Αποχή ή όχι από τις εκλογές;

Πέτρος ΤσιολάκηςΔυο ενδιαφέροντες απόψεις περί συμμετοχής στις εκλογές. Η μια είναι του Νίκου Μπογιόπουλου και δημοσιεύεται σήμερα στην ιστοσελίδα enikos.gr. Ο δημοσιογράφος επιχειρηματολογεί γιατί είναι απαραίτητη η συμμετοχή μας στην εκλογική διαδικασία. Η δεύτερη διαμετρικά αντίθετη άποψη προέρχεται από την εφημερίδα “ΚΟΝΤΡΑ” σε άρθρο της με τίτλο “Αγώνες ταξικοί, στην κάλπη ΑΠΟΧΗ”.

Παραθέτουμε και τα δυο κείμενα και τα συμπεράσματα δικά σας.

ΑΠΟΧΗ;

Αν η αποχή έλυνε προβλήματα, τότε στην Αμερική, όπου οι Πρόεδροι εκλέγονται με τις μισές ψήφους του μισού εκλογικού σώματος, ο λαός θα ζούσε εδώ και δεκαετίες σε παράδεισο.

    Αν η αποχή εμπόδιζε τη λήψη αντιλαϊκών μέτρων, τότε το 50% της αποχής στις ευρωεκλογές του 2014 θα είχε εμποδίσει την ΕΕ να κινείται στην κατεύθυνση των ομολογημένων ή ανομολόγητων Μνημονίων.

    Όσοι την Κυριακή λογαριάζουν να μην πάνε να ψηφίσουν, ας το σκεφτούν:

Η αποχή τους θα ενοχλήσει μια στάλα τον τραπεζίτη που πήρε το κομματάκι που του αναλογούσε από τα 250 δισεκατομμύρια των πενταετών «ανακεφαλαιοποιήσεων»; Με την αποχή του θα προβληματιστούν τάχα οι βιομήχανοι που αναμένουν μετεκλογικά την πλήρη απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων;

Πόσο αυτή η μορφή της «διαμαρτυρίας», η οποία κατά καιρούς λανσάρεται από το ίδιο το σύστημα σαν «ενδεδειγμένη», θα εμποδίσει τη ΝΔ, τον ΣΥΡΙΖΑ και τους πρόθυμους συνεταίρους τους να ερμηνεύουν την αποχή κατά το δοκούν και να την ενσωματώνουν στην προπαγανδιστική διπολική φαρέτρα;

Κανείς δεν αμφισβητεί ότι ένα μεγάλο μέρος του κόσμου που δεν θα πάει την Κυριακή να ψηφίσει θεωρεί ότι με αυτόν τον τρόπο εκδηλώνει τη δυσαρέσκειά του απέναντι στο πολιτικό ψεύδος, την υποκρισία, την εξαπάτηση, την προδοσία και ότι άλλο «φιλολαϊκό» του έχουν σερβίρει οι κάθε λογής «σωτήρες» του.

Και είναι πολύ λογική αυτή η δυσαρέσκεια. Όταν το πολιτικό κατεστημένο έχει καταστήσει την πολιτική συνώνυμο της γελοιοποίησης εννοιών και αξιών, της δημαγωγίας, των «θα», των ανεκπλήρωτων υποσχέσεων, του μαυρογιαλουρισμού. Όταν πολιτική λογίζεται η πασαρέλα του τίποτα, η αποθέωση της βλακείας, η φωταψία της υποκρισίας και του εξυπνακισμού, τότε ο αναχωρητισμός από τα κοινά μοιάζει με «κίνηση διαφυγής».

Έτσι θέλουν να μοιάζει όλοι αυτοί που αφού έκαναν εμπόριο ελπίδας, αφού ξεπούλησαν δημοψηφίσματα, αφού εξευτέλισαν κάθε τους υπόσχεση, έφτασαν δεκαπενταυγουστιάτικα, άγρια χαράματα, μεταξύ μαγιό και πιτζάμας, να φορέσουν στον λαό ένα ακόμα τρίχρονο μνημονιακό χαλκά.

Μοιάζει, λοιπόν, σαν «κίνηση διαφυγής». Αλλά δεν είναι. Στην πραγματικότητα είναι ομηρία και εγκλωβισμός σε όλα εκείνα τα κηρύγματα που πριμοδοτούν την ιδιώτευση, το «δε βαριέσαι», το «έλα τώρα καημένε», το «όλοι ίδιοι είναι», το «δε βγαίνει τίποτα», το «ασχολήσου με την πάρτη σου», .

Και όσο εσύ θα (νομίζεις ότι) ασχολείσαι με την πάρτη σου, κάποιοι άλλοι θα ασχολούνται μαζί σου…

Πάντα έτσι γινόταν και πάντα έτσι θα γίνεται.

Από την εποχή που οι αρχαίοι Έλληνες με τη λέξη «ιδιώτης» χαρακτήριζαν εκείνον που αποστρεφόταν τα κοινά – για να έρθουν αιώνες αργότερα οι Άγγλοι, να πάρουν την ελληνική λέξη και να την κάνουν «idiot» για να περιγράψουν τον «ηλίθιο» – οι ισχυροί το ίδιο επιδιώκουν: Να μετατρέψουν τα υποζύγιά τους σε αφοπλισμένους και ακίνδυνους παρατηρητές.

Από την εποχή του Σόλωνα, που οι νόμοι αφαιρούσαν τα πολιτικά δικαιώματα από όποιον επέλεγε την «ουδετερότητα» στις πολιτικές αντιπαραθέσεις και από την εποχή του Θουκυδίδη και του Περικλή, που ο αδρανής δεν εθεωρείτο «φιλήσυχος» αλλά «αχρείος», δηλαδή άχρηστος, η ίδια μάχη δινόταν: Να μη χαθεί και να μη σαμποταριστεί η έννοια της συλλογικότητας μέσα στη φενάκη και τα αδιέξοδα του ατομισμού.

Μακριά από μας κάθε ματαιόσπουδη επίδειξη αρχαιογνωσίας. Αφήνουμε την αρχαιοπληξία για εκείνους που θέλουν να μακροημερεύσει το σύστημα με τους σύγχρονους είλωτες. Οι μαρξιστές δανειζόμαστε αυτές τις υψηλές έννοιες, αναγνωρίζοντας πόσο δίκιο είχε ο Λένιν που μέσα στο καμίνι της Επανάστασης δε σταματούσε να μελετά το «Μετά τα Φυσικά» του Αριστοτέλη, και υπεραμυνόμαστε του δικαιώματος του ανθρώπου του μόχθου (και όχι του «πολίτη» γενικά) να «μετέχει κρίσεως και αρχής».

Που σημαίνει:

  • Αντίσταση σε εκείνους που επειδή ξεπουλήθηκαν οι ίδιοι θέλουν να ενσταλάξουν στη συνείδηση των ανθρώπων και ειδικά των νέων ότι όλα είναι ξεπουλημένα.
  • Μετατροπή της απογοήτευσης και της διάψευσης σε εμπειρία και γνώση που αντιπαλεύει την παραίτηση, το μπέρδεμα, την παραλυτική σύγχυση και τα μετασχηματίζει σε στέρεο πολιτικό συμπέρασμα και αφετηρία νέας διεκδίκησης.
  • Μετάπλαση της άσφαιρης διαμαρτυρίας και των ματαιωμένων ψευδαισθήσεων σε ριζοσπαστική συνείδηση.
  • Άρνηση του μηδενισμού και της «ιλουστρασιόν» όχθης της αποξένωσης.
  • Δραπέτευση από το θερμοκήπιο του «ωχαδερφισμού» που θέλει να εκτονώσει τη συσσωρευμένη οργή και να προτείνει στο ψέμα την κίβδηλη απάντηση του τίποτα.

Μακριά από εμάς το αμετάκλητο ύφος εισαγγελέα προς όσους δεν πάνε να ψηφίσουν αηδιασμένοι από τον νεοΠΑΣΟΚισμό του ΣΥΡΙΖΑ και από τα παραμύθια παρθενογένεσης της ΝΔ. Αλλά και δεν είναι η ώρα να «χαϊδεύουμε τα αυτιά» της παραίτησης. Ούτε πρόκειται να μετατραπούμε σε ειδικούς αγορητές της «ανάγκης να πάνε στην κάλπη» και πέραν τούτου ουδέν.

Αντίθετα, εκείνο που λέμε είναι πως ακόμα κι αν πήγαιναν να ψηφίσουν, και ψήφιζαν εκείνους που τους οδηγούν στη φυλακή της δήθεν «ιδιωτικής» απόδρασης, ή τα φασιστικά απόβλητα αυτού του συστήματος, ή την επανέκδοση των προηγούμενων αυταπατών, πάλι μια τρύπα στο νερό θα κάνανε.

Το φλέγον, ειδικά για τους νέους ανθρώπους που είδαν το «Όχι» της γενιάς τους να ξεπουλιέται και να γίνεται ένα επαίσχυντο «Ναι», είναι να αντισταθούν στην ισοπέδωση.

Να μη συνθηκολογήσουν με το κήρυγμα ότι τα πράγματα έχουν πάρει μια «αμετάκλητη» και «μοιραία» τροπή, αλλά να συναντηθούν με το αίτημα της ανατροπής και να γίνουν ο καθένας χωριστά και όλοι μαζί οι φορείς της εναλλακτικής που θα σαρώσει τους κρυφοθατσερίσκους που τους εξαπάτησαν.

Να μην αφήσουν τη δύναμή τους να μετατραπεί σε μπούμερανγκ εναντίον τους, «ψηφίζοντας» διά της απουσίας τους και της σιωπής τους δυνάστες τους.

Θα το επαναλάβουμε: Οι εκλογές είναι μόνο μια στιγμή. Επαφίεται στον καθένα αν αυτή η στιγμή θα προσμετρηθεί είτε στην άσφαιρη και ξεστρατισμένη «εξέγερση» του καναπέ, είτε στα φληναφήματα περί «συμμετοχής» γενικώς και αορίστως, είτε στο δυναμικό «παρών» για τη διεκδίκηση μιας κοινωνίας ανθρώπινης μέσα από μια στάση ζωής αγωνιστική και διεκδικητική, όπου κι αν κανείς βρίσκεται: Στο εργοστάσιο ή στην αναζήτηση του μεροκάματου, στο γραφείο ή στη βιοπάλη του μικρομάγαζου, στο χωράφι, στο θρανίο του σχολείου ή τη βάρδια της ημιαπασχόλησης, στο αμφιθέατρο, στην κάλπη.

__________

Αγώνες ταξικοί, στην κάλπη ΑΠΟΧΗ

Τι είναι οι αστικές εκλογές;

Οι αστικές εκλογές είναι μια διαδικασία εξασφάλισης εργατικής και λαϊκής συναίνεσης από την αστική τάξη. Μέσω των κοινοβουλευτικών εκλογών καλλιεργείται στις εκμεταλλευόμενες και καταπιεζόμενες τάξεις και στρώματα της κοινωνίας ότι είναι αυτές που επιλέγουν τους κυβερνήτες τους και επομένως «έχουν τους ηγέτες που τους αξίζουν». Η κοινοβουλευτική παράδοση είναι μακρά, έχει δημιουργήσει ρίζες, καταλαμβάνει εξέχουσα θέση στη φενακισμένη κοινωνική συνείδηση. «Το καθολικό εκλογικό δικαίωμα αποτελεί δείκτη της ωριμότητας των διαφόρων τάξεων στην κατανόηση των καθηκόντων τους. Δείχνει πώς σκέπτονται οι διάφορες τάξεις να λύσουν τα προβλήματά τους. Η ίδια η επίλυση των προβλημάτων αυτών δεν κατορθώνεται με τις ψηφοφορίες, αλλά με όλες τις μορφές της ταξικής πάλης μέχρι και τον εμφύλιο πόλεμο»έγραφε ο Λένιν.

Είναι ζήτημα αρχής η συμμετοχή ή η αποχή από τις αστικές κοινοβουλευτικές εκλογές;

Οχι δεν είναι ζήτημα αρχής. Για τους κομμουνιστές οι μάχες δίνονται παντού, ακόμη και μέσα στο στάβλο του αστικού κοινοβούλιου. Η συμμετοχή στις αστικές εκλογές συναρτάται με τις ανάγκες ανάπτυξης της ταξικής πάλης στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο και κάθε φορά πρέπει να κρίνεται συγκεκριμένα.

Ποιες είναι οι συνθήκες στις οποίες διεξάγονται οι αστικές κοινοβουλευτικές εκλογές της 25ης Γενάρη του 2015 και ποια τα διακυβεύματα σ’ αυτές;

Τις συνθήκες δεν είναι δύσκολο να τις περιγράψει κάποιος. Πέντε χρόνια βαθιάς κρίσης και βάρβαρης διαχείρισής της, που είχε ως αποτέλεσμα την κινεζοποίηση του ελληνικού λαού. Πετσοκόπηκαν μισθοί και συντάξεις, πετάχτηκαν εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι από τις δουλειές τους, οι κοινωνικές δαπάνες έπιασαν το κατώτερο δυνατό όριο, τα χαράτσια διαδέχονται το ένα το άλλο, η φτώχεια, η κοινωνική απόγνωση, ακόμη και η πείνα κατέκλυσαν τη χώρα.

Ο ελληνικός λαός αντέδρασε, η εργατική τάξη απήργησε, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι συμμετείχαν σε εκδηλώσεις αποδοκιμασίας της κυβέρνησης (το γνωστό «κίνημα των αγανακτισμένων»), όμως από την πλευρά του αστικού στρατοπέδου δεν υπήρξε η παραμικρή υποχώρηση. Οι αγώνες αυτής της περιόδου δεν κατόρθωσαν όχι να ανασχέσουν αλλά ούτε καν να καθυστερήσουν την επέλαση του προγράμματος κινεζοποίησης. Δεν είχαν μπούσουλα, δεν είχαν συνοχή, δεν είχαν προοπτική, δεν είχαν ηγεσία αγωνιστική, δεν είχαν διαδικασίες υπέρβασης της συνδικαλιστικής σαπίλας.

Μετά την υπογραφή του δεύτερου Μνημόνιου, ένα κύμα απογοήτευσης και ηττοπάθειας απλώθηκε. Οι εργαζόμενοι βίωσαν την ήττα αυτών των (εξαρχής καταδικασμένων) αγώνων ως ταξική ανημπόρια και αποτραβήχτηκαν στην ιδιώτευση. Πλέον, οι ελπίδες εναποτέθηκαν σε μια κυβερνητική αλλαγή, κοινωνική συμπεριφορά την οποία εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος με ένα αισχρό εμπόριο ελπίδων και καταβάλλοντας κάθε προσπάθεια για να συντηρήσει την ηττοπαθή καθήλωση της εργατικής τάξης, κατάφερε να προβάλλει ως το μεγάλο φαβορί για τη νίκη στις εκλογές της 25ης Γενάρη, ενδεχομένως και με αυτοδυναμία.

Υπάρχει διακύβευμα σ’ αυτές τις εκλογές; Κάθε αστικό κόμμα δίνει τη δική του εκδοχή. Δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε εδώ όλα εκείνα με τα οποία όλοι βομβαρδιζόμαστε από τις αρχές του Γενάρη που άρχισε η προεκλογική περίοδος. Αν αξίζει τον κόπο να ασχοληθούμε με κάτι είναι αυτό που παρουσιάζει ως διακύβευμα ο ΣΥΡΙΖΑ, για να εντοπίσουμε τις μεγάλες διαφορές με τη ρητορική που το ίδιο κόμμα χρησιμοποιούσε πριν από δυόμισι χρόνια. Πλέον το διακύβευμα, έτσι όπως το παρουσιάζει ο ΣΥΡΙΖΑ, συμπυκνώνεται στη φράση «Μνημόνιο ή διαπραγμάτευση;». Εκείνα τα «ηρωικά» του παρελθόντος, περί κατάργησης των μνημονίων και όλων των εφαρμοστικών τους νόμων με ένα νόμο έχουν πεταχτεί στο σκουπιδοτενεκέ της αστικής πολιτικής. Χρησίμευσαν μόνο για να αναδειχτεί ο ΣΥΡΙΖΑ σε μοναδική εναλλακτική λύση και να κατοχυρωθεί ως τέτοια την περίοδο που ο κόσμος αποσυρόταν από τους δρόμους και περιοριζόταν απογοητευμένος στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού.

Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει διακύβευμα στις εκλογές. Οπως λέει κι ένα σύνθημά μας, «ό,τι και να ρίξεις η κάλπη βγάζει κινεζοποίηση». Εδώ και καιρό, με πληθώρα άρθρων, ρεπορτάζ και αναλύσεων έχουμε καταδείξει πως η πολιτική της κινεζοποίησης θα συνεχιστεί και με τη διάδοχη πολιτική κατάσταση, γιατί αυτό επιβάλλουν οι σιδερένιοι οικονομικοί νόμοι του καπιταλισμού και οι στρατηγικές επιλογές της ελληνικής αστικής τάξης, τα συμφέροντα της οποίας υπηρετεί και ο ΣΥΡΙΖΑ. Οι απατηλές υπερταξικές διακηρύξεις, που τάζουν έναν υγιή καπιταλισμό, στο πλαίσιο του οποίου όλοι θα έχουν όφελος και όλοι θα είναι ευχαριστημένοι (!), και μια Ευρωπαϊκή Ενωση στην οποία θα βασιλεύουν η ισότητα και η αλληλεγγύη (!!), έχουν δοκιμαστεί πολλές φορές στην Ιστορία για να τρέφουμε την παραμικρή αμφιβολία ότι αυτή τη φορά θα βγουν αληθινές. Θα εξαπατήσουν σίγουρα και πάλι εκατομμύρια ανθρώπους, που θα σπεύσουν στις κάλπες να ρίξουν τα ψηφοδέλτια του ΣΥΡΙΖΑ, σύντομα όμως θα σκορπίσουν στους πέντε ανέμους για να αποδειχτεί ότι δεν ήταν παρά ευχάριστες μάσκες πίσω από τις οποίες κρύβεται το απαίσιο πρόσωπο της καπιταλιστικής βαρβαρότητας και της κινεζοποίησης του λαού.

Διακύβευμα θα υπήρχε αν ένα ισχυρό ταξικό κίνημα εκφραζόταν από ένα επαναστατικό κόμμα, το οποίο χρησιμοποιούσε τις εκλογές ως μια μορφή μετάβασης, με στόχο τη μετατροπή της πολιτικής κρίσης σε επαναστατική κατάσταση.

Αυτονόητο είναι ότι δεν μπορούμε να στηρίξουμε ούτε τη ΝΔ, ούτε τον ΣΥΡΙΖΑ, ούτε τα μικρότερα κόμματα της «Κεντροαριστεράς».

Μήπως θα έπρεπε να στηρίξουμε τον Περισσό, που δηλώνει αντίθετος στον καπιταλισμό και στην ΕΕ και ξεκαθάρισε ότι σε κάθε περίπτωση θα παραμείνει στην αντιπολίτευση;

Το κόμμα αυτό δεν είναι καινούργιο στον πολιτικό στίβο. Δεκαετίες τώρα έχει δώσει με επιτυχία εξετάσεις στο σύστημα, λειτουργώντας ως αριστερό ανάχωμά του. Οπως τα ράσα δεν κάνουν τον παπά, έτσι και η ψευδοεπαναστατική ρητορική δεν κάνει ένα κομμουνιστικό κόμμα. Για να μην αναφερθούμε στην ιστορική του διαδρομή από τότε που νομιμοποιήθηκε (1974) και στη βοήθεια που έδωσε στο σύστημα σε κρίσιμες στιγμές (αποκορύφωμα η συμμετοχή του σε δυο αστικές κυβερνήσεις το 1989-90), θ’ αναφερθούμε σε πρόσφατα γεγονότα. Στη στάση του κατά τη διάρκεια της νεολαιίστικης εξέγερσης το Δεκέμβρη του 2008, όταν συντάχθηκε με τις αστικές δυνάμεις, συκοφαντώντας και ελεεινολογώντας την εξεγερμένη νεολαία, με την Παπαρήγα να δηλώνει από το βήμα της Βουλής ότι «στη λαϊκή επανάσταση δε θα σπάσει ούτε ένα τζάμι». Στην περιφρούρηση του αστικού κοινοβουλίου που ανέλαβε τον Οκτώβρη του 2011, για να σηματοδοτήσει την εχθρότητά του με ό,τι δεν ελέγχει πολιτικά και οργανωτικά, αλλά και τον τεράστιο ρόλο που αποδίδει στο αστικό κοινοβούλιο.

Ο Περισσός είναι ένα αστικό κόμμα που έχει επιλέξει στρατόπεδο και χρησιμοποιεί μια ψευτοκομμουνιστική ρητορική για να εγκλωβίζει εργαζόμενες και νεολαιίστικες μάζες εξασφαλίζοντας το ρόλο του στο αστικό σύστημα εξουσίας.

Γιατί όχι μικρότερα σχήματα της λεγόμενης εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς;

Τι ακριβώς διεκδικούν αυτά τα σχήματα με τη συμμετοχή τους στις εκλογές; Ακόμη και τα ίδια τα σχήματα δεν είναι σε θέση να εξηγήσουν γιατί ακριβώς ζητούν ψήφο. Επαναλαμβάνουν εδώ και χρόνια την ίδια αγωνιστική φλυαρία, ακολουθώντας μια γραμμή ουράς έναντι των αστορεφορμιστικών δυνάμεων, με τη φιλοδοξία ότι κάποια στιγμή από εξωκοινοβουλευτικά θα γίνουν κοινοβουλευτικά. Καμιά γραμμή ρήξης με τον αστισμό ως σύνολο, θολές προγραμματικές διακηρύξεις (συχνά καθαρά ρεφορμιστικές) και ευκαιριακές συμμαχίες με μοναδικό σκοπό να μετρήσουν μερικές χιλιάδες ψήφους στο τέλος, να πανηγυρίσουν με τη μικρή αύξησή τους και να στενοχωρηθούν με τη μείωσή τους.

Ποιο είναι το πρίσμα υπό το οποίο πρέπει να καθορίσουμε τη στάση μας μπροστά στις κάλπες;

Πώς θα υπηρετηθεί η ανάγκη της ταξικής-επαναστατικής ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος, όχι μόνο (ούτε κυρίως) στο συνδικαλιστικό επίπεδο, αλλά στο πολιτικό επίπεδο. Μπορεί να υπάρξει ταξική επαναστατική ανασυγκρότηση χωρίς ένα πρόγραμμα επαναστατικής ανατροπής του καπιταλισμού και οικοδόμησης του κομμουνισμού; Μπορεί να υπάρξει ταξική ανασυγκρότηση στο συνδικαλιστικό επίπεδο, στο επίπεδο που η εργατική τάξη δίνει τους αγώνες για τα άμεσα αιτήματά της, αντιμετωπίζοντας τους ασύδοτους σφετερισμούς του κεφαλαίου και το αστικό κράτος που υπερασπίζεται τα συμφέροντά του, χωρίς η πρωτοπορία της τάξης να έχει οργανωθεί πολιτικά, έτσι που να μπορεί να διαθέτει τις δυνάμεις της τάξης με σχέδιο, εξασφαλίζοντας την προοπτική του κινήματος;

Ολα τα παραπάνω, που αναφέρθηκαν εντελώς επιγραμματικά, έχουν ως προαπαιτούμενο την πλήρη, την κάθετη ρήξη με το αστικό σύστημα στο σύνολό του. Απαιτούν το τράβηγμα μιας χοντρής, κόκκινης διαχωριστικής γραμμής, ορατής σε όσο γίνεται περισσότερους εργαζόμενους και κυρίως στην πρωτοπορία της εργατικής τάξης.  Η συμμετοχή στις αστικές κοινοβουλευτικές εκλογές όχι μόνο δεν προσφέρει τίποτα στον αγώνα για την ταξική-επαναστατική ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος, αλλά αντίθετα θολώνει τον ορίζοντα, καλλιεργεί συγχύσεις, ενισχύει την αντιδραστική θεωρία της χαμένης ψήφου, υπονομεύει τον αντικοινοβουλευτικό-αντικαπιταλιστικό αγώνα, ενισχύει τις κοινοβουλευτικές αυταπάτες, ιδιαίτερα όταν έχουμε ένα κίνημα ηττημένο, απογοητευμένο, ηττοπαθές, χωρίς στοιχειώδεις ταξικές δομές έκφρασης, έρμαιο του αστισμού και των εναλλακτικών λύσεων που αυτός παρουσιάζει, όπως ο ταχυδακτυλουργός βγάζει κουνέλια από το καπέλο του.

Ιδιαίτερα στη σημερινή συγκυρία είναι απαραίτητο να χτυπηθούν οι κοινοβουλευτικές αυταπάτες, γιατί αναπτύσσονται σε συνθήκες κινηματικού κενού και με τη σειρά τους μεγαλώνουν αυτό το κενό. Ο εργαζόμενος που πιστεύει ότι αλλάζοντας κυβέρνηση θ’ αλλάξει και η αστική πολιτική και έχει βιώσει πρόσφατα απανωτές ήττες, ενώ ταυτόχρονα αισθάνεται την τεράστια ανεργία ως απειλή για τη δική του θέση εργασίας, πρέπει να πάρει το πιο σαφές, το πιο οξύ, το πιο χαρακτηριστικό μήνυμα ενάντια στις αυταπάτες του. Κι αυτό είναι το μήνυμα της αποχής από τις εκλογές, που εξ ορισμού λέει πως δεν μπορούμε να περιμένουμε καμιά λύση από ένα καινούργιο κοινοβούλιο και μια καινούργια κυβέρνηση. Η δραματική εμπειρία που θ’ ακολουθήσει, με τη διάψευση των αυταπατών, θα εγγράψει σε τμήμα της κοινωνικής συνείδησης κάποιες προωθητικές ιδέες.

Και τι θα γίνει με τους αγώνες για τα πιο επείγοντα εργατικά, κοινωνικά και πολιτικά αιτήματα;

Κανένα τέτοιο αίτημα δεν πρόκειται να ικανοποιηθεί επειδή το έχει τάξει προεκλογικά ένα κόμμα που νίκησε και σχημάτισε κυβέρνηση. Ακόμη και κάποια ψευτομπαλώματα που μπορεί να υπάρξουν θα τα ακυρώνουν στην πράξη οι καπιταλιστές μέχρι να έρθει ο η ώρα να σαρωθούν και επίσημα, από αυτή ή από μια επόμενη κυβέρνηση. Για να υπάρξουν κατακτήσεις (που δε θα αφορούν δα κάτι το επαναστατικό, αλλά επανακατάκτηση κάποιων δικαιωμάτων που αφαιρέθηκαν) θα πρέπει να υπάρξουν σκληροί ταξικοί αγώνες, πέρα απ’ αυτά που έχουμε συνηθίσει μέχρι τώρα. Η εργατική τάξη πρέπει να ματώσει ακόμη και για το ψωμί και το μεροκάματο, πόσο μάλλον για την εξαθλιωμένη κοινωνική ασφάλιση.

Είναι καθήκον κάθε επαναστάτη να συνδράμει στην ανάπτυξη τέτοιων αγώνων, να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή τους όταν ξεσπούν. Ομως οι διεκδικητικοί αγώνες αναγκαστικά θα κινούνται αυτή την περίοδο στη σφαίρα του αυθόρμητου. Δεν υπάρχει εκείνη η οργανωμένη επαναστατική δύναμη που θα τους οργανώσει εξ υπαρχής, διαθέτοντας τους απαραίτητους δεσμούς με το σύνολο της τάξης.

Αν οι επαναστάτες κομμουνιστές περιοριστούν στη στήριξη του αυθόρμητου, αν διαλύονται μέσα σ’ αυτό εξαντλώντας την παρέμβασή τους σε αγωνιστικές προτάσεις, δε θα μπορέσουν ποτέ να αλλάξουν τους όρους με τους οποίους αναπτύσσονται οι διεκδικητικοί αγώνες. Καθήκον μας είναι μέσα σ’ αυτούς τους αγώνες να αντιπροσωπεύουμε το μέλλον του κινήματος, απλώνοντας τις ιδέες της επαναστατικής ανατροπής του καπιταλισμού και της οικοδόμησης του κομμουνισμού.

Μία απάντηση στο “Αποχή ή όχι από τις εκλογές;”

  1. Ο Μπογιόπουλος δεν αναφέρεται στους κινηματικούς νομίζω αλλά στους κάθε λογής απολιτικ καναπεδάτους και απογοητευμένους.
    Οι αναρχικοί λένε δράσε κι άσε τις εκλογές.
    Καμμία σχέση…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Current ye@r *