωμών και διαγραφή του χρέους. Ρήξη με ΟΝΕ, έξοδος από το ευρώ, έξοδος από την ΕΕ. Εθνικοποίηση των τραπεζών και των μεγάλων επιχειρήσεων. Ριζική αναδιανομή εισοδήματος. Το απλό «όχι στο Μνημόνιο» ή το απλό «όχι στα μέτρα» δεν μπορεί να εμπνεύσει σήμερα, αντίθετα, απαιτούνται στόχοι που να λένε, με τρόπο απτό, ότι «τα πράγματα μπορούν να πάνε αλλιώς», στόχοι που να κάνουν σαφές τι σημαίνει για εμάς ανατροπής πολιτικής και τροποποίηση του συσχετισμού δύναμης.

Τέταρτον, οποιαδήποτε συζήτηση για τη ριζική αλλαγή πολιτικής σε φιλολαϊκή κατεύθυνση, δεν μπορεί παρά να στέκεται και στην επαναδιατύπωση του στόχου του σοσιαλισμού του 21ου αιώνα και της σύγχρονης κομμουνιστικής προοπτικής. Σε ρήξη με τον παραγωγισμό, τον κρατισμό και τον οικονομισμό του ιστορικού αριστερού κινήματος. Με αφετηρία την αποδέσμευση από τη διεθνοποίηση του κεφαλαίου και μια ταξική διεθνιστική επανοικειοποίηση της έννοιας της εθνικής κυριαρχίας. Με βασικό πρόταγμα τη δυνατότητα πραγματικής κοινωνικής ανάπτυξης, έξω και πέρα από το φαύλο κύκλο καταναλωτισμός – εξάντληση παραγωγικών πόρων – καταστροφή του περιβάλλοντος. Με έμπνευση από τα χνάρια του κομμουνισμού στο σήμερα, όλες τις μορφές αποδέσμευσης από τον εξαναγκασμό της αγοράς, κοινωνικής αλληλεγγύης, συλλογικής επανιδιοποίησης χώρων και αγαθών, το «δίκαιο εμπόριο», την παραγωγή ελεύθερου λογισμικού και πνευματικών αγαθών χωρίς δικαιώματα, τις ψηφιακές κοινότητες και δικτυώσεις μιας νέας αναδυόμενης δημόσιας σφαίρας.

Πέμπτον, η συζήτηση για την επαναστατική στρατηγική πρέπει να ανοίξει ξανά, μια συζήτηση που στην πραγματικότητα έχει σταματήσει στη δεκαετία του 1970 και στην οποία δεν συνεισφέρουν αυταπάτες για το πώς «θα αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να πάρουμε την εξουσία». Όταν συζητάμε το ενδεχόμενο πτώσης κυβέρνησης, χωρίς «έτοιμη» διάδοχη αστική λύση, ακόμη και για την ελληνική περίπτωση, είναι σαφές ότι το ερώτημα δεν είναι ακαδημαϊκό. Το ερώτημα για το πώς γίνεται το πέρασμα από τη λαϊκή εξέγερση στην αμφισβήτηση και διεκδίκηση της πολιτικής εξουσίας αποτελεί σήμερα υλική πρόκληση, όπως δείχνουν και οι εξελίξεις στον Αραβικό κόσμο. Ερωτήματα για τη σχέση ανάμεσα σε κινήματα και αριστερή κυβερνητική εξουσία ή ζητήματα όπως το τι σημαίνει σήμερα το τσάκισμα των κατασταλτικών μηχανισμών αποκτούν διαφορετική επικαιρότητα. Σε πείσμα μεταρρυθμιστικών αυταπατών, να επιμείνουμε στην κομβικότητα της επαναστατικής ρήξης και τομής αλλά και ταυτόχρονα να υπερβούμε και τον ιδεότυπο μιας «εφόδου στα χειμερινά ανάκτορα» επιμένοντας στη συνθετότητα, την περιπλοκότητα και την αντιφατικότητα που θα είχε σήμερα μια διαδικασία επαναστατικής μετάβασης.

Έκτον, όλα τα παραπάνω απαιτούν τομές και ανακατατάξεις μέσα στην Αριστερά. Να το πούμε απλά: όσο αναγκαία είναι σήμερα η κοινή δράση, η αγωνιστική ενότητα, η συμπόρευση μέσα στο κίνημα, άλλο τόσο ατελέσφορο είναι να πιστεύουμε ότι η λύση είναι η απλή ενότητα ή συμπαράταξη της Αριστεράς. Ακόμη περισσότερο, όσο ισχύει ότι κανείς δεν περισσεύει σήμερα, άλλο τόσο ισχύει ότι υπάρχουν απόψεις πρακτικές και κατευθύνσεις που πρέπει να ξεπεραστούν. Σήμερα ο καταναγκαστικός φιλοευρωπαϊσμός της ηγεσίας του ΣΥΝ, η αναγόρευση του ευρω-φεντεραλισμού, του ευρώ και του ευρωομόλογου σε «άρθρο πίστης», είναι αντικειμενικά εχθρική προς οποιαδήποτε πραγματικά φιλολαϊκή πολιτική διέξοδο. Αντίστοιχα, η εγκεφαλική σύλληψη της επαναστατικής προοπτικής από την ηγεσία του ΚΚΕ, η λογική ότι πρώτα οικοδομούμε το κομματικό κάστρο, εκκαθαρίζοντας όποιον στέκεται εμπόδιο και μετά προχωράμε «με αυταπάρνηση και αυτοθυσία» στην πάλη για το σοσιαλισμό, σήμερα διασπά τις λαϊκές δυνάμεις, είναι επικίνδυνη γιατί αντικειμενικά ενισχύει τις αστικές δυνάμεις και πρέπει να ηττηθεί. Αντίθετα, σήμερα υπάρχει η δυνατότητα ευρύτερες δυνάμεις να βρεθούν σε μια διαδικασία ανασύνθεσης εκείνης της Αριστεράς που θα μπορούσε πραγματικά να ηγηθεί της λαϊκής εξέγερσης. Στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ δείχνουμε έμπρακτα ότι μπορούμε να κάνουμε το πέρασμα από τον αντικαπιταλιστικό βερμπαλισμό, στη συγκεκριμένη επεξεργασία μιας σύγχρονης αριστερής στρατηγικής. Έχουν αναμφίβολο ενδιαφέρον οι φωνές μέσα στο ΣΥΝ που αμφισβητούν τον πυρήνα του ευρωπαϊσμού και του κυβερνητισμού. Είναι σημαντικό που κομμάτια του ΣΥΡΙΖΑ αντιλαμβάνονται τα όρια που είχε αυτό το εγχείρημα που έκλεισε οριστικά τον κύκλο του. Γεννούν ελπίδα τα σκιρτήματα αμφισβήτησης της κομματικής γραμμής μέσα στο ΚΚΕ. Ξέρουμε ότι μέσα από τα κινήματα βγαίνουν στο προσκήνιο νέες πρωτοπορίες και μια φρέσκια πολιτικοποίηση. Όμως, διαμορφώνουν τη δυνατότητα ενός πρωτότυπου ιστορικά αριστερού μετώπου σε αντικαπιταλιστική και ανατρεπτική κατεύθυνση. Όμως, όλα αυτά απαιτούν τόλμη και πραγματικές πολιτικές, ιδεολογικές και οργανωτικές ρήξεις μέσα στο σημερινό τοπίο της Αριστεράς. Εμείς στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, την τόλμη μας τη δείχνουμε στην ίδια την αυτοϋπέρβασης που σηματοδοτεί το πέρασμα από τη μέτωπο οργανώσεων στο δημοκρατικό μέτωπο, που θα στηρίζεται στην πλήρη δημοκρατία, στην «ΑΝΤΑΡΣΥΑ των συντρόφων», και σε νέες πολιτικές συνθέσεις, αλλά και από τη στράτευσή μας σε μια ευρύτερη ανασύγκρότηση της αντικαπιταλιστικής αριστεράς που απαιτούν οι καιροί. Από άλλα κομμάτια περιμένουμε, αν μη τι άλλο, ανάλογη τόλμη.

Έβδομον και τελευταίο αλλά όχι έσχατο, μέσα σε όλες αυτές τις διεργασίες η διαμόρφωση μιας σύγχρονης κομμουνιστικής πρωτοπορίας, δεν είναι πολυτέλεια, αλλά αναγκαία συνθήκη, μέσα στο αναγκαστικά αντιφατικό τοπίο της ανασύνθεσης μιας επαρκούς πολιτικής αριστεράς. Μόνο που αυτό απαιτεί οι δυνάμεις που αναφέρονται στην επαναστατική ανανέωση της κομμουνιστικής στρατηγικής, που αντιμετωπίζουν κριτικά και αυτοκριτικά την ήττα του ιστορικού κομμουνιστικού κινήματος, που δοκιμάζουν το ξαναδιάβασμα του επαναστατικού μαρξισμού, που διεκδικούν ένα νέο εργατικό διαφωτισμό, να τολμήσουν την υπέρβαση του σημερινού κατακερματισμού τους, για να μπορούν αυτές οι διεργασίες να έχουν πολιτικό νεύρο και σημείο αναφοράς.

Σε κάθε περίπτωση, η ιστορία δείχνει, με χαρακτηριστική ξεροκεφαλιά, να κινείται με τους δικούς της ρυθμούς και να μην περιμένει πότε εμείς θα κάνουμε τις αναγκαίες τομές με τα δικά μας όρια και αντιφάσεις. Εάν θέλουμε να κάνουμε το πέρασμα από την Αριστερά της ήττας στην Αριστερά της νικηφόρα εξέγερσης, πρέπει, μάλλον, να τολμήσουμε και να βιαστούμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *