Διεκδικώντας… τη χώρα

«Και να ξεχρεώναμε σή­μερα, σε 10 χρόνια θα ήμασταν πάλι χρεωμέ­νοι». Έτσι περιέγραψε την κατάσταση της ελληνικής οικονο­μίας ο επιστημονικός διευθυντής του Ινστιτούτου ΓΣΕΕ – ΑΔΕΔΥ Σάββας Ρομπόλης. «Το χρέος είναι 350 δισ. ευρώ. Και να βρισκόταν κάποιος να μας δώσει όλα τα χρήματα σήμερα, αν δεν ανασυστήσουμε την παραγωγική βά­ση και δεν προχωρήσουμε σε ανακατανομή των πόρων, τότε σε 10 χρόνια θα είχαμε πάλι το ίδιο πρόβλημα» δή­λωσε χαρακτηριστικά στην εκπομπή «ΣΚΑΪ Τώρα» (26.4).

Τι μας λέει ο επιστημονικός συνερ­γάτης του κορυφαίου συνδικαλιστι­κού οργάνου της χώρας, της ΓΣΕΕ; Μας λέει ότι το χρέος δεν πρέπει να μας απασχολεί και τόσο, γιατί, ακόμη κι αν το ξεφορτωνόμασταν, τότε με τις παρούσες συνθήκες πάλι στα ίδια θα καταλήγαμε. Προσέξτε λογική. Σε μια εποχή όπου το μνημόνιο έχει απο­δειχτεί ότι αναγεννά το πρόβλημα της υπερχρέωσης με εκρηκτικό τρόπο, ο επιστημονικός συνεργάτης της ΓΣΕΕ μας λέει ότι δεν πρέπει να μας απα­σχολεί και τόσο. Πώς αλλιώς θα αφή­σουμε ήσυχους τους δανειστές και το πολιτικό τους προσωπικό να ξεζουμί­σουν τη χώρα και τους εργαζόμενους; Πώς αλλιώς θα τους επιτρέψουμε να συνεχίσουν την κατεδάφιση δικαιω­μάτων, συνθηκών και όρων εργασίας; Πώς αλλιώς θα τους δώσουμε τη δυ­νατότητα να ολοκληρώσουν τη δου­λοπαροικία του χρέους που οικοδο­μούν στη χώρα;

Αλήθεια, είναι τόσο απλή υπόθεση το να ξεφορτωθούμε το χρέος, ώστε οι επιστημονικοί συνεργάτες της ΓΣΕΕ ασχολούνται με την «επόμενη ημέ­ρα»; Εκτός κι αν σκέφτονται στα σο­βαρά ότι μπορεί να υπάρξει «ανασύσταση της παραγωγικής βάσης» με δε­δομένη την κατάσταση του χρέους. Αν λοιπόν είναι τόσο απλή υπόθεση, γιατί δεν μας λένε τις προτάσεις τους; Για­τί η ΓΣΕΕ δεν έχει βγάλει κουβέντα για το τι πρέπει να γίνει με το χρέος και το καθεστώς που οικοδομείται πάνω του;

Την ενδιαφέρει ή τα έχει βρει με δα­νειστές και τοκογλύφους και γι’ αυτό περιορίζεται σε προτάσεις διαχείρι­σης της κρίσης;

Προπαγάνδα υποταγής

Η στάση αυτή της ηγεσίας της ΓΣΕΕ και ορισμένων από τους επιστημο­νικούς συνεργάτες της είναι η άλ­λη πλευρά της κυρίαρχης πολιτικής. Σε μια περίοδο που η κυρίαρχη προ­παγάνδα και πολιτική αγωνίζεται να πείσει εργαζόμενους και κοινωνία ότι δεν υπάρχει καμιά άλλη διέξοδος εκτός από την πτώχευση άπαξ ή την πτώχευση με δόσεις, οι δυνάμεις που ελέγχουν τη ΓΣΕΕ προσπαθούν να πεί­σουν ότι δεν αξίζει και πολύ τον κόπο να ασχοληθούν οι εργαζόμενοι με το χρέος. Δεν είναι, ρε αδερφέ, το κύ­ριο ζήτημα. Υπάρχουν άλλα πολύ πιο σοβαρά ζητήματα. Το μεροκάματο, η ανεργία, τα εργασιακά, τα ασφα­λιστικά. Δεν έχει σημασία αν κανένα από όλα αυτά τα ζητήματα δεν μπο­ρεί να αντιμετωπιστεί όσο υπάρχει και ενισχύεται η λεηλασία της χώρας και του λαού της από τη χρηματιστική ολι­γαρχία. Δεν έχει σημασία αν όλα αυτά έχουν δοθεί ως υποθήκη στους δανει­στές και στο «ισχυρό ευρώ».

Αυτό που έχει σημασία είναι να μεί­νουν οι εργαζόμενοι να ασχολούνται με τα χάλια τους, με τις συνέπειες της κυρίαρχης πολιτικής, να κλαίνε τη μοί­ρα τους και να ονειρεύονται την «ανασύσταση της παραγωγικής βάσης» σε καθεστώς δουλοπαροικίας του χρέους και συμφώνου για το ευρώ, για να μην αντιληφθούν ότι οφείλουν να ανατρέ­ψουν όχι μόνο τις πολιτικές που εφαρ­μόζονται, αλλά και το καθεστώς που επιβάλλεται στη βάση του χρέους και του ευρώ.

Καθώς εντείνεται ο βομβαρδισμός της κοινής γνώμης με απανωτά σενά­ρια αναδιάρθρωσης, που μόνο σκοπό έχουν τον εθισμό του εργαζόμενου κόσμου στο δήθεν αναπόφευκτο της δικής του κοινωνικής και εργασιακής υποβάθμισης, αναπτύσσεται μια «ανί­ερη συμμαχία» δυνάμεων που επιμέ­νουν ότι οι εργαζόμενοι δεν πρέπει να ασχολούνται με το χρέος και το ευρώ.

Συμπολίτευση και αντιπολίτευση, Δεξιά και Αριστερά, πιασμένοι χερά­κι – χεράκι τραγουδούν όλοι μαζί το ίδιο μοτίβο. Μονόδρομος αποφαίνε­ται με μπάσα φωνή η κυρίαρχη προ­παγάνδα. Μπορεί να τα χάσουν όλα οι εργαζόμενοι, μπορεί να χρειαστεί να ζήσουν χειρότερα και από τους παππούδες τους, αλλά τι να κάνουμε, δεν μπορούμε να μην πληρώσουμε το χρέος και, προς θεού, ούτε σκέψη δεν πρέπει να περνά από το μυαλό κανε­νός ότι μπορούμε να αμφισβητήσου­με το ευρώ και την ΟΝΕ.

Από κοντά και οι αντιπολιτευόμε­νοι. Είναι πρόβλημα μείγματος πολιτι­κής και όχι επιβαλλόμενου καθεστώ­τος, μας λέει η Ν.Δ. Μόνο στην επου­ράνια βασιλεία του Υψίστου, που στην ορολογία της ηγεσίας του ΚΚΕ αποκαλείται «λαϊκή εξουσία», έχει νόημα να διεκδικεί ο λαός το να μην πληρώσει το χρέος και να φύγει από τη σφηκο­φωλιά του ευρώ και της Ε.Ε. Και μέχρι τότε τι πρέπει να κάνει; Μα φυσικά να πληρώνει, να εξαθλιώνεται και να συ­ντρίβεται, μέχρις ότου, ως άλλος Λά­ζαρος, κληθεί να αναστηθεί εκ του τάφου. Μην τυχόν και τολμήσει να πιστέψει στις δυνάμεις του ότι μπορεί να τα βάλει με το σύστημα για να σω­θεί από την καταστροφή που τον στοιχειώνει, γιατί θα υποστεί μύρια όσα κακά και πανωλεθρίες. Προσευχή, νη­στεία και τυφλή πίστη στην επουράνια βασιλεία διδάσκουν οι ιεράρχες της συνθηκολόγησης.

Όσο για τον ΣΥΝ, αυτός έχει λύσει το πρόβλημα προ πολλού. Πολύ απλά, έχει αναθέσει σε άλλους να λύσουν το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώ­ρα και ο λαός της. Θα της το λύσουν οι Ευρωπαίοι, καθότι το πρόβλημα εί­ναι διεθνές και ευρωπαϊκό, όχι εθνικό και ελληνικό. Η παλιά θεωρία της Ψω­ροκώσταινας σε όλο της το μεγαλείο. Βεβαίως, δεν μας εξηγούν τι θα έχει απογίνει ο ελληνικός λαός και η χώρα του μέχρις ότου οι τρόφιμοι των ευρωπαϊκών κονδυλίων της ηγεσίας του ΣΥΝ ανακαλύψουν εκείνους τους Ευρωπαί­ους που θα λύσουν το πρόβλημα της χώρας. Ούτε βέβαια μας εξηγούν πώς θα γίνει να υπάρξει «ευρωπαϊκή λύση» από τη στιγμή που οι θεσμοί της «Ευ­ρώπης» δεν δίνουν κανένα περιθώριο για τη δράση των λαών. Το μόνο που τους ενδιαφέρει, είναι μην τυχόν και χάσουν κεχρί, τα ευρωπαϊκά κονδύ­λια. Η ιδεολογία της επαιτείας και του λεβαντινοραγιαδισμού με τα χρώματα της ροζ Αριστεράς.

Από την εποχή που η επαναστατική δημοκρατία τα έβαλε με τον ευρωπαϊ­κό οικουμενισμό της Ιερής Συμμαχίας, το πρώτιστο μέλημα κάθε λαού που σηκώνει κεφάλι ενάντια στον ζυγό και την τυραννία, είναι να διεκδικήσει τη χώρα του. Έτσι ξεκινά κάθε κοινωνικό κίνημα, ιδίως όταν παίρνει διαστάσεις εξέγερσης. Αυτό απέδειξαν πρόσφατα και οι αραβικές εξεγέρσεις. Χωρίς να διεκδικήσει το δικαίωμά του να γίνει αφέντης στον τόπο του, κανένας λαός, κανένας εργαζόμενος δεν μπορεί να διεκδικήσει οτιδήποτε άλλο στο επίπε­δο της εργασίας και της δημοκρατίας.

Δεν είναι τυχαίο που κανέναν από τους Ηρακλείς της αντιπολίτευσης του μνημονίου δεν ενδιαφέρει η επιβολή του συμφώνου Euro Plus και της «οι­κονομικής διακυβέρνησης». Τα εμφα­νίζουν απλώς σαν μια πιο συντηρητική, πιο αντεργατική πολιτική. Συγκαλύπτουν το γεγονός ότι στερούν από τα κράτη – μέλη το δικαίωμα στην άσκη­ση της οικονομικής πολιτικής, ακόμα και το δικαίωμα στη σύνταξη ανεξάρ­τητου προϋπολογισμού. Κι επομένως στερούν από τους λαούς και τους εργαζόμενους κάθε μέσο επηρεασμού και διαμόρφωσης των πολιτικών στις χώρες τους. Αλλά τι πειράζει; Οι κοι­νοτικές ενισχύσεις να τρέχουν κι όλα τα άλλα είναι λεπτομέρειες. Έτσι είναι ο «διεθνισμός» στις μέρες μας. Τιμάται τοις μετρητοίς.

Σχέδιο διεξόδου

Όπως είπαμε, οι εργαζόμενοι δεν πρέπει να ασχολούνται με τετριμμέ­να πράγματα, όπως είναι το χρέος και το ευρώ. Μόνο η «ανασύσταση της παραγωγικής βάσης» της οικονομίας πρέπει να τους απασχολεί, η οποία, καθώς φαίνεται, μπορεί με κάποιον μαγικό τρόπο να γίνει εντός του ευρώ και υπό καθεστώς χρέους. Θαυμάσια.

Ας δούμε όμως τι σημαίνει στ’ αλήθεια μια παραγωγική ανασυγκρότηση της οικονομίας με βάση τα συμφέροντα των εργαζομένων.

Μια τέτοια κατεύθυνση απαιτεί την εφαρμογή πρώτα απ’ όλα ενός άμε­σου και μακροπρόθεσμου σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας που θα ενεργοποιήσει το πα­ραγωγικό δυναμικό της, θα ανανεώσει τεχνολογικά τη βιομηχανία, την αγροτική οικονομία και τις υπηρεσί­ες, θα δημιουργήσει νέους βιομηχα­νικούς κλάδους και θα εκσυγχρονίσει τους παραδοσιακούς, θα προωθήσει την αναδιάρθρωση των αγροτικών καλλιεργειών σε καθεστώς επιλεκτι­κής ανταγωνιστικής προστασίας και προς όφελος των ίδιων των αγροτών και της εθνικής οικονομίας.

Συστατικό στοιχείο αυτής της ανα­συγκρότησης είναι η προώθηση νέων επενδύσεων σε κρίσιμους και αποδοτικούς για τη χώρα τομείς, όπως σε αυτούς που διαθέτει συγκριτικά μεγα­λύτερες δυνατότητες (ορυκτός πλού­τος, αλιεία, βιομηχανική επεξεργασία των προϊόντων της αγροτικής οικονο­μίας, κ.λπ.), στους τομείς των νέων τεχνολογιών, σε σημαντικά έργα υπο­δομής, έργα ανάπτυξης της εγχώριας ενεργειακής βάσης, σε τομείς υποκα­τάστασης των εισαγωγών, επιστημο­νικής και τεχνολογικής έρευνας, δημι­ουργίας σύγχρονης, ορθολογικής και πιο αποδοτικής τουριστικής υποδο­μής, και άλλους.

Μπορούν να γίνουν όλα αυτά αν η χώρα δεν κατακτήσει μια νέα θέση στο πλαίσιο του διεθνούς καταμερι­σμού εργασίας, αν δεν σπάσει τα δε­σμά της υποτέλειας, της εξάρτησης και της μονοπωλιακής εκμετάλλευσης που της έχουν επιβληθεί; Μπορούν να γίνουν όλα αυτά αν το κράτος δεν ανα­κτήσει το σύνολο της δημοσιονομικής, νομισματικής, φορολογικής και πιστω­τικής πολιτικής που έχει εκχωρήσει στα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης;

Ο ποιοτικά διάφορος χαρακτήρας αυτής της ανάπτυξης δεν συνίσταται μόνο στη νέα συγκρότηση, τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη των παρα­γωγικών δυνάμεων. Αναντικατάστατο συστατικό του είναι η ποιοτική αλλα­γή στους όρους λειτουργίας της οικο­νομίας και στο περιεχόμενο των διε­θνών σχέσεων.

Κέντρο το Δημόσιο

Μια τέτοια δραστική αλλαγή είναι η ανάδειξη του εργαζόμενου και των αναγκών του σε βασικό φορέα ανάπτυξης και επέκτασης της οικονομίας. Μέτρο της επιτυχίας της παραγωγικής ανασυγκρότησης είναι η διαρκής βελ­τίωση των όρων και των απολαβών της εργασίας. Καλύτερες δουλειές, καλύ­τερες αμοιβές, σταθερή απασχόληση, λιγότερες ώρες δουλειάς, αυξημένη παραγωγικότητα σε συνθήκες οικονο­μιών κλίμακας, κοινωνικού και οικολο­γικού ορθολογισμού.

Ο δημόσιος τομέας με τον δραστικό μετασχηματισμό του περιεχομένου, της λειτουργίας του, με τον έλεγχο και τη συμμετοχή των εργαζομένων, με νέα οικονομικά και κοινωνικά κριτή­ρια, ώστε να πάψει να αποτελεί κανάλι διοχέτευσης κερδών στο μεγάλο ιδιω­τικό κεφάλαιο, μηχανισμό συγχώνευ­σης με το μονοπωλιακό κεφάλαιο και όργανο ρουσφετολογίας, μπορεί και πρέπει να γίνει ο κύριος μοχλός της νέας, προγραμματισμένης ανάπτυξης. Ένας τέτοιος ρόλος του δημόσιου το­μέα είναι ασυμβίβαστος με τη γραφει­οκρατική δυσκαμψία, την κακοδιοίκη­ση, τη ρεμούλα και τη χαμηλή παρα­γωγικότητα. Η διεύρυνσή του θα γίνε­ται με νέες δημόσιες επενδύσεις και με την προώθηση των αναγκαίων εθνι­κοποιήσεων για την παραγωγική ανα­συγκρότηση, την προγραμματισμένη ανάπτυξη και το αδυνάτισμα των θέ­σεων της μονοπωλιακής ολιγαρχίας.

Πέντε βασικά κριτήρια για εθνικοποίηση

Κατάρτιση άμεσου προγράμματος εθνικοποιή­σεων στη βάση πέντε βασικών κριτηρίων:

♦ Το άμεσο δημοσιονομικό όφελος. Αυτό ση­μαίνει δημιουργία καθαρής ροής εσόδων για το Δημόσιο και απαλλαγή από τις κοστοβόρες εκ­χωρήσεις προς ιδιώτες βασικών δραστηριοτή­των που το ίδιο το κράτος θα μπορούσε να εκτελέσει φθηνότερα, καλύτερα και πιο αποδοτικά.

♦ Τη θωράκιση της χώρας και της οικονομί­ας της. Αυτό σημαίνει τον έλεγχο των βασικών μοχλών της εθνικής οικονομίας (επικοινωνί­ες, ενέργεια, μεταφορές, υποδομές, φυσικός πλούτος) ώστε να πάψει η χώρα να είναι ανοχύρωτη απέναντι στις καταστροφικές δυνάμεις και τις θύελλες της παγκόσμιας αγοράς, αλλά και να μπορεί να αντιμετωπίσει τυχόν πιέσεις, εκβια­σμούς και απειλές για τη συνοχή της.

♦ Το σπάσιμο των καρτέλ, των μονοπωλιακών καταστάσεων που λυμαίνονται την αγορά και της εξάρτησης από τις πολυεθνικές. Αυτό ση­μαίνει πρώτα και κύρια τη δημιουργία κρατικών δικτύων μεταφοράς, διακίνησης και εμπορίας προϊόντων με κύριο στόχο να ενισχυθεί ο ατομι­κός παραγωγός, ο βιοτέχνης και η μικρομεσαία παραγωγική επιχείρηση, που όλο και περισσό­τερο σήμερα βρίσκεται εκτός αγοράς. Κι επίσης δεν θα επιτρέψει να σβήσει η μικρή επιχείρηση της λιανικής, που σήμερα συνθλίβεται από το μεγαλεμπόριο των αλυσίδων και το παραεμπόριο των διαφόρων κυκλωμάτων.

♦ Την άμεση ενίσχυση της παραγωγικής ανασυ­γκρότησης της οικονομίας. Αυτό πρώτα – πρώτα σημαίνει την εθνικοποίηση εκείνων των πιστω­τικών ιδρυμάτων που θα επιτρέψουν την άμε­ση χρηματοδότηση ενός ολοκληρωμένου προγράμματος ανάπτυξης της πρωτογενούς και της δευτερογενούς παραγωγής με προτεραιότητα τις εσωτερικές ανάγκες της χώρας.

♦ Την άμεση κάλυψη και προστασία βασικών κοινωνικών αναγκών και των «δημόσιων αγα­θών» που δεν μπορούν να βρίσκονται στο έλεος των ιδιωτικών συμφερόντων και της αγοράς. Οι πολιτικές ιδιωτικοποίησης, ειδικά σε κρίσιμους τομείς «δημόσιων αγαθών», όπως π.χ. η Υγεία και η Παιδεία, δεν οδήγησαν μόνο στην εκτό­ξευση του κόστους των υπηρεσιών αυτών για το μέσο νοικοκυριό, αλλά και σε αντίστοιχη αύξη­ση των δαπανών του κράτους μέσα από την προ­σαρμογή της δημόσιας Υγείας και Παιδείας στις ανάγκες και τα πρότυπα των ιδιωτικών συμφε­ρόντων που λυμαίνονται τους χώρους. Η εθνικοποίηση των τομέων αυτών αποτελεί εκτός όλων των άλλων και τη μόνη αποτελεσματική μέθοδο συγκράτησης και συμπίεσης του κόστους και των δαπανών με ταυτόχρονη βελτίωση των πα­ρεχόμενων υπηρεσιών προς όλους.

Αυτοχρηματοδότηση με νέους πόρους

Η χρηματοδότηση της νέας αυτής αναπτυξι­ακής προσπάθειας θα προέλθει πρωταρχικά από την αυτοχρηματοδότησή της με τους νέους πόρους που θα δημιουργεί η ίδια στην πορεία της, με την ενεργοποίηση άμεσα του παραγω­γικού δυναμικού της χώρας. Αυτό απαιτεί την ουσιαστική παρέμβαση στα κέρδη, στις πηγές διαμόρφωσής τους και στον τρόπο αξιοποίη­σής τους. Σημαντικά περιθώρια εξασφάλισης πόρων περικλείνουν το χτύπημα της φοροδια­φυγής και της φοροπροστασίας του μεγάλου κεφαλαίου και ιδιαίτερα των πιο παρασιτικών μορφών του ιδιωτικού πλουτισμού. Μόνο μια οικονομία που ξέρει πώς να αξιοποιεί τους δι­κούς της εσωτερικούς πόρους, μπορεί να διεκ­δικήσει ένα νέο άνοιγμα στη διεθνή οικονομική ζωή μέσα από ανοιχτές σχέσεις με όλες τις χώρες και τους λαούς, χωρίς δεσμά και κατανα­γκασμούς. Μόνο μια οικονομία που ξέρει πώς να αυξάνει την πραγματική απασχόληση και όχι τους «απασχολήσιμους», που ανατροφοδοτεί την ανάπτυξή της μέσα από την ανακατανομή του εθνικού εισοδήματος προς όφελος των ερ­γαζομένων και της παραγωγής, που ανεβάζει το βιοτικό επίπεδο του λαού της, που ενισχύει το σύστημα της κοινωνικής προστασίας και της κατοχύρωσης των βασικών δικαιωμάτων στην Υγεία, την Παιδεία, την προστασία του περιβάλλοντος, μπορεί να κερδίζει νέα διεθνή ερείσματα και συμμαχίες, να γκρεμίζει τείχη και να ανοίγει δρόμους συνεργασίας με όλους.

Το στοίχημα μιας τέτοιας παραγωγικής ανα­συγκρότησης καλείται σήμερα να κερδίσει ο εργαζόμενος και η χώρα. Αρκεί να γλιτώσει μια και καλή από το τοκογλυφικό χρέος και τον μηχανισμό χρεοκοπιών του ευρώ.

 Του Δημήτρη Καζάκη Οικονομολόγου – Αναλυτή. Δημοσιεύτηκε στο “Ποντίκι” 28/4/11

0 απαντήσεις στο “Διεκδικώντας… τη χώρα”

  1. Ο ΚΑΖΑΚΗΣ ΕΙΠΕ ΟΤΙ ΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2009 ΤΑ ΕΠΙΤΟΚΙΑ ΗΤΑΝΕ ΠΟΛΥ ΧΑΜΗΛΑ ΚΑΙ ΤΟ ΘΕΩΡΗΣΕ ΑΥΤΟ ΜΙΑ ΠΑΓΙΔΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΣΤΗΣΑΝ ΟΙ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΟΙ. ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΜΗΝ ΘΕΩΡΗΘΕΙ ΜΙΑ ΑΒΑΝΤΑ (ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ ΠΡΟΤΙΜΗΣΗ) ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΤΟΤΕ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ ΩΣΤΕ ΝΑ ΠΑΕΙ ΣΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΕΧΟΝΤΑΣ ΑΦΘΝΟ ΔΙΑΘΕΣΙΜΟ ΡΕΥΣΤΟ? ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ ΜΕ ΤΑ ΙΔΙΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΠΟΥ ΒΓΑΖΕΙ Ο ΚΑΘΕΝΑΣ ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Current ye@r *