Και συμπυκνώθηκε ο χρόνος, ο μικρός ο μέγας,

CV4THemWIAEaPymΚαι συμπυκνώθηκε ο χρόνος, ο μικρός ο μέγας,

και οι βασιλείς άλλαξαν τους όρκους τους και στους δυτικούς ποντίφικες έγιναν «υποτελέστεροι»

γιατί η εξουσία δεν πρέπει μόνο να είναι πόρνη, αλλά και να φαίνεται τέτοια.

Και ο φτωχός λαός, αντί να βλέπει τη φάκα, συνήθισε να βλέπει μόνο το τυρί

και να ζητωκραυγάζει στις πλατείες όταν στήνονταν οι καρμανιόλες,

μόνο που αυτές προορίζονταν γι’ αυτόν και τα παιδιά του…

Αυτοί που φώναζαν πως «και οι δύο βλάπτουν σοβαρά τη Συρία»

αναγκάστηκαν να πάρουν τα βουνά και τα όρη, για να μη θωρούν της πατρίδας τον εξευτελισμό

και τη γοργή μετάλλαξη όσων ντύθηκαν με το μεσοφόρι της ελπίδας και την τήβεννο της προσδοκίας.

Οι Βενετοί και Γενουάτες έμποροι μετρούσαν και ξαναμετρούσαν  το βιός τους που πλήθαινε,

ενώ οι ελιές, οι στέρνες, τα λιβάδια στην έρημη χώρα μετρούσαν το χτικιό τους.

Κάτι λιπόψυχοι γραμματικοί  και κάτι άλλοι λιποθυμισμένοι δομέστικοι του λεγόμενου συνδικαλισμού

γρήγορα συντάχτηκαν με το νέο κουβέρνο, που ήταν τόσο παλιό όσο και οι ρόζοι στα χέρια των γιαγιάδων μας.

Και δεν υπήρχαν στη χώρα ούτε γρόσια, ούτε γράμματα, ούτε χέρια να κρατήσουν τα άρματα,

γιατί όσοι διακονούσαν την τέχνη του πολέμου στιγματίστηκαν κλέφτες, αρματωλοί και συμμορίτες.

Αλλά ακριβώς «πέντε η ώρα που βραδιάζει» χτύπησαν οι καμπάνες,

ίδιος χτύπος σαν κι αυτόν που δηλώνει την πυρκαγιά,

και αποφάσισαν όλοι μαζί πως δεν πάει άλλο, κι αυτό το μικρότερο κακό που θέριεψε σαν λάμια

πρέπει να κοπεί σύριζα, με τον Ηρακλή να κόβει κεφάλια και τον Ιόλαο να τα τσουρουφλίζει.

Κι έτσι έδωσαν όρκους και αίματα αγώνα, γιατί ο ραγιάς αλλιώς δεν βλέπει απαντοχή.

Και τότε ανακάλυψαν πως κάτω από το ξερόχωμα έτρεχαν νερά

και πως η χέρσα γη δεν τέλειωνε στου αλετριού το αυλάκωμα.

Και βγήκαν στους δρόμους τα παιδιά από τα σχολεία, παλιοί ακρίτες των συνόρων,

ξωμάχοι, εργάτες, συντεχνίτες, σαγματοποιοί,

οπλοποιοί, ντατσκαναρέοι (δηλαδή βαρελάδες), όλα τα σινάφια με τις παντιέρες μπροστά

και τα όργανά τους να διαλαλούν την πάνδημη στάση.

Και τότε κλείστηκαν στους πύργους τους οι αφέντες και οι κυράδες τους με τα κρινολίνα,

και οι διαλαλητές τους  δεν γίνονταν πιστευτοί από κανέναν,

γιατί ο λαός πίστευε μονάχα ό,τι έκανε με τα δυο του χέρια

και οι παπάδες δεν μπορούσαν να εξηγήσουν τα θαύματα πια

και οι στρατιώτες, σπαθοφόροι και λογχοφόροι, έφευγαν από τις διαταγές των στρατηγών

και συντάσσονταν με τ’ αδέλφια και τους πατεράδες τους.

Κατέβαιναν μιλιούνια στους δρόμους της πρωτεύουσας, συνέρρεαν τα πλήθη από τα χωριά

και ήσαν σαν τον άμμο της θάλασσας.

Γιατί οι όχθες οδηγούν τα νερά, αλλά μαζί τα περιορίζουν κιόλας,

και είχε πολύ καιρό ο ουρανός να δει τόσο συννεφιασμένα μέτωπα.

Γράφτηκε πως

«οι πάνω δεν μπορούν να κυβερνήσουν και οι κάτω δεν θέλουν να κυβερνηθούν όπως πρώτα».

Όταν ρώτησαν αργότερα τους μεγάλους διερμηνείς να εξηγήσουν τη φράση σήκωσαν ανήμποροι τους ώμους τους

και είπαν πως «ο λαός δεν είχε ψωμί και τα παιδιά δεν έβλεπαν το αύριο».

Εμείς απλά σημειώνουμε, πριν και ύστερα από χρόνια,

αυτό που φαίνεται ακατόρθωτο είναι μπορετό

και αυτό που φαντάζει αδύνατο είναι δυο μέτρα μακριά μας.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ

ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΕΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ Δυτικής Αθήνας

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Current ye@r *