Στεγαστική “φούσκα” και στην Ελλάδα (+ μερικές σκέψεις του “ξεπερασμένου” Μαρξ)

Σπίτια υπάρχουν, άστεγοι υπάρχουν (και θα υπάρξουν κι άλλοι τα επόμενα χρόνια λόγω φτωχοποίησης του λαού), αλλά τρόπος για να στεγαστούν όλοι δε φαίνεται να υπάρχει. Τι περίεργο – ποιος θα το φανταζόταν ότι φτωχαίνοντας διαρκώς τους εργάτες, μετά αυτοί δε θα μπορούν να αγοράζουν όπως πριν…

Από την “Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία”, για τη λεγόμενη “φούσκα στο στεγαστικό” στην Ελλάδα:

Πώς «χτίστηκε» η φούσκα στην κτηματαγορά
ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ 14 ΧΡΟΝΙΑ ΑΝΕΓΕΡΘΗΣΑΝ 1,5 ΕΚΑΤ. ΚΑΤΟΙΚΙΕΣ – ΣΗΜΕΡΑ ΠΑΝΩ ΑΠΟ 200.000 ΣΠΙΤΙΑ ΠΑΡΑΜΕΝΟΥΝ ΑΠΟΥΛΗΤΑ

ΧΤΙΣΑΜΕ 1.500.000 κατοικίες συνολικής επιφάνειας… 185 εκατομμυρίων τετραγωνικών μέτρων τα τελευταία 14 χρόνια.

Το… στοκ των διαθέσιμων κατοικιών ξεπέρασε τα επτά εκατομμύρια, σε μια χώρα με δημογραφικό πρόβλημα και συνολικό πληθυσμό όχι μεγαλύτερο των 11,3 εκατομμυρίων κατοίκων. Πάνω από 200.000 κατοικίες παραμένουν στα αζήτητα και πιέζουν τις τιμές προς τα κάτω, ενώ οι κατασκευαστές βύθισαν την οικοδομική δραστηριότητα στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων δύο δεκαετιών -ρίχνοντας στην ανεργία δεκάδες χιλιάδες Ελληνες- σε μια προσπάθεια να σηκώσουν ανάχωμα στην πτώση των τιμών. Ηδη, σε πολλές περιοχές οι τιμές έχουν υποχωρήσει σε ποσοστό κοντά στο 20% ενώ τα πράγματα θα γίνουν ακόμη χειρότερα αν συνεχιστεί η… παγωνιά στη στεγαστική πίστη και η ύφεση στην ελληνική οικονομία. Ιδια εικόνα και στο χώρο της επαγγελματικής στέγης

Στο κέντρο της Αθήνας ένα στα πέντε μαγαζιά είναι πλέον κενό, ενώ συνολικά για τους εμπορικούς δρόμους ο σχετικός δείκτης διαμορφώνεται στο 10%. Η έννοια του «αέρα» έχει σχεδόν εκλείψει από την αγορά.

Οι μικρές κατασκευαστικές επιχειρήσεις είναι περισσότερο ευέλικτες και δεν είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένες στον τραπεζικό δανεισμό. Αν τα προς πώληση ακίνητα βρίσκονταν στα χέρια μεγάλων κατασκευαστικών επιχειρήσεων αυτοί θα αναγκάζονταν να πουλήσουν υπό την πίεση των χρεών. Μάλιστα με το νέο φορολογικό νόμο οι μικροί κατασκευαστές θα πάρουν βαθιά ανάσα ρευστότητας, καθώς δεν θα υποχρεωθούν να πληρώσουν τον ΦΠΑ για τα ακίνητα που τους έχουν απομείνει σε στοκ.

Βέβαια, όσο παρατείνεται η κρίση τόσο αναμένεται να αυξηθούν οι πιέσεις στις τιμές. Πολλοί κατασκευαστές έχουν συντηρηθεί μέχρι τώρα χάρη στα υπερκέρδη των τελευταίων ετών. Κάποια στιγμή, όμως, τα αποθέματα κερδών στερεύουν. Επίσης, η πτώση στις τιμές των ακινήτων έχει συγκρατηθεί και εξαιτίας του γεγονότος ότι οι Ελληνες δεν πωλούν οικόπεδα πιστεύοντας το ρηθέν «κανείς δεν έχασε αγοράζοντας γη». Η συγκεκριμένη πεποίθηση των Ελλήνων έχει συγκρατήσει τις τιμές των οικοπέδων σε υψηλά επίπεδα.

Ας θυμηθούμε τώρα και ένα σχετικό απόσπασμα από το “ξεπερασμένο” έργο του Κ. Μαρξ “Το Κεφάλαιο”, όπου ως γνωστόν αραδιάζει τα γνωστά “ακαταλαβίστικα ψέματα” των κομμουνιστών, όπως πχ αυτό εδώ (περιμπιπτόντως, η αλήθεια είναι ότι η μετάφραση είναι λίγο πεπαλαιωμένη πλέον αυτά τα “προτσές”, κτλ θα ήθελαν μια νέα μετάφραση – τέλος πάντων):

Κατά τα λιγότερο ανεπτυγμένα στάδια της καπιταλιστικής παραγωγής, οι επιχειρήσεις που απαιτούν μια μακρά περίοδο εργασίας, και ως εκ τούτου μια μεγάλη επένδυση κεφαλαίων για μεγάλο χρονικό διάστημα, – ιδίως όταν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά μόνο σε μεγάλη κλίμακα – είτε δεν πραγματοποιούνται καθόλου κεφαλαιοκρατικά, όπως είναι η κατασκευή οδών, καναλιών, κλπ , που γίνονται με έξοδα των δήμων, των κοινοτήτων και του κράτους (σε παλαιότερες εποχές συνήθως με καταναγκαστική εργασία, σε ότι αφορά την απαιτούμενη εργατική δύναμη). Είτε, όταν πρόκειται για προϊόντα των οποίων η παραγωγή απαιτεί σχετικά μακρά περίοδο εργασίας, παράγονται μόνο κατά ένα ελάχιστο μέρος από την περιουσία του ίδιου του κεφαλαιοκράτη.

Για παράδειγμα, κατά την ανέγερση κατοικιών, ο ιδιώτης για τον οποίο χτίζεται πληρώνει μια σειρά τμηματικών προκαταβολών προς τον εργολάβο. Συνεπώς πληρώνει για το σπίτι τμηματικά, στο μέτρο που προχωρεί το πρότσες παραγωγής του.

Αλλά στην προηγμένη καπιταλιστική εποχή, όπου από τη μία πλευρά τεράστια κεφάλαια συγκεντρώνονται στα χέρια μεμονωμένων ατόμων, και από την άλλη εμφανίζεται δίπλα-δίπλα με τον ατομικό κεφαλαιοκράτη και ο συνεταιρισμένος κεφαλαιοκράτης (μετοχικές εταιρίες) και όπου ταυτόχρονα έχει αναπτυχθεί το πιστωτικό σύστημα, ένας καπιταλιστής εργολάβος οικοδομών μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις χτίζει ακόμα επί παραγγελία για ατομικούς ιδιώτες. Η επιχείρησή του είναι στις μέρες μας να οικοδομήσει σειρές ολόκληρες σπιτιών ή και ολόκληρων τμημάτων πόλεων για την αγορά, ακριβώς όπως είναι η επιχείρηση άλλων ατομικών καπιταλιστών η κατασκευή επί συμβάσει των σιδηροδρόμων.

Την ανατροπή που έφερε η καπιταλιστική παραγωγή στην κατασκευή των κατοικιών στο Λονδίνο τη μαθαίνουμε από τη μαρτυρία ενός οικοδόμου ενώπιον της επιτροπής τραπεζικών του 1857. Όταν ήταν νέος, είπε, τα σπίτια γενικά κατασκευάζονταν κατόπιν παραγγελίας, και οι πληρωμές γίνονται σε δόσεις προς τον εργολάβο, κάθε φορά που ολοκληρώνονταν ορισμένες φάσεις της οικοδομής. Πολύ λίγα έχτιζαν για λόγους κερδοσκοπίας. Οι εργολάβοι έχτιζαν κυρίως μόνο και μόνο για να κρατήσουν τους εργάτες τους σε συνεχή απασχόληση και έτσι να τους κρατούν. Κατά τα τελευταία σαράντα χρόνια όλα αυτά έχουν αλλάξει. Πολύ λίγα είναι πλέον τα σπίτια που χτίζονται επί παραγγελία. Όποιος θέλει ένα νέο σπίτι επιλέγει έναν μεταξύ αυτών που χτίστηκαν ή χτίζονται για λόγους κερδοσκοπίας. Ο εργολάβος δεν εργάζεται πλέον για τους πελάτες αλλά και για την αγορά. Όπως κάθε άλλος βιομήχανος είναι και αυτός αναγκασμένος να έχουν έτοιμα τα είδη στην αγορά.

Ενώ παλιότερα ένας εργολάβος είχε ίσως ταυτόχρονα τρία ή τέσσερα κτίρια υπό κατασκευή για λόγους κερδοσκοπίας, τώρα είναι υποχρεωμένος να αγοράσει ένα εκτεταμένο οικόπεδο (δηλαδή για να εκφραστούμε όπως εκφράζονται στην ηπειρωτική Ευρώπη να το νοικιάσει κατά κανόνα για 99 χρόνια), να χτίσει 100 – 200 σπίτια σε αυτό, και ως εκ τούτου ξεκινήσει μια επιχείρηση η οποία υπερβαίνει τους πόρους του 20-50 φορές. Τα κεφάλαια τα προμηθεύεται ο εργολάβος μέσω υποθήκευσης και τα χρήματα τίθενται στη διάθεση του στο μέτρο που προχωρά η οικοδόμηση των διάφορων σπιτιών. Αν στο μεταξύ ξεσπάσει μια κρίση και διακοπεί η καταβολή των δόσεων της προκαταβολής, το σύνολο της επιχείρησης καταρρέει γενικά. Στην καλύτερη περίπτωση, τα σπίτια παραμένουν ημιτελή μέχρι να έρθουν καλύτερες μέρες. Στη χειρότερη περίπτωση πωλούνται σε δημοπρασία μισοτιμής. Χωρίς να χτίζει για λόγους κερδοσκοπίας, και σε μεγάλη κλίμακα μάλιστα, κανείς εργολάβος δε μπορεί να προκόψει σήμερα. Το κέρδος από το ίδιο το χτίσιμο είναι εξαιρετικά μικρό. Το κύριο κέρδος του προέρχεται από την ύψωση της γαιοπροσόδου, στην επιτήδεια επιλογή και χρησιμοποίηση του οικοπέδου. Είναι με αυτή τη μέθοδο της κερδοσκοπίας πάνω στην πρόβλεψη της ζητήσεως για τα σπίτια που έχουν χτιστεί σχεδόν το σύνολο των επαρχιών Belgravia και Tyburnia, καθώς και οι αμέτρητες χιλιάδες βίλες γύρου του Λονδίνου. (Η παρέμβαση συντομεύτηκε από την Report of the Select Committee on Bank Acts, Part I, 1857, Evidence, Questions 5413-18; 5435-36.)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *