Ο Νίκος Φίλης και ο χωριάτης του Μπαλζάκ

image002Πηγή: Του Χρήστου Νάτση – Unfollow

Την ανακοίνωση των ονομάτων που στελεχώνουν τη νέα κυβέρνηση ακολούθησε ο συνήθης κριτικός σχολιασμός των επιλογών του πρωθυπουργού. Αν εξαιρέσουμε τις περιπτώσεις του αντικατασταθέντος εντέλει Δημήτρη Κομμένου ή του παραμένοντος ακόμη Μάρκου Μπόλαρη, στις οποίες η δυσαρέσκεια έχει να κάνει με την παραβίαση ενός υποτιθέμενου αξιακού πυρήνα μιας κυβέρνησης της Αριστερός, η περίπτωση του Νίκου Φίλη προσέλαβε, για ιδιάζοντες λόγους, παραδειγματική σημασία.

Μια σειρά επιχειρημάτων που αναπτύχθηκαν στον δημόσιο διάλογο κατέδειξαν τη δυσφορία για την επιλογή ενός ανθρώπου χωρίς πτυχίο για τη θέση του υπουργού Παιδείας. Η απουσία πτυχίου σε συνδυασμό με την εξωτερική εμφάνιση του υπουργού -τόσο όσον αφορά το βάρος του όσο και τις ενδυματολογικές του επιλογές- δημιούργησαν την εικόνα ενός αποτρόπαιου υποκειμένου που καταλαμβάνει μια θέση εξουσίας από την οποία θα μολύνει το μέλλον των παιδιών μας – ένα αποτρόπαιο υποκείμενο που ξάφνου εμφανίζεται να μας κυβερνά.

Αυτή η εικόνα φέρνει στο νου τη μορφή του χωριάτη στο έργο του Μπαλζάκ, όπως την ανακωδικοποιεί ο στοχασμός του Τέοντορ Αντόρνο:
«Όταν ο χωριάτης έρχεται πρώτη φορά στην πόλη, τα πάντα γράφουν “κλειστό” για αυτόν. Οι βαριές πόρτες, τα παράθυρα με τα στόρια τους, οι ατέλειωτοι άνθρωποι στους οποίους δεν μπορεί να μιλήσει αν δεν θέλει να γελοιοποιηθεί, ακόμα και τα καταστήματα με τα εμπορεύματα που είναι πολύ ακριβά για αυτόν – τα πάντα τον διώχνουν».

Ο χωριάτης σε μια εποχή κατά την οποία η διάκριση πόλης-υπαίθρου έχει ακόμα νόημα, καθώς η πρώτη δεν έχει επεκτείνει την ηγεμονία των τρόπων της στην επικράτεια της δεύτερης, εισέρχεται στο χώρο του άστεως με ένα παραξένισμα. Το παραξένισμα είναι διπλής κατεύθυνσης: τόσο εκ μέρους του χωριάτη προς την πόλη όσο και, το κυριότερο, της πόλης προς τον χωριάτη. Η μορφή του χωριάτη προκαλεί στον κόσμο της πόλης την έκπληξη αυτού που βρίσκεται σε ένα, υποτίθεται, ανώτερο στάδιο εξέλιξης όταν συναντάει κάποιον που δεν το έχει φτάσει. Μια έκπληξη αντίστοιχη αυτής που περιγράφει ο Μοχτεσκιέ: «Μα πώς γίνεται να είναι κανείς Πέρσης!» Πώς γίνεται να μην έχει καν ένα πτυχίο, να ντύνεται σαν ψαράς και κυνηγός, να μην έχει έλεγχο του βάρους του, άρα κατά συνέπεια και των ορμών του. Πώς γίνεται να είναι ένα οιονεί φυσικό ον σε ένα πολιτισμένο περιβάλλον.

Η απάντηση του χωριάτη σε αυτή την εχθρότητα είναι η ριζική καχυποψία. Ο χωριάτης δεν πιστεύει τίποτα. Απαντά με ασάφεια στις ερωτήσεις που του γίνονται, ακούει με δυσπιστία τις απαντήσεις στις δικές του ερωτήσεις. Σουλατσάρει στην πόλη και αντί να μαγευτεί από τη φαντασμαγορία της ξύνει με εμμονή την επιφάνειά της ώστε να φανεί το κίβδηλο της κατασκευής της. Δεν χορεύει μπρος στην κίνηση του χρήματος, αλλά διπλοτσεκάρει τη γνησιότητά του. Αν η πόλη δεν τον θέλει, αν προσπαθεί να τον μεταμορφώσει σε έναν άλλο, αυτό απαντά με τη ριζική διερώτηση για τη νομιμοποίηση αυτού του άλλου:

«Η απάντησή του στο αίσθημα του αποκλεισμού ήταν αυτή της επινοητικής ευφυΐας: “Πολύ καλά, θα καταλάβω μόνος μου τι είναι αυτό που γίνεται πίσω από κλειστές πόρτες, και τότε θα τα ακούσει για τα καλά ο κόσμος!” Η μνησικακία του επαρχιώτη, που μέσα στην εξοργισμένη του άγνοια αναπτύσσει μια εμμονή με τα πράγματα που θεωρεί ότι λαμβάνουν χώρα ακόμα και ανάμεσα στους καλύτερους κύκλους, εκεί που δεν θα το περίμενε κανείς, γίνεται η δύναμη που οδηγεί τη φαντασία που έχει ακρίβεια».

Θα μπορούσε κανείς να δει στον Νίκο Φίλη έναν χωριάτη που στέκεται απέναντι στους επικριτές του με την επινοητική ευφυΐα που του προσφέρει η απόσταση από το ειδικό αντικείμενο της θέσης του. Δεν είναι ένας Γαβρόγλου, δεν είναι ένας Δουζίνας – τα ονόματα των δύο πανεπιστημιακών είχαν ακουστεί πολύ για τη θέση, δημιουργώντας εκείνη τη γλυκιά προσμονή των διανοουμένων που πάντα ονειρεύονται ακόμη ένα ταξίδι του Πλάτωνα στις Συρακούσες. Δεν είναι άνθρωπος των καθηγητικών συντεχνιών, που θα προωθούσε αυτή την ειδική ατζέντα. Δεν είναι, όμως, κι ένας Μπαλτάς.

Τι σημαίνει όμως αυτό; Παρά τις παραλείψεις, κωλυσιεργίες, ελλείψεις κτλ., επί υπουργίας Μπαλτά το υπουργείο Παιδείας άλλαξε σε ένα βασικό επίπεδο: αυτοκατανοήθηκε ως διασπαστικό των μημονιακών πολιτικών. Μια σειρά μέτρα, όπως η κατάργηση της τράπεζας θεμάτων, η παύση της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών και η προετοιμασία του πολυνομοσχεδίου, λειτούργησαν ως η κήρυξη πολέμου απέναντι στη νεοφιλελεύθερη αντίληψη περί της διαχείρισης των εκπαιδευτικών θεμάτων. Όλες οι παραδοχές που βρίσκονται στον πυρήνα της νεοφιλελεύθερης λογικής αμφισβητήθηκαν έμπρακτα. Όσο άτολμα κι αν υπήρξαν σε γενικό πλαίσιο αυτά, άλλο τόσο υπήρξαν και τολμηρά, θίγοντας την ήδη διαμορφωμένη σε ηγεμονικό ιδεολογικό πλαίσιο συναίνεση περί ανάγκης ριζικών τομών σε πλαίσιο προσαρμογής στην αγορά. Το «μίσος για το πανεπιστήμιο» αναγνωρίστηκε ως θεσμικός εχθρός και κινήθηκαν κάποιες διαδικασίες για την αντιμετώπισή του.

Η αναγνώριση αυτής της κήρυξης πολέμου αντικατοπτρίζεται στη λυσσαλέα επίθεση που επιφύλαξαν στον υπουργό οι θιασώτες του Ακραίου Κέντρου, οι θεματοφύλακες της κοινής λογικής που απεύχονταν την «παλινόρθωση» από τη νεοφιλελεύθερη επανάσταση του νόμου Διαμαντοπούλου. Από τις γκροτέσκες συγκεντρώσεις «Όχι Μπαλτά στην Παιδεία» μέχρι τη συστηματική αρθρογραφία στα συστημικά έντυπα, η υπόσχεση και μόνο των αλλαγών ήταν αρκετή για να προκαλέσει ένα κύμα πανικού. Δεν είναι τυχαίο ότι μαζί με τον Νίκο Παρασκευόπουλο και την Τασία Χριστοδουλοπούλου ο Αριστείδης Μπαλτάς ήταν στην πρώτη γραμμή των στόχων της εκ δεξιών αντιπολίτευσης – με την εξαίρεση φυσικά του οικονομικού επιτελείου.

Γι’ αυτό και η μετακίνηση του Αριστείδη Μπαλτά στο υπουργείο Πολιτισμού θα πρέπει να διαβαστεί και ως το αντικειμενικό αποτύπωμα μιας οπισθοχώρησης. Ήδη οι πρώτες δηλώσεις του Νίκου Φίλη, κατά την τελετή παράδοσης-παραλαβής, με την αναφορά «[στις] μεγάλες μεταρρυθμίσεις στο σύνολο του δημόσιου βίου [που] είναι αναγκαίες [και που] έχουν καθυστερήσει», όπως και η υπόσχεση ότι «θα οργανώσουμε έναν εθνικοκοινωνικό διάλογο για να αναδειχθούν όχι μόνο τα προβλήματα, αλλά και οι δυνατότητες, οι δρόμοι για την επίλυσή τους» φέρνουν το υπουργείο στο δρόμο ενός λόγου συναινετικότητας, που εμφανίζεται στον αντίποδα της προγενέστερης ριζοσπαστικής ρητορικής.

Η υιοθέτηση της συνθηματολογίας του αντιπάλου («μεταρρυθμίσεις», «αναγκαιότητα», «καθυστέρηση»), πέραν του ότι διεξάγεται υπό θέση κυριαρχίας, δεν συνεπάγεται και την αντίστοιχη θέση ηγεμονίας. Ίσα ίσα που δείχνει παραχώρηση στον τρόπο απόδοσης σημασίας αυτού ακριβώς του αντιπάλου επί του οποίου έχει επιτευχθεί η κυριαρχία. Μπορεί ο ακροκεντρώος λόγος στη μορφωματική πραγμάτωσή του στους κομματικούς σχηματισμούς του Ποταμιού, της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ να ηττήθηκε, κέρδισε ωστόσο εδώ μία έστω συμβολική μάχη οπισθοφυλακής.

Το ερώτημα που αναδύεται τώρα αφορά καθαυτή την επιλογή του Νίκου Φίλη. Προερχόμενος από τον στενό κομματικό μηχανισμό, ο πρώην διευθυντής της Αυγής, μια ιστορική φυσιογνωμία της ανανεωτικής αριστερός σε όλη την περιπετειώδη πορεία της, αποτελεί μια (ενδο)συστημική επιλογή ασφαλείας. Έχοντας στο ενεργητικό του τα εχέγγυο μιας σκληρής υπεράσπισης της κομματικής γραμμής στο στενό της περίγραμμα και τον πυρήνα της, είτε το δούμε αυτό στην αντιπαράθεση με την εξωκομματική είτε με την εσωκομματική αντιπολίτευση (βλ. τη συνεχή αντιπαράθεση με τη Ζωή Κωνσταντοπούλου), ο Νίκος Φίλης φαίνεται ταυτόχρονα να ανταμείβεται για την έως τώρα συνεπή πορεία του και να αναλαμβάνει την εκτόνωση της έντασης της δημόσιας αντιπαράθεσης που η θητεία Μπαλτά είχε προκαλέσει – αν όχι έργω, σίγουρα στη δημοσιότητα και στην ατζέντα συζήτησης που αυτή φέρει. Σε αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να εγγραφεί και η φιλελεύθερη διακήρυξη της αναπληρώτριας υπουργού Σίας Αναγνωστοπούλου για τις ρυθμίσεις που αφορούν την απαλλαγή των μαθητών από το μάθημα των θρησκευτικών. Μια ισχυρή συμβολική διακήρυξη που στέλνει μήνυμα συναίνεσης στον σκληρό κεντρώο χώρο, απομακρύνοντας την μπάλα από το κακοτράχαλο γήπεδο του αναμενόμενου νομοσχεδίου Μπαλτά.

Φαίνεται έτσι πως, αντί ο Νίκος Φίλης να αποτελεί αυτόν τον μπαλζακικό χωριάτη, όπως ένας καλόπιστος αναγνώστης των δημοσίων πραγμάτων θα ήλπιζε, ενσαρκώνει μάλλον τη λανθασμένη, ψευδή μορφή αυτού του χωριάτη. Έναν γιαλαντζή χωριάτη που αναλαμβάνει την εξαπάτηση του πραγματικού χωριάτη. Έναν που του μοιάζει και του κατευθύνει την επινοητική ευφυΐα προς τις ατραπούς της αστικής ενσωμάτωσης και κουτοπονηριάς. Ούτως ή άλλως, η στιγμή του χωριάτη δεν μέλλει να διαρκέσει. Ως μεταβατική φιγούρα ο χωριάτης ή θα αναπτύξει την καχυποψία του προς την κατεύθυνση του εργάτη, συναντώντας εκεί μια δύναμη με κοινό με αυτόν υπόβαθρο τη σχέση με την πρωταρχική υλικότητα του πράγματος που θα οδηγήσει σε συλλογική αναμόρφωση ή θα την αφομοιώσει στη ροή της φαντασμαγορίας της πόλης, καθιστάμενος ένας ατομικιστής μικροαστός.

Προς τούτο και μόνο η ανακίνηση της χωριάτικης υπόσχεσης που φέρει έστω και η εικόνα του Νίκου Φίλη μπορεί στρατηγικά να αξιοποιηθεί εναντίον της χωριάτικης κενότητας του περιεχομένου που κατά τα φαινόμενα κομίζει. Ένας χωριάτικος ανταρτοπόλεμος σημείων που αντιδρά στην επίδειξη κάθε χρυσού νομίσματος με το δάγκωμά του -απόλυτη βάσανος της πραγματικής του σύστασης.

3 απαντήσεις στο “Ο Νίκος Φίλης και ο χωριάτης του Μπαλζάκ”

Γράψτε απάντηση στο L’Enfant de la Haute Mer Ακύρωση απάντησης

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Current ye@r *