Πολυθρησκεία (Από το βιβλίο του Νίκου Τσιφόρου: “Η Ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών”

image002Συνέχεια από εδώ

ΠΟΛΥΘΡΗΣΚΕΙΑ

Την Αμερική, τις Ηνωμένες Πολιτείες δηλαδή, τις δημιουργήσανε οι διάφορες χριστιανικές αιρέσεις. Καθένας που διαφωνούσε με τους άλλους, τράβαγε παρακάτω και έφτιανε δική του πόλη και πολιτεία, για να μην τον ενοχλούνε οι αντιφρονούντες. Μαζί του πηγαίνανε και όλοι όσοι πιστεύανε τα ίδια και έτσι σιγά – σιγά, πιάνανε νέο τόπο και κατασκευάζανε νέα πολιτεία.

Υπάρχουνε ένα σωρό τέτοιες, ας πούμε αιρέσεις και δοξασίες στην Αγγλική Εκκλησία. Αγγλικανοί Ευαγγελιστές, Προσκυνητές, Κουακέροι, Προτεστάντες, Καλβινιστές, Λουθηριανοί, Μορμόνοι, Πουριτανοί, ό,τι βάλει το μυαλό σου. Κι επειδή σιγά – σιγά άρχισαν να έρχονται και άλλοι από άλλα ανέκδοτα, Καθολικοί, Ορθόδοξοι, Εβραίοι, Βουδιστές, ό,τι έχει βγάλει το… κατάστημα, κατάντησε στην Αμερική να υπάρχουν πάνω από εκατό θρησκείες λογής – λογής.

Οι άνθρωποι, λοιπόν, κει πέρα, ενώνονται με τις δοξασίες που πιστεύουνε. Σήμερα ακόμα, εξακολουθούνε να είναι φανατικοί και πιστοί στη θρησκεία τους. Κι ενώ «κοινωνικά» κάνουνε πολύ περισσότερες «αταξίες από την Ευρώπη», έχουνε γκάνγκστερ, ασυνείδητους, απατεώνες και πολλά τέτοια φρούτα, που μπροστά στο κέρδος δεν τους ενδιαφέρει ν’ αδικήσουνε, από την άλλη μεριά πάνε κάθε Κυριακή φανατικά στις εκκλησίες τους και προσεύχονται και λένε περικοπές από τις Γραφές τους και πληρώνουνε του κόσμου τα λεφτά για τη συντήρηση των ενόρκων τους και είναι «θρησκόληπτοι» με αστείο τρόπο. Κι αυτό, γιατί, «έχουνε ανάγκη να ‘ρχονται μεταξύ τους σε επαφή», όλοι όσοι πιστεύουν τα ίδια και ίσως να υποστηρίζονται. Το φαινόμενο αυτό δεν μπορούμε εμείς να το εξηγήσουμε, αλλά παρατηρείται και, μάλιστα, πολύ έντονο.

Βέβαια, η Αμερική — άμα λέμε Αμερική εννοούμε πάντα τις Ηνωμένες Πολιτείες σε τούτο το βιβλίο — ήτανε άγγλική αποικία, αλλά βρισκότανε πολύ μακριά από την Μητρόπολή της, την ’Αγγλία. Τότε, τα μέσα δεν ήτανε σαν και σήμερα, να πας σε λίγες ώρες. Ήθελε μήνες η δουλειά. Οι άνθρωποι, λοιπόν, δεν μπορούσανε να περιμένουνε εντολές και διαταγές από την Αγγλία, πώς να δράσουνε. Πολλές φορές, η ανάγκη να δράσουνε, ήτανε άμεση. Πιάσανε, λοιπόν, και φτιάσανε τοπικούς άρχοντες και τοπικούς νόμους για να μπορέσουνε να τα φέρουνε βόλτα. Πληρώνανε στο βασιλιά της Αγγλίας ένα φόρο, όπου ήτανε τοπικός Άγγλος διοικητής διορισμένος, τον υπακούανε, αλλά φτιάνανε και δικά τους Νομοθετικά και Εκτελεστικά Σώματα.

Κι επειδή όλες οι πολιτείες φτιαχνόντουσαν με θρησκευτικό φανατισμό, οι νόμοι γινόντουσαν σύμφωνα με τις θρησκευτικές τους αντιλήψεις. Στο Κοννέκτικατ φτιάσανε ένα Σύνταγμα, στο Νιού Χέυβεν ισχύανε οι Νόμοι του Μωυσή (που τους είπανε Γαλάζιους Νόμους) πολύ αυστηροί και φαιδροί, παρακάτω φτιάναν άλλα κράτη με δική τους συνήθεια και νόμους. Γι’ αυτό και η Αμερική είναι παράξενη και σήμερα ακόμα. Στη μια πολιτεία επιτρέπεται κάτι, στην άλλη απαγορεύεται.

Εκεί που είναι σήμερα το Λας Βέγκας, η πόλη του χαρτοπαιγνίου και της διαφθοράς, χωρίζονται τα σύνορα δύο πολιτειών. Στη μία, εκεί που βρίσκεται το Λας Βέγκας, επιτρέπεται η χαρτοπαιξία και τα πάντα. Στην άλλη, πενήντα μέτρα μακρύτερα, απαγορεύεται και σε πάνε μέσα αν παίξεις. Κι είναι Ηνωμένες Πολιτείες κι η μια κι η άλλη και ο επισκέπτης τρελαίνεται. «Μα είναι δυνατόν;» Κι όμως είναι. Το ίδιο συμβαίνει με τα διαζύγια. Μια πόλη, το Ρένο, το έχει κάνει βιομηχανία, πληρώνεις και παίρνεις το διαζύγιο αμέσως. Αλλού δεν δίνονται. Κι όποιος θέλει να χωρίσει πάει στο Ρένο, πληρώνει, παίρνει διαζύγιο και είν’ εντάξει. Αντε μετά, βγάλε άκρη.

Αυτή η θεοκρατία όμως, άρχισε να γίνεται ενοχλητική. Στους Γαλάζιους Νόμους που είπαμε, αν δούλευες το Σάββατο, σε κλείνανε μέσα. Πολλοί κτηματίες όμως «έπρεπε να δουλέψουνε» το Σάββατο, γιατί τους χάλαγε η σοδειά. Αρχίσανε, λοιπόν, οι μουρμούρες:

— Μα τί είμαστε, Εβραίοι να μη δουλεύουμε το Σάββατο; Αστε μας κάτω.

Και σιγά – σιγά τα καταργήσανε αυτά τα τέτοια και πήρανε τα λουριά στα χέρια τους. Μάλιστα, από το Χάρτφορντ αρχίσανε να βγαίνουνε άνθρωποι μορφωμένοι που κάνανε άλλους νόμους κι αυτοί οι νόμοι επειδή συμφέρανε όλους, αρχίσανε να εφαρμόζονται παντού, έξω από τους «φανατικούς νόμους» των θεοκρατών. Τούτο δω ήτανε η πρώτη μορφή της Αμερικανικής Δημοκρατίας. «Νόμοι σωστοί, γενικοί και ωφέλιμοι».

Τα ονόματα της Γραφής που τα λανσάρανε οι πουριτανοί, μείνανε ακόμα στην Αμερική. Γι’ αυτό οι περισσότεροι Αμερικανοί έχουνε και σήμερα ονόματα Εβραίικα, Νάτ, Ναθαναήλ, Δαβίδ, ένα σωρό τέτοια. Αγκιστρωμένοι πάνω στο Μωσαϊκό νόμο, δεν δίνανε στα παιδιά τους ονόματα νεοχριστιανικά. Ρούθ, Μώδ, έτσι κι αλλιώς, όλα τους έχουνε δανειστεί από την Παλαιά Διαθήκη.

Το 1702 όταν ήρθε στο θρόνο της Αγγλίας η βασίλισσα Αννα, οι Αμερικανοί γιορτάσανε την άνοδο της νέας τους βασίλισσας στο θρόνο. Τότε οι φανατικοί θρησκόληπτοι βάλανε τις φωνές:

— Πώς γιορτάζετε την πολιτική εξουσία και παραμελείτε τη θρησκεία που είναι ανώτερη;

Ομως κανένας δεν τους άκουσε κι αυτή ήταν η πρώτη νίκη του λαού εναντίον της εξουσίας των θεοκρατών, που τους είχανε τα δυο ποδάρια στο ένα παπούτσι. Κι επειδή έπρεπε να ψηφίσουν την κυβέρνησή τους, ένας καινούριος κυβερνήτης, που ήρθε από την Αγγλία, είπε πως έχουνε δικαίωμα να ψηφίσουνε όσοι πληρώνανε ένα ορισμένο ποσό φόρους. Έτσι γινότανε και στην Αγγλία. Αυτός ο φόρος λεγότανε «Γκένς» ή «Σένς». Κι από αυτή τη στιγμή πάνε πια παπάδες κι άρχοντες, που τους βάσταγαν με την απειλή της κολάσεως. Ψηφίσανε καινούριους και σιγά – σιγά καταργήσανε τους άλλους τούς θρησκόληπτους.

Δεν ήταν μόνο οι εταιρίες που πήρανε γη και φτιάσανε την ’Αμερική. Ηταν και πολλοί ευνοούμενοι. Να πούμε αίφνης πώς έγινε το Μαίρυλαντ. Ηταν αίφνης ένας ευγενής, καθολικός, που τον λέγανε Κάλβερτ. Ο βασιλιάς Κάρολος ο πρώτος, είχε παντρευτεί καθολικιά. Και τούτος ο Κάλβερτ, του φάνηκε πολύ χρήσιμος άνθρωπος. Ήθελε, λοιπόν, ο βασιλιάς να τον ανταμείψει, αλλά δεν μπορούσε.

— Βλέπεις Κάλβερτ, στην Αγγλία απαγορεύεται να δίνουμε αξιώματα σε καθολικούς.

— Κι εγώ θα μείνω στην άπ’ όξω μεγαλειότατε;

— Τί να σου κάνω εγώ;

Το σκέφτηκε όμως ο βασιλιάς και το βρήκε.

— Ρε συ, πας στην Αμερική;

— Για να γίνω γκάγκστερ;

— Όχι ρε ζώο να σε κάνω λόρδο.

— Κι άμα με δείρουνε; Εκεί πλακώνουνε στο ξύλο τους λόρδους.

— Θα σου δώσω γη όση θέλεις κοντά στο ποτάμι Πότομακ.

— Από το ντιπ κι ολότελα καλή κι η Παναγιώταινα, το δέχτηκε ο Κάλβερτ. Τον ονόμασε λοιπόν, λόρδο Μπάλτιμορ και τον στείλανε.

Η γη ήτανε καλή, τ’ άρεσε του λόρδου και προς τιμή της βασίλισσας, που ήτανε κι αυτή καθολικιά και τη λέγανε Άννα – Μαρία, βαφτίσανε το Μαίρυλαντ, Χώρα της Μαρίας να πούμε, κι όταν πέθανε, τη γη την κληρονόμησε ο γιός του.

Άνθρωποι όμως δεν υπήρχανε, το μέρος ήταν απέραντο κι ο γιός που κληρονόμησε το λόρδικο και τη χώρα έκανε κάτι σαν απόλυτος άρχοντας που ήταν. Είπε:

— Κάθε ευγενής που θάρχεται από την Αγγλία και θα φέρνει μαζί του πέντε ανθρώπους θα παίρνει τέσσερις χιλιάδες στρέμματα. Και δε με νοιάζει αν είναι καθολικός ή διαμαρτυρόμενος.

Πέσανε λοιπόν και μπατήρια ευγενείς κι επειδή η θρησκεία δεν έπαιζε ρόλο, άνθισε το μέρος για καλά. Ζούσανε καλά καθολικοί και διαμαρτυρόμενοι μέχρι που μαλώσανε υστερ’ από κάμποσα χρόνια και το αποτέλεσμα ήτανε να επικρατήσουν οι διαμαρτυρόμενοι — μέχρι που κι ο λόρδος το γύρισε κι έγινε κι αυτός διαμαρτυρόμενος — και να γυρίσει η γη στο αγγλικό στέμμα. Αλλά το Μαίρυλαντ είχε γεννηθεί.

Το ίδιο έκαναν κι οι άλλοι βασιλιάδες με άλλους ευγενείς. Μοιράσανε τη γη και μάλιστα Νότια της Βιργινίας και τή γη αυτή, επειδή τη μοίρασε ο Κάρολος ο δεύτερος, την είπανε προς τιμή του Καρολίνα. Και όλοι τούτοι που πήρανε γη, αφέντες μεγάλοι, παρακαλέσανε ένα φιλόσοφο, που τον λέγανε Λόκ, να τους κάνει ένα είδος χάρτη, πώς να διοικήσουνε το μέρος τους.

Ο Λόκ έκανε χάρτη και τα κανόνισε όπως πρέπει. Έδινε από τη γη ένα πέμπτο σε κείνον πού έπαιρνε το προνόμιο από το βασιλιά. Δηλαδή ο βασιλιάς έλεγε σ’ έναν ευγενή:

— Σου δίνω τόση γη στην Αμερική.

Αυτός που έπαιρνε το προνόμιο δεν πήγαινε στην Αμερική. Έστελνε άλλους. Αλλά έπαιρνε το ένα πέμπτο από τα εισοδήματα της γης που του χάρισε ο μεγαλειότατος. Έπιανε όμως κανά λόρδο απένταρο κι ελεεινό και του ‘λεγε:

— Πας, κύριε, να κάνεις τον αφέντη στη γη μου, κάτω στην Αμερική;

Πήγαινε ο ελεεινός κι έπαιρνε κι αυτός άλλο ένα πέμπτο και βολευότανε. Τα ρέστα τρία πέμπτα τα παίρνανε οι άνθρωποι πού καλλιεργούσανε τα κτήματα.
Καλά ήτανε έτσι, αλλά οι καλλιεργητές δεν το θέλανε.

— Γιατί να δουλεύουμε μείς και να τρώνε τα πέμπτα οι λόρδοι, οι τεμπελαραίοι;

Και γίναν κάτι ξεσηκωμοί και στο τέλος τα κτήματα αυτά, τα ατέλειωτα σε έκταση, τα ξαναπήρε το κράτος, δηλαδή το αγγλικό στέμμα και εισέπραττε ένα κανονικό φόρο και ησυχάσανε οι λόρδοι. Και πάει περίπατο ο χάρτης τού Λόκ.

Έτσι γίνανε ή Καρολίνα, το Νιού Τζέρσεϋ, ένα σωρό άλλα μέρη κι έτσι ξαναγυρίσανε στην ιδιοκτησία του στέμματος.

Κείνον τον καιρό ξεπετάχτηκε μια άλλη θρησκευτική οργάνωση που τη λέγανε « Εταιρία των φίλων». Τ’ όνομά τους το ξέρουμε εμείς, «Κουακέροι»: Μουρλοί, φανατικοί κι υστερικοί, λέγανε ότι το “Αγιο Πνεύμα μπορεί να μπει μέσα στον άνθρωπο μόνο του και δεν έχει ανάγκη να του το μπάζουν οι παπάδες. Αμα τους έμπαινε το Άγιο Πνεύμα, τους έπιανε σεληνιασμός και χτυπιόντουσαν χάμου…

Επειδή ήτανε λέει οπαδοί του θεού της Αγάπης, μήτε πολεμούσανε, μήτε θέλανε να φάνε ζώα, μήτε τίποτα. Σήμερα ακόμα, υπάρχει και στην Ελλάδα μια προπαγάνδα τέτοια που προσηλυτίζει κόσμο και τους εμπνέει αυτές τις ιδέες. Κι ήτανε φανατικοί και δε σηκώνανε κουβέντα.

Σ ένα κράτος όμως, άνθρωποι που δεν πολεμάνε και προσπαθούνε να πείσουνε κι άλλους να μην πολεμήσουνε, είναι ζημιά. Τους πήρανε στην αρχή με το μαλακό κι υστέρα, άμα είδανε ότι δεν βγαίνει άκρη, τους κρεμάγανε σαν σταφύλια.

Ήτανε όμως πολλοί, και για λύση τους στείλανε στην Αμερική. Εκεί πέρα, τα ίδια. Μέχρι που βαρεθήκανε να τους κρεμάνε. Μπήκε στη μέση κι ένας ευγενής, ο Πεν, μίλησε στο βασιλιά και στο τέλος τους μαζέψανε όλους και τους στείλανε σ’ ένα μέρος να φτιάσουνε ό,τι θέλουνε και να μην ενοχλούνε τον κόσμο. Αυτό έγινε το 1682 και οι Κουακέροι φτιάσανε ένα κράτος που το είπανε Πενσυλβάνια. Ήτανε πολύ όμορφο, πολύ πλούσιο και φτιάσανε και μια πρωτεύουσα που την ονομάσανε «Πόλη της Αγάπης», κι αυτή είναι η Φιλαδέλφεια.

Οι Κουακέροι ζούσανε με αγάπη, δεν πολεμάγανε τους Ινδιάνους και γίνανε φίλοι. Δουλεύανε όλοι μαζί, φτιάσανε όμορφη την πόλη τους κι ήρθανε εκεί Γερμανοί και Σκωτσέζοι και Ουαλλοί, γιατί βρίσκανε καλή υποδοχή. Η Πενσυλβάνια, λοιπόν, άνθισε. Μόνο που οι ξένοι που μπήκανε, τη χαλάσανε. Κομματιστήκανε με τούς βασιλιάδες και με τον καθολικισμό, τα κάνανε θάλασσα και, πάει «η ιδανική πολιτεία», σκάρτεψε. Μόνο οι Κουακέροι έχουνε μείνει μέχρι σήμερα οι ίδιοι και, πρέπει να ομολογήσουμε, ότι ενεργούνε και τώρα ακόμα σωστά και χωρίς μίσος και πάθη. Αλλά αυτά είναι λίγα παραδείγματα στον κόσμο μας τον τρομερό.

Διαβάστε ακόμα: Νίκος Τσιφόρος: «Η θρησκεία είναι μια εταιρία, που εκδίδει μετοχές επί ανύπαρκτων μεταλλείων»

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *