Έρικ Χόμπσμπαουμ. Ένας παγκόσμιος ιστορικός

Συμπληρώνονται σήμερα δύο χρόνια από τον θάνατο του Έρικ Χομπσμπάουμ. Τιμώντας τον μεγάλο μαρξιστή ιστορικό, οι εκδόσεις “Θεμέλιο” οργάνωσαν πέρσι, στις 8 Νοεμβρίου, Ημερίδα στην οποία μεταξύ άλλων μίλησε και ο Βόγλης Πολυμέρης, την εισήγηση του οποίου δημοσιεύουμε.χομπ

 

Ο θά­να­τος του Έρικ Χό­μπσμπα­ουμ πριν α­πό πε­ρί­που έ­να χρό­νο συ­νο­δεύ­τη­κε α­πό πλη­θώ­ρα δη­μο­σιευ­μά­των για το έρ­γο του, που συ­νή­θως συ­νο­δεύο­νταν α­πό το χα­ρα­κτη­ρι­σμό ως του με­γα­λύ­τε­ρου και δια­ση­μό­τε­ρου α­νά τον κό­σμο ι­στο­ρι­κού. Ο «Guardian» πε­ριέ­γρα­ψε τον Χό­μπσμπα­ουμ ό­χι α­πλώς ως τον πιο δια­κε­κρι­μέ­νο μαρ­ξι­στή ι­στο­ρι­κό της Βρε­τα­νίας, αλ­λά ως γε­νι­κό­τε­ρα «έ­ναν α­πό τους με­τρη­μέ­νους στα δά­κτυ­λα ι­στο­ρι­κούς ο­ποιασ­δή­πο­τε ε­πο­χής που α­πο­λάμ­βα­νε πραγ­μα­τι­κή ε­θνι­κή και διε­θνή α­να­γνώ­ρι­ση». Ωστό­σο, λι­γό­τε­ρο γνω­στό εί­ναι ό­τι υ­πήρ­ξαν και έ­ντο­νες ε­πι­κρί­σεις για τον Χό­μπσμπα­ουμ. Την ε­πο­μέ­νη του θα­νά­του του, στην «Daily Mail» δη­μο­σιεύ­θη­κε έ­να άρ­θρο που υ­πο­στή­ρι­ζε ό­τι ή­ταν «έ­νας άν­θρω­πος που α­νοι­κτά μι­σού­σε τη Βρε­τα­νία και ο ο­ποίος συ­νει­δη­τά έ­γρα­φε ψεύ­δη» και υ­παι­νισ­σό­ταν ό­τι μπο­ρεί να ή­ταν και κα­τά­σκο­πος των Σο­βιε­τι­κών. Η αμ­φι­σβή­τη­ση εί­χε ξε­κι­νή­σει αρ­κε­τά χρό­νια νω­ρί­τε­ρα. Το 2001, στο πε­ριο­δι­κό «National Interest» το έρ­γο του πα­ρου­σια­ζό­ταν κά­τω α­πό τον τίτ­λο «Ο κα­θη­γη­τής του Στά­λιν. Η α­παί­σια, ε­πι­δρα­στι­κή κα­ριέ­ρα του Έρικ Χό­μπσμπα­ουμ». Υπάρ­χει μια, κα­τά κά­ποιον τρό­πο, α­ντί­φα­ση: ε­νώ ό­λοι α­να­γνώ­ρι­ζαν την πα­γκό­σμια εμ­βέ­λεια του έρ­γου του, αρ­κε­τοί αμ­φι­σβη­τού­σαν την α­ξία του. Αξί­ζει να διε­ρευ­νή­σου­με αυ­τήν την α­ντί­φα­ση. Θα ξε­κι­νή­σω α­πό τη διε­θνή α­να­γνώ­ρι­ση του, ή, πιο α­πλά, για­τί ο Χό­μπσμπα­ουμ α­να­δεί­χθη­κε στον πιο διά­ση­μο ι­στο­ρι­κό του 20ού αιώ­να, και στη συ­νέ­χεια θα α­σχο­λη­θώ με την κρι­τι­κή που του α­σκή­θη­κε α­να­φο­ρι­κά με τον τρό­πο με τον ο­ποίο η πο­λι­τι­κή στρά­τευ­ση ε­πη­ρέ­α­σε το ι­στο­ρι­κό έρ­γο του. Αυ­τό που θα υ­πο­στη­ρί­ξω εί­ναι ό­τι οι δύο ι­διό­τη­τες με τις ο­ποίες εγ­γρά­φη­κε στη δη­μό­σια σφαί­ρα, δη­λα­δή «μαρ­ξι­στής ι­στο­ρι­κός», λει­τουρ­γού­σαν συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά στο έρ­γο του και αυ­τή η δι­πλή ι­διό­τη­τα πε­ριέ­κλειε μια δυ­να­μι­κή σχέ­ση τό­σο με τον μαρ­ξι­σμό ό­σο και με την ι­στο­ρία, η ο­ποία σε με­γά­λο βαθ­μό του ε­πέ­τρε­ψε να α­να­δει­χθεί σε πα­γκό­σμιο ι­στο­ρι­κό.

Ανα­νέω­σε την ι­στο­ριο­γρα­φία

Ο Χό­μπσμπα­ουμ ξε­κί­νη­σε ως ι­στο­ρι­κός της κοι­νω­νι­κής και οι­κο­νο­μι­κής ι­στο­ρίας. Το πρώ­το άρ­θρο που δη­μο­σίευ­σε στο πε­ριο­δι­κό «Past and Present», που ο ί­διος μα­ζί με άλ­λους βρε­τα­νούς μαρ­ξι­στές ι­στο­ρι­κούς δη­μιούρ­γη­σε το 1952, α­φο­ρού­σε τους Λου­δί­τες ερ­γά­τες, ε­νώ το 1954 προ­κά­λε­σε έ­ντο­νη ι­στο­ριο­γρα­φι­κή συ­ζή­τη­ση με άρ­θρο που δη­μο­σίευ­σε στο ί­διο πε­ριο­δι­κό υ­πο­στη­ρί­ζο­ντας ό­τι ο κα­πι­τα­λι­σμός εμ­φα­νί­στη­κε στην Βρε­τα­νία ή­δη α­πό τον 17ο αιώ­να. Στη δε­κα­ε­τία του 1960, θα συμ­με­τά­σχει στη διε­θνή συ­ζή­τη­ση για το ε­πί­πε­δο ζωής της ερ­γα­τι­κής τά­ξης στα χρό­νια της βιο­μη­χα­νι­κής ε­πα­νά­στα­σης στην Αγγλία. Την ί­δια πε­ρίο­δο θα κα­θιε­ρω­θεί ως έ­νας α­πό τους θε­με­λιω­τές της κοι­νω­νι­κής ι­στο­ρίας στον αγ­γλο­σα­ξω­νι­κό κό­σμο. Ήταν το 1966, ό­ταν μα­ζί με άλ­λους ι­στο­ρι­κούς με­τα­ξύ αυ­τών και ο E.Π. Tόμ­σον, δη­μο­σίευ­σαν μια σει­ρά άρ­θρων σε έ­να τεύ­χος του «TLS» κά­τω α­πό τον κοι­νό τίτ­λο «New ways in History». Ήδη, δη­λα­δή, α­πό τη δε­κα­ε­τία του 1960 βρί­σκε­ται α­νά­με­σα σε μια ο­μά­δα ι­στο­ρι­κών που στην κυ­ριο­λε­ξία βρί­σκε­ται στην πρω­το­πο­ρία της ι­στο­ρι­κής ε­πι­στή­μης, του­λά­χι­στον στον αγ­γλο­σα­ξω­νι­κό κό­σμο.
Το εν­δια­φέ­ρον στην πε­ρί­πτω­ση του Χό­μπσμπα­ουμ εί­ναι ό­τι πο­λύ νω­ρίς ε­γκα­τα­λεί­πει το α­ντι­κεί­με­νο που κυ­ριαρ­χεί στην κοι­νω­νι­κή ι­στο­ρία ε­κεί­νη την ε­πο­χή, δη­λα­δή τη με­λέ­τη της ερ­γα­τι­κής τά­ξης, και γε­νι­κό­τε­ρα δια­φο­ρο­ποιεί­ται α­πό τους άλ­λους ι­στο­ρι­κούς της γε­νιάς του. Η ι­στο­ρι­κή του προ­σέγ­γι­ση ή­δη α­πό τη δε­κα­ε­τία του 1960 εί­ναι ι­διαί­τε­ρα ε­πι­δρα­στι­κή για­τί α­να­νεώ­νει την ι­στο­ριο­γρα­φία με τρεις τρό­πους. Ο πρώ­τος εί­ναι ό­τι και στρέ­φε­ται σε θέ­μα­τα που ε­κεί­νη την ε­πο­χή πα­ρου­σιά­ζουν μάλ­λον μι­κρό εν­δια­φέ­ρον για τους ι­στο­ρι­κούς. Ανα­φέ­ρο­μαι στις με­λέ­τες και άρ­θρα για τους Πρω­τό­γο­νους Επα­να­στά­τες και τους Λη­στές, ό­που ε­ξε­τά­ζει τις μορ­φές ρι­ζο­σπα­στι­κής δρά­σης σε προ­κα­πι­τα­λι­στι­κές κοι­νω­νίες. Το εν­δια­φέ­ρον του για την «αρ­χαϊκό­τη­τα» μορ­φών κοι­νω­νι­κής ορ­γά­νω­σης και δρά­σης, τον ο­δη­γεί σε μια πιο ε­κλε­κτι­κι­στι­κή προ­σέγ­γι­ση. Στις με­λέ­τες αυ­τές ο Χό­μπσμπα­ουμ διεύ­ρυ­νε το πε­δίο της ι­στο­ρι­κής έ­ρευ­νας, συ­νο­μι­λώ­ντας με την κοι­νω­νιο­λο­γία και την κοι­νω­νι­κή αν­θρω­πο­λο­γία. Δεν αρ­κέ­στη­κε σε μια «ι­στο­ρία α­πό τα κά­τω» και να συ­μπε­ρι­λά­βει ό­σους η πα­ρα­δο­σια­κή ι­στο­ρία εί­χε μέ­χρι τό­τε α­γνοή­σει αλ­λά ε­μπλού­τι­σε την ί­δια την προ­σέγ­γι­ση με­λε­τώ­ντας την κουλ­τού­ρα, τις πρα­κτι­κές, τη νοο­τρο­πία αυ­τών των υ­πο­κει­μέ­νων που με­λε­τού­σε. Το τρί­το και­νο­τό­μο στοι­χείο της προ­σέγ­γι­σής του ή­ταν ό­τι βγή­κε α­πό το «δυ­τι­κο­ευ­ρω­παϊκό» κα­νό­να κα­θώς στρά­φη­κε στην πε­ρι­φέ­ρεια την α­γρο­τι­κή Ιτα­λία και Ισπα­νία, αλ­λά και την Σερ­βία, την Βρα­ζι­λία και την Ινδία. Δεν θα έ­λε­γα ό­τι ήρ­θε σε ρή­ξη με τον «ευ­ρω­κε­ντρι­σμό», αλ­λά σί­γου­ρα διεύ­ρυ­νε γεω­γρα­φι­κά το πε­δίο των εν­δια­φε­ρό­ντων των ι­στο­ρι­κώ­ν. Δύ­σκο­λα θα μπο­ρού­σε κα­νείς να βρει ευ­ρω­παίο ι­στο­ρι­κό που το 1974 θα δη­μο­σίευε σε ι­στο­ρι­κό πε­ριο­δι­κό άρ­θρο για τις κα­τα­λή­ψεις γης α­πό τους α­γρό­τες του Πε­ρού και θα α­σχο­λιό­ταν με τις σχέ­σεις ι­διο­κτη­σίας και τα α­γρο­τι­κά κι­νή­μα­τα στη χώ­ρα α­πό τα τέ­λη του 19ου αιώ­να έως τη δε­κα­ε­τία του 1960 (το άρ­θρο συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στον τό­μο Ξε­χω­ρι­στοί άν­θρω­ποι. Αντί­στα­ση, ε­ξέ­γερ­ση και τζα­ζ). Με λί­γα λό­για, οι νέες θε­μα­τι­κές που ει­σή­γα­γε, η διε­πι­στη­μο­νι­κή προ­σέγ­γι­ση με έμ­φα­ση στη με­λέ­τη της κουλ­τού­ρας και η διε­θνι­κή διά­στα­ση των με­λε­τών, κα­τέ­στη­σαν αρ­κε­τά νω­ρίς τον Χό­μπσμπα­ουμ μια ξε­χω­ρι­στή πε­ρί­πτω­ση ι­στο­ρι­κού.

Η συν­θε­τι­κή ι­στο­ρία

Η ί­δια η προ­σέγ­γι­σή του στην κοι­νω­νι­κή ι­στο­ρία ή­ταν ι­διαί­τε­ρη. Ενώ οι άλ­λοι ι­στο­ρι­κοί α­πό το χώ­ρο της κοι­νω­νι­κής ι­στο­ρίας εν­δια­φέ­ρο­νταν για τη με­λέ­τη μιας συ­γκε­κρι­μέ­νης πε­ρί­πτω­σης στο χώ­ρο και το χρό­νο, ο Χό­μπσμπα­ουμ εν­δια­φε­ρό­ταν για τη με­γά­λη κλί­μα­κα, τη διε­θνι­κό­τη­τα των ε­ξε­λί­ξεων και των φαι­νο­μέ­νων. Αυ­τό θα φα­νεί αρ­κε­τά νω­ρίς στο έρ­γο του, η Επο­χή των Επα­να­στά­σεω­ν εκ­δί­δε­ται το 1962, για να συ­μπλη­ρω­θεί με τους άλ­λους δύο τό­μους το 1975 και το 1987. Μπο­ρεί να μην ει­ση­γεί­ται κά­ποια νέα μέ­θο­δο κοι­νω­νι­κής ι­στο­ρίας, αλ­λά μέ­σα α­πό το έρ­γο του προ­τεί­νει μια νέα ι­στο­ρι­κή προ­σέγ­γι­ση, αυ­τό που πο­λύ συ­χνά α­πο­κα­λού­με συν­θε­τι­κή ι­στο­ρία. Η έν­νοια της συν­θε­τι­κής ι­στο­ρίας συ­νή­θως α­φο­ρά μια προ­σέγ­γι­ση που συ­σχε­τί­ζει την οι­κο­νο­μία, την κοι­νω­νία, την πο­λι­τι­κή και την κουλ­τού­ρα. Στο έρ­γο του Χό­μπσμπα­ουμ η συν­θε­τι­κή ι­στο­ρία α­πα­ντά σε μια άλ­λη α­νά­γκη, να ξε­πε­ρα­στούν κά­ποιες εγ­γε­νείς α­δυ­να­μίες της κοι­νω­νι­κής ι­στο­ρίας. Όπως έ­χει ε­πι­ση­μά­νει ο Τζέι­μς Κρό­νιν, η κοι­νω­νι­κή ι­στο­ρία με την έμ­φα­ση που δί­νει στην το­πι­κή διά­στα­ση, στο με­ρι­κό και τη ζωή των κα­θη­με­ρι­νών αν­θρώ­πων εί­ναι δύ­σκο­λο να με­τα­τρα­πεί σε μια ι­στο­ρία συ­νο­λι­κά της κοι­νω­νίας. Ο τρό­πος για να γε­φυ­ρω­θεί το χά­σμα εί­ναι η θεω­ρία και, στην πε­ρί­πτω­ση του Χό­μπσμπα­ου­μ, ο μαρ­ξι­σμός α­πο­τέ­λε­σε τη θεω­ρία για να συν­δυα­στεί η κοι­νω­νι­κή ι­στο­ρία ό­χι α­πλά με την ι­στο­ρία συ­νο­λι­κά της κοι­νω­νίας αλ­λά, α­κό­μη πιο φι­λό­δο­ξα, με την πα­γκό­σμια ι­στο­ρία. Πό­σο δε μάλ­λον, ό­ταν η θεω­ρία του Μαρξ ή­ταν το κα­ταλ­λη­λό­τε­ρο α­να­λυ­τι­κό και ερ­μη­νευ­τι­κό πλαί­σιο για να με­λε­τη­θούν οι αλ­λα­γές που συ­νέ­βη­σαν το 19ο αιώ­να, ο ο­ποίος βρέ­θη­κε στο ε­πί­κε­ντρο της τρι­λο­γίας των «ε­πο­χών» του Χό­μπσμπα­ουμ. Ήταν μια μο­να­δι­κή «ευ­τυ­χής σύ­μπτω­ση»: έ­νας μαρ­ξι­στής ι­στο­ρι­κός χρη­σι­μο­ποιεί τη θεω­ρία του 19ου αιώ­να για να με­λε­τή­σει το 19ο αιώ­να.

Διε­θνής πα­ρου­σία

Ενώ η πα­γκό­σμια ο­πτι­κή του ι­στο­ρι­κού έρ­γου του εί­ναι αυ­τή που βοή­θη­σε στη α­να­γνώ­ρι­ση του ως ι­στο­ρι­κού, α­πό την άλ­λη πλευ­ρά, η διε­θνής κα­τα­ξίω­σή δεν ο­φεί­λε­ται μό­νο στο ι­στο­ρι­κό έρ­γο του αλ­λά συ­νο­λι­κό­τε­ρα στη διε­θνή του πα­ρου­σία ως μαρ­ξι­στή δια­νοου­μέ­νου. Η διαρ­κής και πο­λύ­χρο­νη πα­ρου­σία του σε μια ό­λο και πιο πα­γκο­σμιο­ποιη­μέ­νη δη­μό­σια σφαί­ρα α­ξί­ζει μιας έ­στω και σύ­ντο­μης α­να­φο­ράς. Κα­ταρ­χήν, το εύ­ρος των εν­δια­φε­ρό­ντων του, που υ­πε­ρέ­βαι­νε κα­τά πο­λύ αυ­τά ε­νός ευ­ρυ­μα­θούς ι­στο­ρι­κού. Από την τζαζ μέ­χρι το αρτ νου­βό και α­πό τον πό­λε­μο στο Βιετ­νάμ μέ­χρι τους πο­λέ­μους του Μπους με­τά την 11η Σε­πτεμ­βρίου, ο Χό­μπσμπα­ουμ με τις κυ­ριο­λε­κτι­κά α­να­ρίθ­μη­τες ο­μι­λίες, πα­ρεμ­βά­σεις, ε­πι­φυλ­λί­δες, άρ­θρα, βι­βλία με­τα­τρά­πη­κε α­πό ι­στο­ρι­κό σε δια­νοού­με­νο μιας πα­γκο­σμιο­ποιη­μέ­νης δη­μό­σιας σφαί­ρας. Ο δεύ­τε­ρος λό­γος εί­ναι ό­τι η μαρ­ξι­στι­κή προ­σέγ­γι­ση και γε­νι­κό­τε­ρα η πο­λι­τι­κή στρά­τευ­ση θα ε­πι­τρέ­ψει στον Χό­μπσμπα­ουμ να βγει α­πό τα στε­νά ό­ρια της πα­νε­πι­στη­μια­κής κοι­νό­τη­τας και να ε­ντα­χθεί σε έ­να διε­θνές δί­κτυο της Αρι­στε­ράς. Ένα ε­κτε­τα­μέ­νο δί­κτυο φί­λων, εκ­δό­των, συ­νερ­γα­τών α­πό το χώ­ρο της Αρι­στε­ράς σε ό­λο τον κό­σμο θα α­να­λά­βει να με­τα­φρά­σει και να εκ­δώ­σει τα έρ­γα του σε άλ­λες γλώσ­σες, θα τον κα­λέ­σει σε συ­νέ­δρια, θα του πά­ρει συ­νε­ντεύ­ξεις και θα διευ­ρύ­νει τον κύ­κλο των α­να­γνω­στών του. Πα­ράλ­λη­λα, ο ί­διος μέ­σα α­πό αυ­τό δί­κτυο των δια­νοου­μέ­νων της Αρι­στε­ράς θα τα­ξι­δέ­ψει σε διά­φο­ρες χώ­ρες και θα διευ­ρύ­νει την μα­τιά του ως ι­στο­ρι­κός και δια­νοού­με­νος. Τα τα­ξί­δια, για πα­ρά­δειγ­μα, που έ­κα­νε με φί­λους του ι­τα­λούς κομ­μου­νι­στές στη Σι­κε­λία θα α­πο­τε­λέ­σουν την α­φορ­μή για να στρα­φεί στους «πρω­τό­γο­νους ε­πα­να­στά­τες». Δύο α­κό­μη αλ­λη­λέν­δε­τοι πα­ρά­γο­ντες, που ε­ξη­γούν τη διε­θνή α­πή­χη­ση του Χό­μπσμπα­ουμ θα πρέ­πει να α­να­φερ­θούν, έ­στω ε­πι­γραμ­μα­τι­κά. Ο έ­νας συν­δέε­ται με την κυ­ριαρ­χία της αγ­γλο­σα­ξω­νι­κής α­κα­δη­μαϊκής πα­ρα­γω­γής (και την α­ντί­στοι­χη υ­πο­χώ­ρη­ση της γαλ­λι­κής) σε διε­θνές ε­πί­πε­δο τις τε­λευ­ταίες δε­κα­ε­τίες και ο άλ­λος εί­ναι ό­τι ο ί­διος ε­πι­λέ­γει να α­πευ­θυν­θεί και να γρά­ψει για το ευ­ρύ­τε­ρο α­να­γνω­στι­κό κοι­νό, και ό­χι α­πλά για την κοι­νό­τη­τα των πα­νε­πι­στη­μια­κών ι­στο­ρι­κών, υιο­θε­τώ­ντας έ­να στιλ γρα­φής που και ο ί­διος α­πο­κα­λού­σε «υ­ψη­λή ε­κλαΐκευ­ση».

Ύστε­ρα ήρ­θε η αμ­φι­σβή­τη­ση

Η διε­θνής α­να­γνώ­ρι­ση α­πό έ­να ση­μείο και με­τά συν­δυά­στη­κε με την αμ­φι­σβή­τη­σή του ως ι­στο­ρι­κού. Ο Χό­μπσμπα­ουμ βρέ­θη­κε στο στό­χα­στρο της κρι­τι­κής ό­ταν στρά­φη­κε α­πό τον 19ο αιώ­να στον 20ό και συ­μπλή­ρω­σε την τρι­λο­γία του με την έκ­δο­ση της Επο­χής των ά­κρω­ν το 1994. Η Επο­χή των ά­κρω­ν, αν και ε­γκω­μιά­στη­κε α­πό πολ­λούς ι­στο­ρι­κούς, α­πο­τέ­λε­σε για άλ­λους ι­στο­ρι­κούς, πο­λι­τι­κούς ε­πι­στή­μο­νες και δη­μο­σιο­γρά­φους αι­τία πο­λέ­μου. Ο Ζαν Φραν­σουά Ρε­βέλ τον χα­ρα­κτή­ρι­σε έ­να «γη­ραιό και α­με­τα­νό­η­το στα­λι­νι­κό» και το βι­βλίο του «ως προ­πα­γάν­δα υ­πέρ του ο­λο­κλη­ρω­τι­σμού». Αξί­ζει να πα­ρα­τη­ρή­σει κα­νείς ό­τι το βι­βλίο του με­τα­φρά­στη­κε στα γαλ­λι­κά με αρ­κε­τή κα­θυ­στέ­ρη­ση και δεν εκ­δό­θη­κε α­πό τον τα­κτι­κό εκ­δό­τη του (εκδ. Fayard), ο ο­ποίος έ­κρι­νε ό­τι το βι­βλίο δεν ή­ταν ού­τε κα­λό ού­τε πρω­τό­τυ­πο. Η ά­πο­ψη του Πιερ Νο­ρά για την α­προ­θυ­μία έκ­δο­σης του βι­βλίου ή­ταν ό­τι «ε­πει­δή η Γαλ­λία ή­ταν η πιο βα­θειά και ε­πί μα­κρόν στα­λι­νι­κή (στη Δύ­ση) χώ­ρα και, ό­ταν εκ­δό­θη­κε το βι­βλίο, υ­πήρ­χε η πιο δυ­να­τή και ο­γκού­με­νη ε­χθρό­τη­τα σε ο­τι­δή­πο­τε α­να­κα­λού­σε τη φι­λο­σο­βιε­τι­κή ε­πο­χή». Τε­λι­κά, εκ­δό­θη­κε στα γαλ­λι­κά α­πό τον «Monde Diplomatique» σε συ­νερ­γα­σία με έ­ναν μι­κρό βελ­γι­κό οί­κο, πέ­ντε χρό­νια με­τά α­πό την αγ­γλι­κή έκ­δο­ση. Το βι­βλίο ε­πι­κρί­θη­κε έ­ντο­να τό­σο α­πό τους συ­ντη­ρη­τι­κούς κύ­κλους, ό­πως α­πό έ­ναν αρ­θρο­γρά­φο στο πε­ριο­δι­κό «National Interest», ο ο­ποίος ι­σχυ­ρί­στη­κε ό­τι πε­ρι­λαμ­βά­νει «πολ­λές πα­ρα­ποιή­σεις, μι­σές α­λή­θειες και συ­νει­δη­τές α­πο­σιω­πή­σεις», αλ­λά και α­πό δια­κε­κρι­μέ­νους ι­στο­ρι­κούς, ό­πως ο Τό­νι Τζου­ντ. Οι ε­πι­κρί­σεις, πα­ρά τις δια­φο­ρές τους, συ­νέ­κλι­ναν σε έ­να ση­μείο: ο Χό­μπσμπα­ουμ κα­τη­γο­ρή­θη­κε για τον τρό­πο με τον ο­ποίο προ­σέγ­γι­σε τη Σο­βιε­τι­κή Ένω­ση στα χρό­νια του Στά­λιν, αλ­λά και συ­νο­λι­κό­τε­ρα το κομ­μου­νι­στι­κό φαι­νό­με­νο, ό­τι δη­λα­δή υ­πο­βάθ­μι­σε και σχε­τι­κο­ποίη­σε την αυ­ταρ­χι­κή πλευ­ρά αυ­τών των κα­θε­στώ­των και τα δει­νά που ε­πι­σώ­ρευ­σαν στους λα­ούς αυ­τών των χω­ρών.
Οι α­ντι­δρά­σεις, πα­ρά τη σφο­δρό­τη­τά τους, μάλ­λον δεν πρέ­πει να ε­ξέ­πλη­ξαν τον Χό­μπσμπα­ουμ. Η χρο­νι­κή στιγ­μή στην ο­ποία εκ­δό­θη­κε η Επο­χή των ά­κρω­ν δεν ή­ταν η πιο κα­τάλ­λη­λη για την υ­πο­στή­ρι­ξη τέ­τοιων θέ­σεων. Λί­γα χρό­νια με­τά την κα­τάρ­ρευ­ση των κομ­μου­νι­στι­κών κα­θε­στώ­των, στο α­πό­γειο του πα­νη­γυ­ρι­σμού για τη νί­κη του κα­πι­τα­λι­σμού και τη χρε­ο­κο­πία του κομ­μου­νι­σμού, έ­νας δια­κε­κρι­μέ­νος ι­στο­ρι­κός ε­ξέ­δι­δε έ­να βι­βλίο για τον 20ό αιώ­να, στο ο­ποίο ό­χι μό­νο δεν κα­τα­δί­κα­ζε τον κομ­μου­νι­σμό αλ­λά α­ντί­θε­τα πε­ριέ­γρα­φε τον Ψυ­χρό Πό­λε­μο ως μια κα­τα­σκευή των Ηνω­μέ­νων Πο­λι­τειών για να δια­τη­ρή­σουν την πα­γκό­σμια η­γε­μο­νία τους. Η κρι­τι­κή δεν α­φο­ρού­σε α­πλά την προ­σέγ­γι­ση σε μια ι­στο­ρι­κή πε­ρίο­δο, αλ­λά συ­νο­λι­κά τις πο­λι­τι­κές ι­δέες του Χό­μπσμπα­ουμ. Εάν στην τρι­λο­γία ο μαρ­ξι­σμός εί­χε βο­η­θή­σει την ι­στο­ρι­κή προ­σέγ­γι­ση του 19ου αιώ­να, στη με­λέ­τη του 20ού την εί­χε υ­πο­νο­μεύ­σει. Ένας ι­στο­ρι­κός που πα­ρέ­με­νε κομ­μου­νι­στής στα τέ­λη του 20ού αιώ­να, δεν θα μπο­ρού­σε πα­ρά να εί­ναι έ­νας κα­κός ι­στο­ρι­κός του 20ού αιώ­να.

Μαρ­ξι­στής και ι­στο­ρι­κός

Ωστό­σο, α­κό­μη κι αν δε­χτού­με ό­τι ι­σχύουν τα πα­ρα­πά­νω, τί­θε­ται έ­να ε­ρώ­τη­μα. Για­τί σε μια ε­πο­χή που ση­μα­δεύ­τη­κε α­πό την πτώ­ση του κομ­μου­νι­σμού και την κυ­ριαρ­χία του φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού, έ­νας μαρ­ξι­στής ι­στο­ρι­κός εί­χε τό­ση α­πή­χη­ση με­τα­ξύ των ι­στο­ρι­κών αλ­λά και γε­νι­κό­τε­ρα σε έ­να διε­θνές κοι­νό; Μή­πως ο­φεί­λε­ται στην υ­πο­τι­θέ­με­νη κυ­ριαρ­χία των α­ρι­στε­ρών δια­νοου­μέ­νων στα πα­νε­πι­στή­μια και τα μέ­σα ε­νη­μέ­ρω­σης, ό­πως αρ­κε­τοί υ­πο­στή­ρι­ξα­ν; Η α­κτι­νο­βο­λία του έρ­γου του στις μέ­ρες μας ο­φεί­λε­ται εν μέ­ρει σε αυ­τό που του κα­τα­μαρ­τυ­ρούν, ό­τι ή­ταν μαρ­ξι­στής ι­στο­ρι­κός. Δεν υ­πο­νοώ ό­τι το έρ­γο του κα­τα­δει­κνύει την ε­πι­και­ρό­τη­τα του μαρ­ξι­σμού, αλ­λά ό­τι το έρ­γο του α­πο­τυ­πώ­νει τη δη­μιουρ­γι­κή σχέ­ση του Χό­μπσμπα­ουμ τό­σο με τον μαρ­ξι­σμό ό­σο και με την ι­στο­ριο­γρα­φία. Η α­πή­χη­σή του ο­φεί­λε­ται στο ό­τι δεν έ­γι­νε ού­τε αρ­τη­ριο­σκλη­ρω­τι­κός μαρ­ξι­στής ού­τε συμ­βα­τι­κός ι­στο­ρι­κός.
Στη διάρ­κεια της ζωής του η σχέ­ση του με τον μαρ­ξι­σμό δεν έ­μει­νε α­με­τά­βλη­τη. Δύ­σκο­λα θα μπο­ρού­σε να πε­ρι­γρά­ψει κα­νείς τον Χό­μπσμπα­ουμ ως έ­ναν πα­ρα­δο­σια­κό μαρ­ξι­στή ή πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο α­με­τα­νό­η­το στα­λι­νι­κό. Αντί­θε­τα, η σκέ­ψη του συ­ντο­νί­στη­κε με τα νέα ρεύ­μα­τα στον μαρ­ξι­σμό και κυ­ρίως τις α­να­ζη­τή­σεις των μαρ­ξι­στών και κομ­μου­νι­στών στην Ιτα­λία, με αυ­τό που ο­νο­μά­στη­κε «ευ­ρω­κομ­μου­νι­σμός», ό­πως φαί­νε­ται σε με­ρι­κά α­πό τα κεί­με­να που δη­μο­σιεύ­τη­καν στο Πώς να αλ­λά­ξου­με τον κό­σμο αλ­λά και σε μια πα­λαιό­τε­ρη έκ­δο­σή του, τις συ­νο­μι­λίες του με τον Τζιόρτ­ζιο Να­πο­λι­τά­νο, ό­πως δη­μο­σιεύ­τη­καν στο The Italian Road to Socialism (1977). Ο σκε­πτι­κι­σμός του α­πέ­να­ντι στην πα­ρα­δο­σια­κή α­ντί­λη­ψη για το ρό­λο της ερ­γα­τι­κής τά­ξης στην Ευ­ρώ­πη σε έ­να με­τα­φορ­ντι­κό κό­σμο α­πο­τυ­πώ­θη­κε σε πολ­λά δο­κί­μια (με κο­ρυ­φαίο ί­σως το άρ­θρο «The Forward March of Labour Halted?» το 1978, το ο­ποίο προ­κά­λε­σε τις α­ντι­δρά­σεις των συ­ντρό­φων του) αλ­λά και στην πο­λι­τι­κή του στρά­τευ­ση: ή­ταν α­πό τους ι­δε­ο­λο­γι­κούς ε­μπνευ­στές των Νέων Εργα­τι­κών με­τά την α­νά­λη­ψη της η­γε­σίας του κόμ­μα­τος α­πό τον Νιλ Κί­νοκ το 1983 –αν και βέ­βαια αρ­γό­τε­ρα στρά­φη­κε δρι­μύ­τα­τα ε­νά­ντια στη με­τα­μόρ­φω­ση του Εργα­τι­κού Κόμ­μα­τος α­πό τον Τό­νι Μπλερ.

Επι­στρο­φή στη συν­θε­τι­κή προ­σέγ­γι­ση

Πα­ράλ­λη­λα, προ­σα­να­το­λί­στη­κε σε θέ­μα­τα που δύ­σκο­λα θα α­πα­σχο­λού­σαν έ­ναν πα­ρα­δο­σια­κό μαρ­ξι­στή ι­στο­ρι­κό της γε­νιάς του. Η στρο­φή του στη με­λέ­τη του ε­θνι­κι­σμού και στην ε­πι­νό­η­ση της πα­ρά­δο­σης α­ντα­να­κλούν την ε­πί­δρα­ση που εί­χαν οι νεό­τε­ρες κα­τευ­θύν­σεις στις κοι­νω­νι­κές ε­πι­στή­μες. Εκεί που έ­νας μαρ­ξι­στής ι­στο­ρι­κός της γε­νιάς του θα προ­σέγ­γι­ζε τον ε­θνι­κι­σμό ως έκ­φαν­ση της κυ­ρίαρ­χης ι­δε­ο­λο­γίας της α­στι­κής τά­ξης, ο Χό­μπσμπα­ουμ τον προ­σέγ­γι­σε μέ­σα α­πό τη με­λέ­τη της κουλ­τού­ρας, σε μια πρώι­μη εκ­δο­χή της πο­λι­τι­σμι­κής ι­στο­ρίας που κυ­ριάρ­χη­σε στη δε­κα­ε­τία του 1990. Βέ­βαια υ­πήρ­χε έ­να ό­ριο σε αυ­τή την ε­ξέ­λι­ξη. Το έρ­γο και η δια­δρο­μή του ως ι­στο­ρι­κού της κοι­νω­νι­κής και οι­κο­νο­μι­κής ι­στο­ρίας και ο σκε­πτι­κι­σμός του α­πέ­να­ντι στις με­τα­μαρ­ξι­στι­κές θεω­ρη­τι­κές προ­σεγ­γί­σεις, τον έ­φε­ραν σε α­ντι­πα­λό­τη­τα με τα θεω­ρη­τι­κά ρεύ­μα­τα που α­να­πτύ­χθη­καν στη δε­κα­ε­τία του 1990, κυ­ρίως τη φε­μι­νι­στι­κή κρι­τι­κή και τη «γλωσ­σι­κή στρο­φή».
Νο­μί­ζω ό­τι υ­πάρ­χει έ­νας ε­πι­πλέ­ον λό­γος για τη διαρ­κή α­πή­χη­σή του, και ο ο­ποίος συν­δέε­ται πά­λι με την ι­στο­ρι­κή προ­σέγ­γι­σή του. Οι ι­στο­ρι­κοί με­τά τα ποι­κί­λα ρεύ­μα­τα και «στρο­φές» των τε­λευ­ταίων τριών δε­κα­ε­τιών ε­πι­στρέ­φουν στην α­νά­γκη μιας νέ­ας, συ­νο­λι­κής ι­στο­ρίας. Ει­δι­κά οι ι­στο­ρι­κοί α­πό το πε­δίο της κοι­νω­νι­κής ι­στο­ρίας, ό­πως ο Τζεφ Έλι στο βι­βλίο του A Crooked Line ή ο Γουί­λιαμ Σιούελ στο Λο­γι­κές της ι­στο­ρίας, εί­ναι αυ­τοί που ε­πι­ση­μαί­νουν την α­νά­γκη μιας νέ­ας, συν­θε­τι­κής προ­σέγ­γι­σης στην ι­στο­ρία. Επι­πλέ­ον, τα τε­λευ­ταία χρό­νια η συ­ζή­τη­ση για τη με­λέ­τη ό­χι α­πλά της κοι­νω­νίας αλ­λά του «κοι­νω­νι­κού» (ως πε­δίου σύ­γκλι­σης της οι­κο­νο­μίας, της πο­λι­τι­κής και της κουλ­τού­ρας) αλ­λά και η έμ­φα­ση στη υ­πε­ρε­θνι­κό­τη­τα (ώ­στε να με­λε­τη­θεί η συ­νά­φεια ι­στο­ρι­κών ε­ξε­λί­ξεων και φαι­νο­μέ­νων σε ευ­ρύ­τε­ρες γεω­γρα­φι­κές κλί­μα­κες) υ­πο­δει­κνύουν την α­να­ζή­τη­ση νέων συν­θε­τι­κών προ­τά­σεων ι­στο­ρι­κής ερ­μη­νείας και α­φή­γη­σης. Σε αυ­τές τις α­να­ζη­τή­σεις τα βι­βλία του Χό­μπσμπα­ουμ θα συ­νε­χί­σουν να α­πο­τε­λούν τα κα­λύ­τε­ρα ει­σα­γω­γι­κά α­να­γνώ­σμα­τα.

Μία απάντηση στο “Έρικ Χόμπσμπαουμ. Ένας παγκόσμιος ιστορικός”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *