Η έναρξη του ελληνικού εμφυλίου

Το ξημέρωμα της 31ης Μαρτίου 1946, ημέρα διεξαγωγής των πρώτων μεταπολεμικών εκλογών, ομάδα ανταρτών υπό τη διοίκηση του καπετάν Υψηλάντηεπιτέθηκε εναντίον του σταθμού χωροφυλακής του Λιτοχώρου, όπου νωρίτερα είχαν βασανιστεί και θανατωθεί τρία στελέχη του ΕΑΜ.

Η επίθεση αυτή αναφέρεται ως το χτύπημα που προκάλεσε το ξέσπασμα τουεμφυλίου πολέμου. Όμως οι αδελφοκτόνες συγκρούσεις είχαν ξεκινήσει πολύ νωρίτερα, στη διάρκεια της Κατοχής, και κορυφώθηκαν με τη σύγκρουση των Δεκεμβριανών.

Μετά την ήττα του ΕΛΑΣ στη μάχη της Αθήνας, αντιπρόσωποι της κυβέρνησης και τουΕΑΜ συνήλθαν στη Βάρκιζα στις 12 Φεβρουαρίου 1945 και υπέγραψαν συμφωνία.

Η συμφωνία της Βάρκιζας, που προέβλεπε την αποστράτευση του ΕΛΑΣ, γενική αμνηστία για τα «πολιτικά» εγκλήματα και τη διεξαγωγή εκλογών και δημοψηφίσματος για το πολιτειακό ζήτημα, αποτελούσε μια ευκαιρία να αποκατασταθεί η εθνική ενότητα και να συμπορευτούν όλες οι δυνάμεις του τόπου στην ανασυγκρότηση της χώρας.

Από την πλευρά των ηττημένων υπήρχε η θέληση για λήθη και εθνική ενότητα. Οι ηγεσίες του ΕΑΜ και του ΚΚΕ επιθυμούσαν την ομαλή τους ένταξη στο κοινοβουλευτικό σύστημα.

Η προσκόλλησή τους στην πορεία της νομιμότητας φάνηκε όχι μόνο από τις διεργασίες που έγιναν τότε για «το πέρασμα στο σοσιαλισμό με δημοκρατικές μεθόδους πολιτικής πάλης» και τη θεωρία «των δύο πόλων», αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο μεταχειρίστηκαν τον Άρη Βελουχιώτη.

Άλλωστε και ο ίδιος ο Ζαχαριάδης επέμενε στην τήρηση της συμφωνίας, ακόμα και όταν το πολιτικό κλίμα επιδεινώθηκε εξαιτίας της αντιεαμικής τρομοκρατίας, την οποία άφησαν ανεξέλεγκτα να αναπτυχθεί οι κυβερνήσεις της περιόδου.

Η συμφωνία της Βάρκιζας παραβιάστηκε κατά κύριο λόγο από τους νικητές, οι οποίο εφάρμοσαν στην πράξη το ρωμαϊκό vae victis (ουαί της ηττημένοις, αλίμονο στους νικημένους).

Ενώ το μελάνι της υπογραφής δεν είχε καλά καλά στεγνώσει, εθνικιστικές οργανώσεις και ένοπλες συμμορίες άρχισαν να καταδιώκουν τους πολιτικούς τους αντιπάλους, να βιαιοπραγούν και να καταστρέφουν.

Στην κατάσταση απροκάλυπτης, άμετρης και ατιμώρητης βίας και τρομοκρατίας που διαμορφώθηκε, με την υποστήριξη του ελληνικού κράτους και των νόμιμων εκπροσώπων του και με την προκλητική ανοχή των Βρετανών, οι άνθρωποι του ΕΑΜ δεν είχαν άλλη επιλογή και διέξοδο παρά να καταφύγουν πάλι στα βουνά.

Σταδιακά και αυθόρμητα, χωρίς κεντρική κομματική καθοδήγηση, οργάνωσαν ένοπλες ομάδες αυτοάμυνας και άρχισαν να συγκρούονται με τους διώκτες τους.

Αν και τα αίτια της έναρξης του εμφυλίου είναι ενδογενή, η διεθνής συγκυρία αποτελεί σημαντική συνιστώσα της.

Ο εμφύλιος διαπλέχθηκε με τις μεγάλες ιδεολογικές αντιθέσεις της ευρωπαϊκής ηπείρου και κλιμακώθηκε εξαιτίας του Ψυχρού Πολέμου μεταξύ των πρώην συμμάχων το 1946, για να λάβει μεγαλύτερες διαστάσεις την επόμενη διετία με την αποδοχή της αμερικανικής βοήθειας από τις δυτικοευρωπαϊκές χώρες και με την παγίωση της σοβιετικής επιρροής στις χώρες που απελευθερώθηκαν από τον Κόκκινο Στρατό.

Ο παγκόσμιος διπολισμός παρέσυρε την Ελλάδα στη δίνη μιας πρωτόφαντης σε οξύτητα και κλίμακα αντιπαράθεσης, από την οποία δεν μπόρεσε να ξεφύγει.

Οι ηγεσίες όλων των πολιτικών παρατάξεων της χώρας φέρουν τεράστια ευθύνη γι’ αυτό.

Όχι μόνο γιατί δεν κατάφεραν να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων και να εξασφαλίσουν την οριστική ειρήνευση με αποφυγή ακραίων θέσεων, υποχωρήσεις και διάθεση συνδιαλλαγής, αλλά και γιατί υπολόγισαν ως αποφασιστικό παράγοντα της πολιτικής τους τη βοήθεια των υπερδυνάμεων, για την απόκτηση της οποίας επέδειξαν εξαιρετική υποχωρητικότητα και δουλοπρέπεια.

Η χώρα βγήκε βαριά πληγωμένη από την αδελφοκτόνα βία με 40.000 νεκρούς, σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις ή 60.000 ως 80.000 κατ’ άλλους υπολογισμούς, ενώ περισσότερα από 80.000 άτομα διέσχισαν τα σύνορα και εγκαταστάθηκαν στις χώρες του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού.

Εκατοντάδες χιλιάδες κάτοικοι χωριών και κωμοπόλεων αναγκάστηκαν είτε για να γλιτώσουν από τον πόλεμο είτε επειδή τους μετακίνησε ο εθνικός στρατός, να τραπούν προς τις μεγάλες πόλεις και ιδιαίτερα προς την Αθήνα.

Οι παραγωγικές δομές της χώρας καταστράφηκαν και το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόνδεν ξαναβρήκε το προπολεμικό της επίπεδο παρά μόλις το 1950.

Το χειρότερο ήταν ότι η χώρα δέχτηκε πολλά και αθεράπευτα ψυχικά τραύματα. Ο εμφύλιος δίχασε τον λαό, εξέθρεψε πάθη, ψυχώσεις, εμπάθειες και μίση, που διαπέρασαν τις πιο στοιχειώδεις μορφές κοινωνικής οργάνωσης (οικογένεια, μικρές αγροτικές κοινότητες, γειτονιές πόλεων).

Το ΚΚΕ τέθηκε εκτός νόμου, η Αριστερά στιγματίστηκε ως αντεθνική και προδοτική και ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού διώχθηκε, αποβλήθηκε, περιθωριοποιήθηκε.

Αντίθετα, οι συνεργάτες των Γερμανών και οι υπερεθνικόφρονες εντάχθηκαν στον κρατικό μηχανισμό σχηματίζοντας παρασκηνιακά το παρακράτος-υπερκράτος, που τελικά έγινε τόσο ισχυρό και επενέβαινε τόσο πολύ στη λειτουργία του κράτους, ώστε ακόμα και ο πανίσχυρος Κ. Καραμανλής με τη δολοφονία του Γρ. Λαμπράκη(22/5/1963) να διερωτηθεί μεγαλόφωνα «ποιος κυβερνά αυτόν τον τόπο» και ερχόμενος σε σύγκρουση με το παλάτι να παραιτηθεί και να φύγει στο εξωτερικό.

Παράλληλα ενισχύθηκε η αμερικανική «προστασία» και η Ελλάδα περιήλθε για τρεις περίπου δεκαετίες σε καθεστώς απόλυτης στρατιωτικής, οικονομικής και πολιτικήςεξάρτησης.

* Καθηγητής Ιστορίας στο Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *