Ο Αλτουσέρ για το σχολείο ως ιδεολογικού μηχανισμού του κράτους

Σαν σήμερα, στις 22 Οκτωβρίου 1990, πέθανε σε ηλικία 72 ετών ο μεγάλος μαρξιστής φιλόσοφος Λουί Αλτουσέρ, το έργο του οποίου θεωρήθηκε πως αποτέλεσε τομή στην κατεύθυνση της ανανέωσης του μαρξισμού, σε ρήξη με τον “φιλοσοφικό ανθρωπισμό”, τον ιστορικισμό και τον οικονομισμό.

Από το κλασικό του κείμενο “Ιδεολογία και ιδεολογικοί μηχανισμοί” που μετέφρασε στα ελληνικά ο Ξενοφών Γιαταγάνας και ενταγμένο στη συλλογή κειμένων του Αλτουσέρ  “Θέσεις”  εκδόθηκε από το “Θεμέλιο” το 1977, αναδημοσιεύουμε αποσπάσματα που αναφέρονται στο σχολείο και το εκπαιδευτικό σύστημα.

Υπενθυμίζουμε ότι η κριτική του Αλτουσέρ στο εκπαιδευτικό σύστημα ξεπερνάει την παραδοσιακή αντίληψη του σχολείου, στο οποίο κύρια λειτουργία είναι η “μόρφωση”, και συναντιέται με τις αντίστοιχες -εκείνα τα χρόνια της δεκαετίας του ’60 με την έκρηξη της αμφισβήτησης παγκοσμίως- κριτικές στο σχολείο ως μηχανισμού αναπαραγωγής της κυρίαρχης ιδεολογίας μέσω της ίδιας του της δομής και λειτουργίας και ως μηχανισμού αναπαραγωγής των ταξικών διαχωρισμών.althusser21

 

 

Αλλά πώς πετυχαίνεται αυτή η (διαφοροποιημένη) ειδίκευση της εργατικής δύναμης στο καπιταλιστικό σύστημα; Διαφορετικά με ό,τι συνέβαινε στους δουλοκτητικούς και φεουδαρχικούς κοινωνικούς σχηματισμούς, η αναπαραγωγή αυτής της ειδικευμένης εργατικής δύναμης τείνει (πρόκειται για τάση) να πραγματοποιείται όχι πια «επί τόπου» (μαθητεία μέσα στην ίδια την παραγωγή), αλλά όλο και πιο συχνά έξω από την παραγωγή: με το σχολικό σύστημα, και με άλλους θεσμούς και μηχανισμούς.

Όμως, τι μαθαίνει κανείς στο σχολείο; Όσο κι αν προχωρήσει κανείς στις σπουδές του, έτσι κι αλλιώς έχει κιόλας διδαχτεί να διαβάζει, να γράφει, να μετράει – έχει μάθει δηλαδή μερικές τεχνικές, κι άλλα πράγματα ακόμα, στοιχεία «πρακτικής μόρφωσης», ή «θεωρητικής παιδείας» (που μπορεί να είναι χαμηλότερου ή ψηλότερου επιπέδου), άμεσα χρησιμοποιήσιμα στις διάφορες θέσεις της παραγωγής (ένα είδος κατάρτισης για τούς εργάτες, ένα άλλο για τους τεχνικούς, ένα τρίτο για τούς μηχανικούς, ένα τελευταίο για τα ανώτερα στελέχη κ.λπ.). Στο σχολείο διδάσκονται λοιπόν διάφορα «σαβουάρ φαίρ».

Δίπλα όμως στις τεχνικές και στις γνώσεις αυτές, μαθαίνουμε στο σχολείο και «κανόνες» για την ορθή τους χρήση, για τη συμπεριφορά δηλαδή που πρέπει να έχει ό καθένας, ανάλογα με τη θέση πού «προορίζεται» να καταλάβει μέσα στον καταμερισμό τής εργασίας: κανόνες ηθικής, κανόνες επαγγελματικής συνείδησης και πολιτικής αγωγής, που πάει να πει, πιο καθαρά, κανόνες για το σεβασμό του κοινωνικού – τεχνικού καταμερισμού της εργασίας, και τελικά κανόνες της τάξης πραγμάτων που έχει επιβληθεί από την ταξική κυριαρχία. Μαθαίνουμε ακόμα «να μιλάμε καλά γαλλικά», να «συντάσσουμε» σωστά τα γραφτά μας, δηλαδή, στην πραγματικότητα (για τους μέλλοντες καπιταλιστές και τους υποταχτικούς τους) να «διατάζουν καλά», δηλαδή (λύση ιδανική), να «μιλάνε καλά» στους εργάτες κ.λπ.

Αν θέλαμε να κάνουμε μια περισσότερο επιστημονική διατύπωση της παραπάνω κατάστασης, θα λέγαμε πως η αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης απαιτεί όχι μόνο την αναπαραγωγή της ειδίκευσής της, αλλά συνάμα και την αναπαραγωγή τής υποταγής της στους κανόνες της καθεστηκυίας τάξης, δηλαδή την αναπαραγωγή της υποταγής της στην κυρίαρχη ιδεολογία για τους εργάτες και την αναπαραγωγή της ικανότητας να χειρίζονται σωστά την κυρίαρχη ιδεολογία για τους φορείς της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης, με στόχο να εξασφαλίζουν, ακόμα και «με το λόγο», την κυριαρχία της αστικής τάξης.

Με άλλα λόγια, το σχολείο (και άλλοι κρατικοί θεσμοί όπως η εκκλησία, ή μηχανισμοί όπως ο στρατός) διδάσκουν διάφορα «σαβουάρ φαίρ», αλλά με μορφή που να εξασφαλίζει την υποταγή στην κυρίαρχη ιδεολογία, ή τον επιτήδειο χειρισμό της «πρακτικής» της. Όλοι οι φορείς της παραγωγής, της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης, χωρίς να μιλάμε για τους «επαγγελματίες ιδεολόγους» (Μαρξ), οφείλουν να είναι «διαβρωμένοι», με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, από την ιδεολογία αυτή, για να εκτελέσουν «ευσυνείδητα» τα καθήκοντα τους — είτε σαν εκμεταλλευόμενοι (προλετάριοι), είτε σαν εκμεταλλευτές (κεφαλαιοκράτες), είτε σα βοηθοί των εκμεταλλευτών (στελέχη), είτε σαν ιεροφάντες της κυρίαρχης ιδεολογίας («οι υπάλληλοι» της) κ.λπ.

[…]

 

Ωστόσο, μέσα σε τούτη τη συναυλία, ένας Ιδεολογικός Μηχανισμός του Κράτους παίζει τον κυρίαρχο ρόλο, έστω κι αν δεν ακούει κανείς τη μουσική του: είναι τόσο αθόρυβος! Πρόκειται για το σχολείο.

Παίρνει τα παιδιά όλων των κοινωνικών τάξεων από το νηπιαγωγείο, και ήδη από κει, με παλιές και νεώτερες μεθόδους, αποτυπώνει μέσα τους, επί πολλά χρόνια, ακριβώς εκείνα τα χρόνια όπου το παιδί είναι περισσότερο «τρωτό», παγιδευμένο όπως βρίσκεται ανάμεσα στην οικογένεια και στο σχολείο, διάφορα «σαβουάρ φαίρ» ντυμένα με την κυρίαρχη ιδεολογία (τα γαλλικά, η αριθμητική, η φυσική ιστορία, οι επιστήμες, η φιλολογία), ή την κυρίαρχη ιδεολογία αυτή καθαυτή (ηθική, αγωγή του πολίτη, φιλοσοφία). Κάπου γύρω στα δεκάξι τους χρόνια, η μεγάλη μάζα αυτών των παιδιών πέφτει «στην παραγωγή»: πρόκειται για τους εργάτες και τους μικροαγρότες. Ένα άλλο τμήμα της νεολαίας συνεχίζει τις σπουδές: κούτσα κούτσα διατρέχει ένα μικρό ακόμα μέρος της διαδρομής, για να ξεμείνει στο δρόμο και να γεμίσει τις θέσεις μικρών και μεσαίων στελεχών, υπαλλήλων, μικρομεσαίων κρατικών λειτουργών και μικροαστών πάσης φύσεως. Το τελευταίο τμήμα καταφέρνει να φτάσει στην κορυφή, είτε για να ξεπέσει στην ημι-ανεργία των διανοουμένων είτε για να προμηθέψει στην κοινωνία, εκτός από τους «διανοούμενους του συλλογικού εργαζόμενου», τους φορείς της εκμετάλλευσης (κεφαλαιοκράτες, διευθυντές), τους πράκτορες της βίας (στρατιωτικούς, αστυνόμους, πολιτικούς, διοικητικούς υπαλλήλους κ.λπ.) και τους επαγγελματίες ιδεολόγους (κάθε λογής παπάδες, των οποίων η πλειοψηφία είναι φανατικοί «λαϊκοί»).

Οι μάζες των παιδιών που ξεμένουν μεσοστρατίς, είναι πρακτικά εφοδιασμένες με την ιδεολογία που απαιτείται για να διαδραματίσουν το ρόλο που τις περιμένει στην ταξική κοινωνία: ρόλο εκμεταλλευόμενου (με «επαγγελματική συνείδηση», με «ηθικές αρχές», με «πολιτικό ήθος», με «εθνικά αισθήματα», και κυρίως με α-πολιτική συνείδηση πολύ «αναπτυγμένη»)· ρόλο εκμεταλλευτή (που να ξέρει να διατάζει και να μιλάει στους εργάτες): οι λεγόμενες «ανθρώπινες σχέσεις» των φορέων της καταπίεσης (γνώση να διατάζεις και να σε υπακούουν «χωρίς δεύτερη κουβέντα» ή γνώσεις για δημαγωγία και ρητορική των πολιτικών ηγετών), και των επαγγελματιών ιδεολόγων (πού ξέρουν να χειρίζονται τις συνειδήσεις με τον ανάλογο σεβασμό, δηλαδή με την περιφρόνηση, με τον εκβιασμό, με τη δημαγωγία που αρμόζουν στις νότες της Ηθικής, της Αρετής, της «Υπέρβασης», του Έθνους, του ρόλου της Γαλλίας στον κόσμο κ.λπ.).

Βέβαια, ορισμένες από τις αντιφατικές αυτές αρετές (μετριοφροσύνη, καρτερία, υποταγή από τη μια μεριά, κυνισμός, περιφρόνηση, έπαρση, σιγουριά, μεγαλείο και ατσιδοσύνη από την άλλη), μαθαίνονται επίσης στην οικογένεια, στην εκκλησία, στο στρατό, στα βιβλία, στο σινεμά, ακόμα και στα γήπεδα. Κανένας όμως ΙΜΚ δε διαθέτει εξασφαλισμένο ακροατήριο για τόση μεγάλη χρονική διάρκεια (η παιδεία είναι μάλιστα και «δωρεάν»)· 6 μέρες στις 7 και 8 ώρες τη μέρα για όλα, δίχως εξαίρεση, τα παιδιά των καπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών.

Με την εκμάθηση όμως ορισμένων «σαβουάρ φαίρ» που ντύνονται μέσα στη μαζική αποτύπωση της κυρίαρχης ιδεολογίας, αναπαράγονται, κατά κύριο λόγο, οι σχέσεις παραγωγής ενός καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού, δηλαδή οι σχέσεις εκμεταλλευτή προς εκμεταλλευόμενο, και εκμεταλλευόμενου προς εκμεταλλευτή. Οι μηχανισμοί που παράγουν το αποτέλεσμα αυτό, ζωτικής σημασίας για το καπιταλιστικό σύστημα, είναι φυσικά καλυμμένοι και συγκαλυμμένοι από μία κοινά παραδεκτή ιδεολογία του σχολείου, που αποτελεί ουσιαστική μορφή της κυρίαρχης αστικής ιδεολογίας: μια ιδεολογία που παριστάνει το σχολείο σαν ουδέτερο έδαφος, χωρίς επίσημη ιδεολογία (αφού είναι λαϊκό), μέσα στο οποίο σεβάσμιοι διδάσκαλοι της «συνείδησης» και της «ελευθερίας» των παιδιών που τους εμπιστεύεται η κοινωνία και οι «γονείς» τους (ελεύθεροι κι αυτοί, δηλαδή ιδιοκτήτες των παιδιών τους), τα μυούν στην ελευθερία, στην ηθικότητα, στην υπευθυνότητα των ώριμων ανθρώπων, με το παράδειγμα τους, με τις γνώσεις τους, με τα βιβλία και τις «απελευθερωτικές» αρετές τους.

Ζητώ συγγνώμη από τους δάσκαλους εκείνους, που μέσα σε φρικιαστικές συνθήκες, προσπαθούν να στραφούν ενάντια στην ιδεολογία, ενάντια στο σύστημα και στις πρακτικές όπου έχουν παγιδευτεί, με τα λιγοστά όπλα που βρίσκουν στην ιστορία και στη γνώση που «διδάσκουν». Είναι ήρωες. Είναι όμως σπάνιοι, ενώ πόσοι αλήθεια (η πλειοψηφία) δεν έχουν καν αρχίσει ακόμα να υποψιάζονται τι είδους «δουλειά» τους βάζει να κάνουν το σύστημα (που τους ξεπερνάει και τους συνθλίβει), κι ακόμα χειρότερα, βάζουν συχνά όλα τους τα δυνατά κι όλη την εξυπνάδα τους για να επιτελέσουν το καθήκον τους στην εντέλεια (με τις περίφημες νέες μεθόδους!). Είναι τόσο βέβαιοι γι’ αυτό που κάνουν, ώστε συμβάλλουν, με την αφοσίωση τους, στο να συντηρούν και να τρέφουν την ιδεολογική αναπαράσταση του σχολείου, που θέλει να παρουσιάσει το σημερινό σχολείο τόσο «φυσικό», τόσο χρήσιμο και αναγκαίο, ακόμα και ευεργετικό, όσο ήταν «φυσική», αναγκαία και γενναιόδωρη για τους προπάτορές μας η εκκλησία, εδώ και μερικούς αιώνες.

Πράγματι λοιπόν, σήμερα η εκκλησία σαν κυρίαρχος ΙΜΚ έχει αντικατασταθεί από το σχολείο. Αυτό ζευγαρώνεται με την οικογένεια, όπως ζευγαρωνότανε άλλοτε με την οικογένεια η εκκλησία. Μπορούμε έτσι να βεβαιωθούμε, πως η ανεπανάληπτη κρίση, που συγκλονίζει το σχολικό σύστημα τόσων και τόσων κρατών σε παγκόσμια κλίμακα, συνοδευόμενη συχνά κι από μιάν άλλη κρίση (το «Μανιφέστο» την είχε ήδη αναγγείλει), που συνταράζει το οικογενειακό σύστημα, παίρνει πολιτικό χαρακτήρα, αν θεωρήσουμε ότι το σχολείο (και το ζευγάρι σχολείο – οικογένεια) αποτελεί τον κυρίαρχο σήμερα ΙΜΚ, που παίζει καθοριστικό ρόλο στην αναπαραγωγή των σχέσεων παραγωγής, μέσα σ’ έναν τρόπο παραγωγής, του οποίου η ύπαρξη απειλείται από την πάλη των τάξεων σε παγκόσμια κλίμακα…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *