Απ΄το βιβλίο του Γιώργου Αλεξάτου «Το τραγούδι των ηττημένων, Κοινωνικές αντιθέσεις και λαϊκό τραγούδι στη μεταπολεμική Ελλάδα»»: «Δυο κόσμοι χωριστά: η Ελλάδα των νικητών»

image002Για το βιβλίο του συντρόφου Γιώργου Αλεξάτου «Το τραγούδι των ηττημένων, Κοινωνικές αντιθέσεις και λαϊκό τραγούδι στη μεταπολεμική Ελλάδα», έχουν γραφεί αρκετές βιβλιοκριτικές ειδικά στον αριστερό τύπο (Εδώ μια χαρακτηριστική από την εφημερίδα «Δρόμος της Αριστεράς»).

Είναι ένα βιβλίο που το συνιστούμε ανεπιφύλακτα στους αναγνώστες μας και για να πάρετε μια γεύση παραθέτουμε δυο κεφάλαια του: 

Δυο κόσμοι χωριστά: η Ελλάδα των νικητών

«Αντηχεί ο Γράμμος τα τραγούδια, ξημερώνει λευτεριά

ξανανθίζουν πάλι τα λουλούδια

και φουντώνουν τα ξερά κλαριά.»

Ο στιχουργός του αντικομμουνιστικού στρατιωτικού εμβατηρίου κατάφερε να εκφράσει αυτό που αισθανόταν ο κόσμος του αστισμού μετά τη συντριβή του αριστερού και λαϊκού κινήματος. Η ήττα του Δημοκρατικού Στρατού της Ελλάδας στον Γράμμο, τον Αύγουστο του 1949, σήμαινε πράγματι το ξημέρωμα της «λευτεριάς» για τον κόσμο των νικητών: η αντιμετώπιση της απειλής για την αστική κυριαρχία, που αντιπροσώπευσε το μεγαλειώδες εργατικό και λαϊκό κίνημα, την έκρηξη του οποίου πυροδότησε η συγκρότηση του ΕΑΜ στα χρόνια της φασιστικής κατοχής, εγγυούνταν την ελευθερία στην κερδοφορία του κεφαλαίου και την ανεμπόδιστη καπιταλιστική συσσώρευση.

Ξανάνθιζαν, έτσι, τα «λουλούδια» της καπιταλιστικής ταξικής εκμετάλλευσης και φούντωναν τα «ξερά κλαριά», με την ανθοφορία των μπουμπουκιών του δωσιλογισμού, του μαυραγοριτισμού και της συνεργασίας με τους φασίστες κατακτητές, που στελέχωναν πλέον τους μηχανισμούς του κράτους των νικητών.

Με την απόκρουση του κινδύνου ανατροπής της αστικής κυριαρχίας άνοιξε για τον καπιταλισμό μια νέα περίοδος ταχύτατων ρυθμών ανάπτυξης, ως συνέχεια των αναπτυξιακών διαδικασιών που από το 1922 κατευθύνονταν προς την «κάλυψη του αναπτυξιακού χάσματος» μεταξύ της Ελλάδας και των χωρών του αναπτυγμένου καπιταλισμού (Γιάννης Μηλιάς 1988, σ. 315).

Η αστική τάξη, που δεν άφησε ανεκμετάλλευτη ούτε κι αυτή την κρίσιμη περίοδο του πολέμου, της Κατοχής και του Εμφυλίου (Κώστας Βεργόπουλος 1984, σ. 547), αξιοποιεί τη νίκη της, έτσι ώστε, ενώ το 1946 η βιομηχανική παραγωγή αντιπροσώπευε το 50% της προπολεμικής (του 1939), μόλις το 1950 φτάνει σ’ αυτά τα επίπεδα, που τα ξεπερνάει κατά 110% το 1960, κατά 403% το 1970 και η αύξηση εκτοξεύεται στο 885% το 1980 (Κωνσταντίνος Δρακάτος 1982, σ. 49).

Σύμφωνα με άλλους υπολογισμούς, μεταξύ 1939 και 1971 ο όγκος της βιομηχανικής παραγωγής αυξήθηκε κατά έξι φορές (Μιχάλης Μάλλιος 1975, σ. 68), ενώ οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου στη μεταποίηση αυξήθηκαν, μεταξύ 1951 και 1970, κατά 222,3% (Βασίλης Νεφελούδης 1973, σ. 59).

Αντίστοιχα υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης παρουσιάζονται στον κλάδο της εμπορικής ναυτιλίας, στον οποίο παραδοσιακά δραστηριοποιούνταν το ελληνικό κεφάλαιο. Το 1945 είχαν απομείνει, λόγω των πολεμικών καταστροφών, 130 πλοία, συνολικά 518.000 τόνων. Με την παραχώρηση 100 πλοίων τύπου «λίμπερτυ» από τις ΗΠΑ, ήδη το 1947 ο ελληνικός εμπορικός στόλος φτάνει τους 1.400.000 τόνους και η αύξηση συνεχίζεται με ορμητικούς ρυθμούς τα επόμενα χρόνια. Το 1975 η ελληνική ναυτιλία διέθετε το 6,9% της παγκόσμιας χωρητικότητας και το σύνολο του ελληνόκτητου στόλου αντιπροσώπευε το 13,7% της παγκόσμιας εμπορικής ναυτιλίας (Γιάννης Μηλιός 1988, σ. 389 και 390).

Ο κλάδος όπου ο ελληνικός καπιταλισμός εμφανίζει τα υψηλότερα επίπεδα ανάπτυξης στη μεταπολεμική περίοδο, μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του ’70, είναι ο κατασκευαστικός. Οι κατασκευές κτιρίων φτάνουν, από 74.959 το 1951, στις 256.424 τριάντα χρόνια αργότερα (Ανέστης Ταρπάγκος 1987, σ. 94). Το 1969 η Ελλάδα ήταν η πρώτη χώρα παγκοσμίως στις ανά κάτοικο κατασκευές οικοδομών (Ομάδα Εργασίας 1975, σ. 19). Μεταξύ 1948 και 1970 η αύξηση του συνολικού ακαθάριστου προϊόντος του κατασκευαστικού κλάδου ανέρχεται σε 749,3% (Βασίλης Νεφελούδης 1973, σ. 33).

Έχοντας τεθεί, κατά την πρώτη μεταπολεμική δεκαετία, οι βάσεις για μια ανάπτυξη εντυπωσιακά γρήγορων ρυθμών, η περίοδος 1960-1973 χαρακτηρίζεται, εύστοχα, ως η «χρυσή εποχή του ελληνικού καπιταλισμού» (Ηλίας Ιωακείμογλου 1993, σ. 43). Μάλιστα, «κατά τη φάση 1962-1973 οι ρυθμοί ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού βρίσκονται επικεφαλής των αντίστοιχων ρυθμών των άλλων χωρών του ΟΟΣΑ (με εξαίρεση της Ιαπωνίας και της Ισπανίας» (στο ίδιο, σ. 44). Την περίοδο αυτή και συγκεκριμένα μεταξύ 1962 και 1975, ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος ανέρχεται στο 6,8%, έναντι 4,2% των χωρών της τότε ΕΟΚ των έξι (Ξενοφών Ζολώτας 1976, σ. 11).

Στην ορμητική ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού σημαντικός ήταν ο ρόλος δύο εξωτερικών προσδιορισμών της κεφαλαιακής συσσώρευσης: η συντριβή της Αριστεράς, που «συνεπιφέρει ένα σταθερό συσχετισμό δυνάμεων προς όφελος του κεφαλαίου, πράγμα που ανάμεσα στα άλλα συνεπάγεται μια σημαντική συμπίεση των μισθών σε μακροπρόθεσμη βάση», και η συγκυρία του Ψυχρού Πολέμου, που ευνοεί την εγχώρια καπιταλιστική ανασυγκρότηση και ανάπτυξη, μέσα από την «ενεργή συμμετοχή στη στρατηγική του δυτικού πολιτικοστρατιωτικού συνασπισμού» (Γιάννης Μηλιός 1988, σ. 316).

Τον καθοριστικό ρόλο, ως εκ τούτου, τον έπαιξε η έκβαση των ταξικών αγώνων και παράλληλα η στήριξη της ανεμπόδιστης ανάπτυξης σ’ ε’ναν συνασπισμό εξουσίας στον οποίο, εκτός από την κυρίαρχη αστική τάξη, επιδιώκεται η συμμετοχή και άλλων κοινωνικών στρωμάτων, καθώς και η διαμόρφωση στρωμάτων και στις δημόσιες υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένου και του μηχανισμού καταστολής.

Παράλληλα υποστηρίζεται η ανασυγκρότηση τμημάτων των παραδοσιακών μικροϊδιοκτητικών μικροαστικών στρωμάτων με’σω διαδικασιών ανασύνθεσης τους, με βασικό κριτήριο την αφοσίωση των ατόμων-φορέων στο καθεστώς και με στόχο τη διαμόρφωση μιας ακόμη τάξης-στηρίγματος της αστικής κυριαρχίας. Στην περίπτωση αυτή, στον ρόλο του σημαντικότερου μοχλού κοινωνικής ανόδου αναδείχθηκε η οικοδομική δραστηριότητα, μέσω της αντιπαροχής. Έτσι, από τη μια διαμορφωνόταν ένα εκτεταμένο στρώμα μικρών και μεσαίων εισοδηματιών, ενώ, από την άλλη, γιγάντωνε το κύκλωμα των μικρών και μεσαίων εργολάβων, συμπληρωματικά ως προς την ανάπτυξη του μεγάλου κατασκευαστικού κεφαλαίου και της βιομηχανίας οικοδομικών υλικών (τσιμεντοβιομηχανία, χαλυβουργία κ.λπ.).

Αντίστοιχες, αν και όχι αυτής της έκτασης, διαδικασίες συντελέστηκαν και σε άλλους κλάδους, με συνέπεια την αναπαραγωγή παραδοσιακών μικροαστικών στρωμάτων που ταύτιζαν την κοινωνική τους άνοδο με την ύπαρξη του συγκεκριμένου μετεμφυλιακού καθεστώτος και τη διατήρηση των σχέσεων αστικής ταξικής κυριαρχίας, την οποία, ως εκ τούτου, στήριζαν.

Στα παραπάνω κοινωνικά στρώματα, που αποτέλεσαν τη βάση στήριξης του καθεστώτος, πρέπει να προστεθούν και τμήματα των αγροτικών πληθυσμών -κυρίως σε οικονομικά και κοινωνικά καθυστερημένες περιοχές- που είχαν υποστεί τις συνέπειες του Εμφυλίου, και σε περιοχές παραμεθόριες, που κρατήθηκαν αποκομμένες από την πολιτική ζωή με πρόσχημα την ασφάλεια (Χριστόφορος Βερναρδάκης – Γιάννης Μαυρής 1991, σ. 174).

Στις διαδικασίες συγκρότησης αυτού του κοινωνικού συνασπισμού που στήριξε το μετεμφυλιακό καθεστώς, καθοριστικός υπήρξε ο ρόλος του κράτους. Παρατηρείται, σε όλη αυτή την περίοδο, ένας αυξανόμενος κρατικός παρεμβατισμός, για «βελτίωση των συνθηκών αξιοποίησης του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου» (Γιάννης Μηλιός 1988, σ. 334-335). Έτσι, ιδιαίτερα τα χρόνια 1953-64 μπορούν να χαρακτηριστούν ως η «περίοδος ανάπτυξης υπό την καθοδήγηση του κράτους» (στο ίδιο, σ. 335).

Ο κρατικός παρεμβατισμός για τη διαμόρφωση όρων αποτελεσματικότερης αξιοποίησης του κεφαλαίου, εκτός των άλλων εκδηλώνεται με την ίδρυση δημοσίων επιχειρήσεων που εξασφαλίζουν φτηνές υπηρεσίες (ΔΕΗ, ΟΤΕ κ.λπ.), με τεράστια για τα ελληνικά μέτρα έργα υποδομής, αλλά παίρνει και μορφές απροκάλυπτης εύνοιας, κυρίως μέσω επιδοτήσεων, χαριστικών δανείων και φοροαπαλλαγών, με αλλεπάλληλα νομοθετήματα. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι στα τέλη της δεκαετίας του ’50 η φορολόγηση των εφοπλιστών απέφερε στο ελληνικό δημόσιο 9 εκατομμύρια δολάρια. Στα τέλη της επόμενης δεκαετίας και παρά το ότι τα κέρδη των εφοπλιστών είχαν υπερδιπλασιαστεί, εισπράττονταν μόνο 2 εκατομμύρια δολάρια, όταν η Νορβηγία, με στόλο ανάλογο με τον ελληνικό, εισέπραττε ποσό εκατονταπλάσιο!… (Μιχάλης Μάλλιος 1975, σ. 87)

Αν και οι φόβοι της Αριστεράς για κατάλυση των κοινοβουλευτικών θεσμών και επιβολή «μοναρχοφασιστικού καθεστώτος» στα χρόνια του Εμφυλίου δεν επαληθεύτηκαν, η κοινοβουλευτική δημοκρατία στη μεταπολεμική Ελλάδα παρέμενε ακρωτηριασμένη, λόγω των έκτακτων μέτρων, τα οποία είχαν ισχύ αυξημένη, σε σχέση όχι μόνο με τους κοινούς νόμους αλλά και με το ίδιο το Σύνταγμα (Νίκος Αλιβιζάτος 1983α, σ. 538).

Με βάση τον Α.Ν. 509 του 1947, με τον οποίο τέθηκαν εκτός νόμου «το ΚΚΕ και αι παραφυάδες αυτού» (ΕΑΜ, ΕΠΟΝ, Αγροτικό Κόμμα Ελλάδας κ.λπ.), αλλά και με μια σειρά άλλων νόμων και ψηφισμάτων της περιόδου του Εμφυλίου αλλά και της μεταξικής δικτατορίας, που συμπληρώθηκαν και ενισχύθηκαν κατά τη μετεμ φυλιακή περίοδο, κάθε δραστηριότητα που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως εξυπηρετούσα τους στόχους του παράνομου ΚΚΕ μπορούσε να κριθεί παράνομη και να διωχθεί.

Το αντιδημοκρατικό θεσμικό πλαίσιο που συγκροτούσαν τα έκτακτα μέτρα, διαμορφώθηκε με τη συνεργασία και τη συναίνεση ολόκληρου σχεδόν του αστικού πολιτικού κόσμου, τόσο της Δεξιάς όσο και του βενιζελογενούς Κέντρου. Μπορεί να ήταν η Δεξιά που επωφελήθηκε στη συνέχεια, μονοπωλώντας την εξουσία επί σειρά χρόνων και μετατρέποντας τον κρατικό μηχανισμό σε παραταξιακό όργανο (το διαβόητο «κράτος της Δεξιάς»), αλλά και οι δυνάμεις του Κέντρου, συμβάλλοντας ενεργά στη νίκη του αστισμού (κεντρώος ήταν ο Γεώργιος Παπανδρέου, πρωθυπουργός κατά την αναμέτρηση των Δεκεμβριανών του ’44, κεντρώος ο Νικόλαος Πλαστήρας, πρωθυπουργός μετά τα Δεκεμβριανά και κατά την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας, κεντρώος και ο Θεμιστοκλής Σοφούλης, πρωθυπουργός κατά τον Εμφύλιο), συνέβαλαν, επίσης, στη θωράκιση του καθεστώτος με τη λήψη έκτακτων αντιδημοκρατικών μέτρων, που αργότερα στράφηκαν και κατά της παράταξής τους.

Για τη διεξαγωγή του «αντικομμουνιστικού αγώνος», για την αντιμετώπιση του εργατικού και λαϊκού κινήματος, συγκροτήθηκε ένας τεράστιος μηχανισμός καταστολής, που, εκτός από τον στρατό και τα σώματα ασφαλείας, περιλάμβανε και ένοπλα σώματα πολιτών (TEA), αλλά και ανεπίσημες παρακρατικές οργανώσεις και συμμορίες, στελεχωμένες από τα αποβράσματα που είχαν θητεύσει στους χαφιέδικους μηχανισμούς της 4ης Αυγούστου, στα Τάγματα Ασφαλείας των γερμανοτσολιάδων συνεργατών του κατακτητή, καθώς και στις αντικομμουνιστικές τρομοκρατικές συμμορίες της μεταβαρκιξιανής περιόδου.

Παράλληλα με τη Βουλή και την κυβέρνηση, ο θρόνος και ο στρατός λειτουργούσαν ως κέντρα εξουσίας, μέσω εξωθεσμικών παρεμβάσεων, κατά παράβαση των θεσμοθετημένων λειτουργιών τους. Διαμορφώθηκε, έτσι, ένα πλέγμα σχέσεων εξουσίας που δεν μπορούσε να ανεχθεί ούτε κι αυτές τις στοιχειώδεις αστικοδημοκρατικές ρυθμίσεις τις οποίες επιχείρησαν οι κυβερνήσεις της Ένωσης Κέντρου στα 1963-65. Η ανατροπή του Γεώργιου Παπανδρέου, με το βασιλικό πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1965, υπήρξε έκφραση της πρόθεσής τους να μην επιτρέψουν τη δημιουργία της παραμικρής ρωγμής στο σύστημα κυριαρχίας που είχαν επιβάλει.

Συμπερασματικά, θα συμφωνήσουμε πως το μετεμφυλιακό καθεστώς στηρίχτηκε στη διαμόρφωση ενός εξουσιαστικού συνασπισμού, που οι διαδικασίες συγκρότησής του «είχαν τρία αποτελέσματα: α) Τη δημιουργία μιας σχετικά πολυάριθμης κατηγορίας νέων επιχειρηματικών στρωμάτων, β) Το σχηματισμό ενός κράτους που ευνοεί, με την πραγματοποίηση έργων υποδομής, τις συνθήκες κεφαλαιακής συσσώρευσης, αλλά και που εγγυάται τη λειτουργία ενός θεσμικού πλαισίου που αποσκοπεί στη χειραγώγηση των πολιτικών και κοινωνικών εκείνων δυνάμεων που στήριξαν το εαμικό μπλοκ, γ) Τη σύναψη σημαντικών κοινωνικών συμμαχιών, το εΰρος των οποίων διευκόλυνε την παγίωση των ταξικών σχέσεων εξουσίας» (Σπύρος Σακελλαρόπουλος 1998, σ. 158-159).

Η θετική για τον αστισμό ε’κβαση της ένοπλης ταξικής αντιπαράθεσης το 1949, αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα για την εκ νέου και σε ευρύτερη κλίμακα -μετά τη μεσοπολεμική περίοδο- απογείωση του ελληνικού καπιταλισμού, που στη δεκαετία του ’70 ήταν πλέον σε θέση να συμμετάσχει στον συνασπισμό των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών της Ευρώπης, με τη δρομολόγηση της πλήρους ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ.

Το ελληνικό κεφάλαιο αποδείχτηκε εξαιρετικά δυναμικό και αποτελεσματικό, και προϋπόθεση γι’ αυτό αποτέλεσε η άσκηση μιας πολιτικής που απέκλειε την παρέμβαση των ηττημένων του Εμφυλίου, επιτρέποντας την ανεμπόδιστη κεφαλαιακή κερδοφορία, σε συνθήκες σκληρής εκμετάλλευσης των δυνάμεων της εργασίας.

Σε επόμενη αναρτησή μας θα παραθέσουμε το κεφάλαιο, απ’ το ίδιο βιβλίο, που φέρει τον τίτλο «Δυο κόσμοι χωριστά: η Ελλάδα των ηττημένων»

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *