Ο Καπιταλισμός ως παγκόσμιο σύστημα (μέρος Δ)

Συνέχεια του αφιερώματος μας – η πηγή μπορεί να βρεθεί εδώ:

Η φυσιολογική εξέλιξη των προτωπόρων βιομηχανιών –η αργή ρευστοποίηση-διάλυση των οιωνεί-μονοπωλίων- είναι αυτή που εξηγεί τους κυκλικούς ρυθμούς της παγκόσμιας οικονομίας. Μια βασική πρωτοπόρα βιομηχανία θα είναι αρχικά και το βασικό κίνητρο για την επέκταση της παγκόσμιας οικονομίας, και θα καταλήξει σε αξιοσημείωτη συσσώρευση κεφαλαίου. Αλλά επίσης οδηγεί και σε επέκταση της απασχόλησης στην παγκόσμια οικονομία, σε υψηλότερους μισθούς και σε μια γενική αίσθηση σχετικής ευημερίας. Καθόσον όλο και περισσότερες εταιρίες θα μπαίνουν στην αγορά του πρώην μονοπωλίου, θα εμφανιστεί «υπερπαραγωγή» (δηλαδή, πολύ περισσότερη παραγωγή απο την πραγματική ζήτηση σε ένα δεδομένο χρόνο) και κατα συνέπεια αυξημένος ανταγωνισμός στις τιμές (εξαιτίας της συμπίεσης της ζήτησης), μειώνοντας έτσι τα ποσοστά κέρδους. Σε κάποιο σημείο συσσωρεύονται απούλητα προϊόντα με αποτέλεσμα την μείωση της παραγωγής.

Όταν αυτό συμβαίνει, βλέπουμε μια αναστροφή της κυκλικής καμπύλης της παγκόσμιας οικονομίας. Μιλάμε τότε για στασιμότητα ή για ύφεση της παγκόσμιας οικονομίας. Τα ποσοστά της ανεργίας αυξάνονται σε όλον τον κόσμο. Οι παραγωγοί αναζητούν τρόπους να μειώσουν το κόστος για να κρατήσουν το μερίδιό τους στην παγκόσμια αγορά. Ένας απο τους μηχανισμούς είναι η μετεγκατάσταση των διαδικασιών παραγωγής σε ζώνες που έχουν ιστορικά χαμηλότερους μισθούς, δηλαδή σε ημιπεριφερειακές χώρες. Αυτή η κίνηση ασκεί πίεση στο ύψος των μισθών καί σε αυτές τις διαδικασίες που παραμένουν στις ζώνες του πυρήνα, και οι μισθοί τείνουν να μειώνονται καί εκεί. Η ενεργή ζήτηση η οποία πρίν ήταν χαμηλή λόγω της υπερπαραγωγής, τώρα χαμηλώνει ακόμη περισσότερο λόγω της μείωσης του εισοδήματος των καταναλωτών. Σε μια τέτοια συνθήκη δεν είναι απαραίτητα όλοι οι παραγωγοί που χάνουν. Υπάρχει προφανώς άκρως αυξημένος ανταγωνισμός ανάμεσα στις εταιρίες του διαλυμένου ολιγοπώλιου που τώρα μπαίνουν σε αυτές τις πρακτικές της μείωσης του κόστους παραγωγής. Παλεύουν η μιά την άλλη αλύπητα, συνήθως και με την βοήθεια των μηχανισμών των κρατών τους. Κάποια κράτη και κάποιοι παραγωγοί επιτυγχάνουν στο να «εξάγουν ανεργία» απο ένα κράτος του πυρήνα σε κάποιο άλλο. Συστημικά υπάρχει συρρίκνωση, αλλά συγκεκριμένα κράτη του πυρήνα και κυρίως συγκεκριμένα ημιπεριφερειακά κράτη δείχνουν να τα πηγαίνουν αρκετά καλά.

Η διαδικασία που περιγράφουμε –επέκταση της παγκόσμιας οικονομίας όταν υπάρχουν οιωνεί-μονοπωλιακές πρωτοπόρες βιομηχανίες, και συρρίκνωση της παγκόσμιας οικονομίας όταν υπάρχει ύφεση της έντασης του οιωνεί-μονοπωλίου- μπορεί να σχεδιαστεί σαν μια άνω και κάτω καμπύλη της λεγόμενης Α (επέκταση) και Β (στασιμότητα) φάσης. Ένας κύκλος που αποτελείται απο μια Α φάση η οποία ακολουθείται απο μια Β φάση, αναφέρεται μερικές φορές ως ο κύκλος του Kondratieff, προς τιμή του οικονομολόγου που περιέγραψε με σαφήνεια αυτό το φαινόμενο στις αρχές του 20ου αιώνα. Οι κύκλοι του Kondratieff έως τώρα διαρκούν κάπου στα πενήντα με εξήντα χρόνια σε μάκρος. Η ακριβής διάρκειά τους εξαρτάται απο τα πολιτικά μέτρα που παίρνουν τα κράτη για να αποτρέψουν την φάση Β, και ειδικά απο τα μέτρα που παίρνονται για την ανάκαμψη απο την φάση Β στην βάση νέων προτοπόρων βιομηχανιών που μπορούν να πυροδοτήσουν μια νέα φάση Α.

Όταν ολοκληρώνεται ένας κύκλος Kondratieff, ποτέ δεν επιστρέφει η κατάσταση που υπήρχε στην αρχή του κύκλου. Αυτό συμβαίνει γιατί ό,τι γίνεται στην φάση Β με σκοπό την μετάβαση ξανά σε μια φάση Α, αλλάζει σε σημαντικό βαθμό τις παραμέτρους του παγκόσμιου συστήματος. Οι αλλαγές που λύνουν το άμεσο (ή βραχυπρόθεσμο) πρόβλημα της ανεπαρκούς επέκτασης της παγκόσμιας οικονομίας (ένα ουσιαστικό στοιχείο για την διατήρηση της δυνατότητας για ασταμάτητη συσσώρευση κεφαλαίου) μπορεί μεν να επαναφέρουν μια μεσοπρόθεσμη ισορροπία αλλά δημιουργούν προβλήματα στην δομή, μακροπρόθεσμα. Το αποτέλεσμα είναι αυτό που ονομάζουμε μια αιωνόβια τάση (secular trend). Μια αιωνόβια τάση μπορεί να γίνει αντιληπτή ως μια καμπύλη της οποίας η τετμημένη (ή ο άξονας x) καταγράφει το χρόνο και η τεταγμένη (ή ο άξονας y) μετράει ένα φαινόμενο με το ποσοστό που έχει ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό μέσα σε μια ομάδα με πολλά άλλα χαρακτηριστικά. Αν μέσα στο χρόνο το ποσοστό κινείται ανοδικά με ένα συνολικά γραμμικό τρόπο, σημαίνει εξορισμού (αφού η τεταγμένη είναι σε ποσοστά) ότι σε κάποιο σημείο δεν θα μπορεί να συνεχίσει να κινείται έτσι. Αυτό το ονομάζουμε το φτάσιμο του ασύμπτωτου (reaching the asymptote), ή αλλιώς το σημείο του 100%. Κανένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό δεν μπορεί να υπερβεί το 100% μιας ομάδας χαρακτηριστικών. Αυτό σημαίνει πως όσο λύνουμε τα μεσοπρόθεσμα προβλήματα με το ανεβαίνουμε προς τα πάνω στην καμπύλη, όλο και πλησιάζουμε στο μακροπρόθεσμο πρόβλημα της προσέγγισης του ασύμπτωτου.

Ας δώσουμε ένα παράδειγμα για να δούμε πώς δουλεύει το ασύμπτωτο στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία. Ένα απο τα προβλήματα που είδαμε στους κύκλους Kondratieff ήταν οτι σε ένα ορισμένο σημείο οι βασικές διαδικασίες παραγωγής γίνονται λιγότερο επικερδείς και αυτές οι διαδικασίες αρχίζουν να μετακινούνται για να μειώσουν τα κόστη παραγωγής. Εντωμεταξύ εμφανίζεται αυξημένη ανεργία στις χώρες του πυρήνα κι αυτό επηρρεάζει την παγκόσμια ενεργή ζήτηση. Μπορεί συγκεκριμένες εταιρίες να μειώνουν τα κόστη τους αλλά το σύνολο των εταιριών βρίσκει δυσκολία στο να αποκτήσει ικανό αριθμό πελατών-καταναλωτών. Ένας τρόπος για να αποκατασταθεί ένα ικανοποιητικό επίπεδο ενεργούς ζήτησης είναι η αύξηση των αμοιβών του μέσου εργαζόμενου στις χώρες του πυρήνα, κι αυτό έχει συχνά συμβεί στο τέλος των περιόδων Β του κύκλου του Kondratieff. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργείται το είδος της ενεργούς ζήτησης που απαιτείται για να παρέχει ικανό αριθμό πελατών για τα νέα πρωτοποριακά προϊόντα. Ωστόσο, φυσικά, υψηλότερες αμοιβές σημαίνουν λιγότερα κέρδη για τους επιχειρηματίες. Σε παγκόσμιο επίπεδο αυτό μπορεί να ισοσταθμιστεί με την επέκταση της δεξαμενής των μισθωτών εργατών κάπου αλλού στον κόσμο, με εργάτες που θα είναι πρόθυμοι να δουλέψουν με ένα χαμηλότερο επίπεδο μισθών. Αυτό μπορεί να γίνει με την είσοδο καινούργιων πληθυσμών στην δεξαμενή της μισθωτής εργασίας, για τους οποίους οι χαμηλότεροι μισθοί αντιπροσωπεύουν στην ουσία μια άυξηση στα πραγματικά τους εισοδήματα. Αλλά φυσικά, όταν κάποιος τραβάει «νέα» άτομα στην δεξαμενή της μισθωτής εργασίας, την ίδια στιγμή μειώνει τον αριθμό των ατόμων που βρίσκονται ακόμα έξω απο αυτή την δεξαμενή. Θα φτάσει μια στιγμή που η δεξαμενή θα μειωθεί τόσο πολύ σε βαθμό που θα πάψει να υπάρχει. Τότε φτάνουμε στο ασύμπτωτο. Θα επιστρέψουμε σε αυτό το ζήτημα στο τελευταίο κεφάλαιο όταν θα συζητήσουμε την δομική κρίση του εικοστού πρώτου αιώνα.

Κατ’ αρχήν πρέπει να δούμε τι ακριβώς καλύπτει ο όρος «εισόδημα» (income). Υπάρχουν γενικά μιλώντας, πέντε είδη εισοδήματος στο σύγχρονο παγκόσμιο
σύστημα. Και σχεδόν όλα τα νοικοκυριά αναζητούν και αποκτούν καί τα πέντε είδη, σε διαφορετική βέβαια αναλογία το καθένα (αναλογία που έτσι γίνεται πολύ σημαντική παράμετρος για την αξιολόγηση των νοικοκυριών). Μια προφανής μορφή είναι το εισόδημα μισθού, με το οποίο εννοούμε πληρωμή (συνήθως σε χρήμα) απο πρόσωπα εκτός νοικοκυριού σε κάποιο μέλος του νοικοκυριού για εργασία που εκτελεί εκτός νοικοκυριού σε κάποια παραγωγική διαδικασία. Το εισόδημα απο μισθό μπορεί να είναι σχετικά σταθερό ή περιστασιακό. Μπορεί να είναι πληρωμή για χρόνο εργασίας ή για είδος εργασίας (πληρωμή με το κομμάτι). Ο μισθός έχει το πλεονέκτημα της ευλιγισίας για τον εργοδότη (δηλαδή η συνεχής εργασία είναι μια λειτουργία που εξυπηρετεί τις ανάγκες του εργοδότη), παρόλο που το σωματείο, άλλες μορφές συνδικαλιστικής δράσης καθώς και οι κρατικοί νόμοι μερικές φορές περιορίζουν την ευλιγισία του εργοδότη με πολλούς τρόπους. Παρόλα αυτά οι εργοδότες, ποτέ δεν είναι υποχρεωμένοι να παρέχουν δια βίου εργασία σε συγκεκριμένους εργαζόμενους. Απο την άλλη πλευρά αυτό το σύστημα έχει το μειονέκτημα για τον εργοδότη, οτι όταν πιο πολλοί εργάτες είναι απαραίτητοι, ειδικά σε περιόδους επέκτασης της οικονομίας, μπορεί να μην είναι άμεσα διαθέσιμοι για πρόσληψη. Δηλαδή, σε αυτό το σύστημα ο εργοδότης παζαρεύει το να πληρώνει εργάτες ακόμα κι αν σε κάποια περίοδο δεν χρειάζονται, για να εξασφαλίσει οτι οι εργάτες θα είναι διαθέσιμοι την περίοδο που τους χρειάζεται.

Μια δεύτερη προφανής πηγή εισοδείματος για το νοικοκυριό είναι η δραστηριότητα συντήρησης (subsistence activity). Συνήθως ορίζουμε αυτόν τον τύπο εισοδήματος πολύ στενά, παίρνοντάς το να σημαίνει μόνο τις προσπάθειες αγροτικών νοικοκυριών να καλλιεργήσουν τροφή, που θα καταναλώσουν τα ίδια χωρίς να την διοχετεύσουν στην αγορά. Αυτή είναι πράγματι μια μορφή παραγωγής συντήρησης, κι αυτή η μορφή εργασίας βρίσκεται φυσικά σε κάθετη παρακμή στο σύγχρονο παγκόσμιο σύστημα, και γι αυτό λέμε συχνά πως η παραγωγή συντήρησης τελεί υπο εξαφάνιση. Χρησιμοποιώντας όμως έναν τόσο στενό ορισμό, παραμελούμε εντελώς τις διάφορες μορφές μέσω των οποίων η παραγωγή συντήρησης, στην ουσία, αυξάνεται στον σύγχρονο κόσμο. Όταν κάποιος μαγειρεύει ένα γεύμα ή πλένει τα πιάτα στο σπίτι, αυτό είναι παραγωγή συντήρησης. Όταν ένας ιδιοκτήτης σπιτιού συναρμολογεί έπιπλα που αγόρασε απο ένα μαγαζί, αυτό είναι παραγωγή συντήρησης. Κι όταν ένας ή μιά επαγγελματίας χρησιμοποιεί υπολογιστή για να στείλει ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, όταν την δουλειά αυτή θα την έκανε μια γραμματέας, αυτό είναι παραγωγή συντήρησης. Η παραγωγή συντήρησης είναι ένα μεγάλο κομμάτι του εισοδήματος ενός νοικοκυριού σήμερα, στις πιο πλούσιες οικονομικές ζώνες της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας.

Ένα τρίτο είδος εισοδήματος νοικοκυριού θα το αποκαλούσαμε γενικά μικρο-εμπρευματική παραγωγή (petty commodity production). Ως μικρο-εμπορευματική παραγωγή ορίζεται η παραγωγή που γίνεται εντός του νοικοκυριού, αλλά πωλείται έναντι μετρητών στην ευρύτερη αγορά. Προφανώς, αυτή η παραγωγή συνεχίζει να είναι πολύ διαδεδομένη στις φτωχότερες ζώνες του παγκόσμιου συστήματος, δεν απουσιάζει όμως παντελώς κι απο τις υπόλοιπες ζώνες. Στις πλουσιότερες ζώνες την ονομάζουμε εργασία με το κομμάτι, ή ελεύθερη εργασία (free-lancing). Αυτό το είδος δραστηριότητας δεν περιλαμβάνει μόνο την διαπραγμάτευση στην αγορά των παραγόμενων προϊόντων (συμπεριλαμβανομένων και των πνευματικών προϊόντων) αλλά και το μικρο-εμπόριο. Όταν ένα αγόρι πουλάει στους δρόμους τσιγάρα ένα ένα, σε πελάτες που δεν έχουν λεφτά να αγοράσουν όλο το πακέτο, το αγόρι εμπλέκεται στην μικρο-εμπορευματική παραγωγή, με την διαδικασία παραγωγής να βρίσκεται στην απο-συναρμολόγηση του μεγαλύτερου πακέτου και την διοχέτευση στην αγορά των μικρότερων κομματιών που περιέχει.

Ένα τέταρτο είδος εισοδήματος είναι αυτό που γενικά ονομάζουμε ενοίκιο. Το ενοίκιο μπορεί να προέρχεται απο κάποια μεγάλη επένδυση κεφαλαίου (η προσφορά αστικών διαμερισμάτων ή δωματίων εντός διαμερισμάτων) η απο τοπικό γεωγραφικό προνόμιο (η συλλογή διοδίων απο μια ιδιωτική γέφυρα) ή απο ιδιοκτησία κεφαλαίου (κουπόνια απο ομόλογα ή τόκοι απο λογαριασμό καταθέσεων). Αυτό που χαρακτηρίζει το ενοίκιο είναι οτι η ιδιοκτησία κι όχι η εργασία παράγει εισόδημα.

Και τέλος υπάρχει ένα πέμπτο είδος εισοδήματος το οποίο στο σύγχρονο κόσμο αποκαλούμε μεταβιβάσιμες πληρωμές (transfer payments). Αυτές μπορούν να οριστούν σαν εισόδημα που περιέρχεται σε ένα άτομο σαν αποτέλεσμα της υποχρέωσης ενός άλλου ατόμου να το παρέχει. Οι μεταβιβάσιμες πληρωμές μπορούν να προέλθουν απο πρόσωπο που βρίσκεται κοντά στο νοικοκυριό, όπως όταν δώρα ή δάνεια δίνονται απο την μια γενιά στην άλλη σε περιόδους γεννήσεων, γάμων ή θανάτων. Τέτοιες μεταβιβάσιμες πληρωμές μεταξύ νοικοκυριών στην βάση της ανταποδοτικότητας (η οποία θεωρητικά δεν εξασφαλίζει εισόδημα για μια ζωή, αλλά διευκολύνει συγκεκριμένες ανάγκες ρευστότητας). Ή οι μεταβιβάσιμες πληρωμές μπορεί να προέλθουν απο το κράτος (σε αυτή την περίπτωση τα χρήματα κάποιου επιστρέφουν σε αυτόν με την μορφή σύνταξης) ή μέσω μιας ιδιωτικής ασφάλειας (όπου κάποιος μπορεί στο τέλος να ωφεληθεί, αλλά και να χάσει) ή μέσω της αναδιανομής απο την μιά κοινωνική τάξη στην άλλη.

Μόλις το σκεφτούμε θα συνειδητοποιήσουμε πόσο οικεία μας είναι η δεξαμενή εισοδήματος που πάει προς τα νοικοκυριά. Φανταστείτε ένα νοικοκυριό μιας μεσο-αστικής Αμερικανικής οικογένειας, της οποίας ο ενήλικας άντρας έχει μια δουλειά (κι ενδεχομένως και μια δεύτερη τα βράδυα) η ενήλικας γυναίκα δουλεύει σε κέτερινγκ εκτός σπιτιού, ο έφηβος γιός μοιράζει εφημερίδες στην γειτονιά και η δωδεκάχρονη κόρη φυλάει μωρά. Φανταστείτε και την γιαγιά ενδεχομένως που προσφέρει την σύνταξη χηρείας της, κι ένα δωμάτιο πάνω απο το γκαράζ που νοικιάζουν σε ξένους. Ή φανταστείτε ένα Μεξικανικό σπίτι εργατικής τάξης, όπου ο ενήλικας άντρας μετανάστευσε παράνομα στις ΗΠΑ και στέλνει χρήματα απο εκεί, η ενήλικας γυναίκα καλλιεργεί ένα χωραφάκι δίπλα απο το σπίτι, η έφηβη κόρη δουλεύει ως υπηρέτρια (που πληρώνεται και σε χρήμα και σε είδος) σε ένα πλούσιο Μεξικάνικο σπίτι και το προ-έφηβο αγόρι εμπορεύεται μικροαντικείμενα στην αγορά μετά το σχολείο (ή και μέσα στο σχολείο). Ο καθένας μας μπορεί να σκεφτεί πάρα πολλούς τέτοιους συνδυασμούς.

Στην ζώσα πραγματικότητα πολύ λίγα νοικοκυριά δεν έχουν και τα πέντε είδη εισοδήματος. Αλλά κάποιος πρέπει αμέσως να πάρει υπόψη του οτι τα μέλη ενός νοικοκυριού που προσφέρουν εισόδημα μπορεί να συνδέονται με κατηγορίες φύλου και ηλικίας. Αυτό σημαίνει πως πολλές απο αυτές τις εργασίες ορίζονται με βάση το φύλο ή την ηλικία. Η μισθωτή εργασία ήταν επι μακρόν συνδεδεμένη με τους άντρες ηλικίας απο τα δεκατέσσερα-δεκαοχτώ ως τα εξήντα εξηνταπέντε. Η παραγωγή συντήρησης και μικρο-εμπορίου έχει κυρίως συνδεθεί με τις γυναίκες τα παιδιά και τους ηλικιωμένους. Το κρατικά μεταβιβαζόμενο εισόδημα έχει ιστορικά συνδεθεί με την μισθωτή εργασία εκτός απο κάποια επιδόματα ανατροφής παιδιών. Πολλοί απο τους πολιτικούς αγώνες των τελευταίων 100 χρόνων στόχευσαν στην υπέρβαση των προσδιορισμών του φύλου σε όλους αυτούε τους τύπους εργασίας και εισοδήματος.

Όπως έχουμε ήδη πεί, η σχετική σπουδαιότητα των διαφόρων ειδών εισοδήματος σε συγκεκριμένα νοικοκυριά ποκίλει ευρέως. Ας διακρίνουμε δύο βασικές κατηγορίες, το νοικοκυριό που το 50% και πάνω του συνολικού δια βίου εισοδήματος προέρχεται απο τον μισθό, και το νοικοκυριό του οποίου το μισθωτό εισόδημα πέφτει κάτω απο το 50% του συνόλου. Ας ονομάσουμε το πρώτο, «προλεταριακό νοικοκυριό» (γιατί φαίνεται να εξαρτάται απο το μισθωτό εισόδημα, κάτι που η λέξη προλετάριος υποτίθεται οτι σημαίνει), κι ας ονομάσουμε το δεύτερο «ημι-προλεταριακό» νοικοκυριό (γιατί εξακολουθεί να υπάρχει μισθωτό εισόδημα για τα περισσότερα απο τα μέλη του). Εάν κάνουμε αυτή την διάκριση, θα δούμε οτι τους εργοδότες τους συμφέρει να προσλαμβάνουν εργάτες απο ημι-προλεταριακά νοικοκυριά. Όταν η μισθωτή εργασία είναι το κύριο εισόδημα του νοικοκυριού υπάρχει πάντα ένα κατώτατο όριο στο πόσο πρέπει να πληρώνεται ο εργάτης. Πρέπει να είναι ένα ποσό που να αντιστοιχεί τουλάχιστον στο κατ’ αναλογία κόστος αναπαραγωγής και συντήρησης του νοικοκυριού. Αυτό είναι που μπορούμε να ονομάσουμε απόλυτος κατώτατος μισθός. Αν όμως ο μισθωτός εργάτης περικλείεται απο ένα νοικοκυριό που είναι ημι-προλεταριακό, ο εργάτης μπορεί να πληρωθεί έναν μισθό κατώτερο απο το κατώτερο όριο, χωρίς να ριψοκινδυνεύει την επιβίωση του νοικοκυριού του. Η διαφορά καλύπτεται απο άλλες πηγές κι απο την εργασία των υπολοίπων μελών του νοικοκυριού. Αυτό που βλέπουμε να συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις είναι πως οι άλλοι παραγωγοί εισοδήματος στο νοικοκυριό μεταφέρουν υπεραξία στον εργοδότη του μισθωτού εργάτη πολύ περισσότερη απο την υπεραξία που ο ίδιος ο εργάτης προσφέρει στον εργοδότη με την εργασία του [υπογράμμιση του μεταφραστή, όχι του συγγραφέα], αφού επιτρέπουν στον εργοδότη να πληρώσει λιγότερο απο τον απόλυτο κατώτερο μισθό.

Εξυπακούεται πως στο καπιταλιστικό σύστημα οι εργοδότες γενικά θα προτιμούσαν να προσλαμβάνουν εργάτες απο ημι-προλεταριακά νοικοκυριά. Υπάρχουν ωστόσο δύο παράγοντες που πιέζουν στην αντίθετη κατεύθυνση. Ο ένας είναι η πίεση των ίδιων των εργατών να «προλεταριοποιηθούν» γιατί αυτό σημαίνει υψηλότερους μισθούς. Και ο δεύτερος είναι η αντίφαση των ίδιων των εργοδοτών. Ενάντια στην ατομική τους ανάγκη για μικρότερους μισθούς βρίσκεται η συλλογική μακροπρόθεσμη ανάγκη να διατηρούν μια ισχυρή ενεργή ζήτηση στην παγκόσμια οικονομία για να συντηρούν την αγορά για τα προϊόντα τους. Έτσι με βάση αυτές τις δύο πιέσεις σε μακρό χρόνο, υπάρχει μικρή αλλά σταθερή και συνεχής αύξηση των νοικοκυριών που προλεταριοποιούνται. Παρόλα αυτά, η περιγραφή της μακροχρόνιας τάσης είναι αντίθετη με την παραδοσιακή εικόνα της κοινωνικής επιστήμης, οτι τάχα ο καπιταλισμός σαν σύστημα απαιτεί οι εργάτες να είναι προλετάριοι. Αν αυτό ήταν αλήθεια, θα έπρεπε κάποιος να εξηγήσει γιατί μετα απο τετρακόσια με πεντακόσια χρόνια καπιταλισμού, το ποσοστό των προλεταρίων στον κόσμο δεν είναι και πολύ μεγαλύτερο απο ότι ήταν αρχικά τηρουμένων των αναλογιών. Αντί να σκεφτόμαστε την προλεταριοποίηση σαν ανάγκη του συστήματος, θα έπρεπε να την σκεφτόμαστε σαν αποτέλεσμα σκληρής πάλης της οποίας το αποτέλεσμα είναι μια μικρή αλλά σταθερή αύξηση, μια αιωνόβια τάση η οποία κινείται προς το ασύμπτωτο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Current ye@r *