31 Γενάρη 1943 ο Στρατάρχης φον Πάουλους παραδίδεται στους Σοβιετικους στο Στάλινγκραντ

Της Αργυρώς Κραββαρίτη

Στις 31 Ιανουαρίου του 1943, ο διοικητής των γερμανικών δυνάμεων στο Στάλινγκραντ παραδόθηκε στον σοβιετικό στρατό. Παρά και ενάντια στην διαταγή του Χίτλερ που διέταξε, έξι ημέρες πριν, να πεθάνουν μέχρις ενός όλοι οι γερμανοί στρατιώτες και να μη παραδοθεί κανείς.

Στις 30 Ιανουαρίου 1943, ο Χίτλερ προήγαγε τον Πάουλους σε στρατάρχη και του έστειλε μήνυμα ότι κανένας γερμανός στρατάρχης δεν αιχμαλωτίστηκε ποτέ. Ο Χίτλερ υποδείκνυε έτσι στον Πάουλους να αυτοκτονήσει, αλλά εκείνος απέρριψε την ιδέα του φύρερ, και την επόμενη ημέρα παραδόθηκε στους Σοβιετικούς του Κόκκινου Στρατού 31 Γεναρη 1943 Ο τελευταίος Γερμανός παραδόθηκε στις 2 Φεβρουαρίου.

Ο Φρίντριχ φον Πάουλους (Friedrich von Paulus), 53 ετών, έλαβε μέρος στην εισβολή στην Πολωνία την 1η Σεπτεμβρίου 1939. Το καλοκαίρι του 1940, ο Πάουλους προήχθη σε αναπληρωτής Αρχηγός τους Γενικού Επιτελείου. Με αυτή την ιδιότητα επισκέφθηκε τον Έρβιν Ρόμελ (Erwin Rommel) στην βόρεια Αφρική, και συνέταξε μια πολύ επικριτική αναφορά για τον Ρόμελ και τον στρατό του, αλλά ο Χίτλερ δεν έδωσε καμιά συνέχεια στην αναφορά.

Κατά την προετοιμασία της επιχείρησης Μπαρμπαρόσα εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης, ο Πάουλους επεσήμανε στον Χίτλερ τρεις στόχους: (α) μετά την γερμανική εισβολή, να μη επιτραπεί στον Κόκκινο Στρατό να υποχωρήσει στο εσωτερικό της Ρωσίας. (β) Για την αποτελεσματική έκβαση της εισβολής ο γερμανικός στρατός θα έπρεπε να εφαρμόσει την αρχή της περικύκλωσης, και τέλος (γ) Η κύρια επιθετική ενέργεια θα έπρεπε να γίνει βόρεια από τα Έλη Πρίπιατ, ώστε να καταληφθεί η Μόσχα.

Το καλοκαίρι του 1942 ο Πάουλους επικεφαλής 250.000 ανδρών 500 τεθωρακισμένων αρμάτων μάχης, με 7.000 όπλα και πολυβόλα, και 25.000 άλογα. Η κίνηση του γερμανικου στρατού καθυστερούσε από έλλειψη καυσίμων για τα μηχανοκίνητα, κι έτσι τον Ιούλιο διέκοψε την πορεία στο Κάλαχ. Καύσιμα και εφόδια έφτασαν μόλις στις 7 Αυγούστου 1942 και η πορεία άρχισε αμέσως. Στις επόμενες εβδομάδες οι Γερμανοί σκότωσαν περί τους 50.000 σοβιετικούς στρατιώτες, αλλά στις 18 Αυγούστου αναγκάστηκε να ξανασταματήσει από έλλειψη καυσίμων περίπου 55 χλμ. μακριά από το Στάλινγκραντ.

Για να εξοικονομήσει καύσιμα ο Παόυλους κινήθηκε μόνον με ένα μέρος των τεθωρακισμένων, αλλά τώρα ο Κόκκινος Στρατός διενεργούσε σφοδρές επιθέσεις, και καθήλωσε τους Γερμανούς έξω από το Στάλινγκραντ Ο Πάουλους έφερε και τις υπόλοιπες γερμανικές δυνάμεις, και κύκλωσε την πόλη. Καθώς το βόρειο τμήμα του απειλήθηκε, ο γερμανικός στρατός καθυστέρησε την επίθεση ως την 7η Σεπτεμβρίου. Εντωμεταξύ η γερμανική πολεμική αεροπορία βομβάρδιζε το Στάλινγκραντ με αποτέλεσμα χιλιάδες νεκρούς αμάχους.

Ο Χίτλερ διέταξε την άμεση κατάληψη του Στάλινγκραντ με οποιοδήποτε κόστος για τις γερμανικές δυνάμεις. Από το ραδιόφωνο ο Χίτλερ είπε στους Γερμανούς: «Μπορείτε να είστε βέβαιο ότι κανείς δεν θα μας απωθήσει από το Στάλινγκραντ«. Στις 4 Οκτωβρίου 1942 ο Πάουλους που είχε χάσει 40.000 άνδρες από την είσοδό του στην πόλη, ζήτησε ενισχύσεις από τον Χίτλερ.

Λίγες ημέρες αργότερα 5 μεραρχίες μηχανικού και μία επιλαρχία αρμάτων έφθασαν στο Στάλινγραντ. Ο Ιωσήφ Στάλιν απάντησε με πόλεμο παρέλκυσης, και διέταξε τρεις επιπλέον στρατιές να κινηθούν σε βοήθεια της πόλης. Μολονότι οι Σοβιετικοί είχαν μεγαλύτερες απώλειες από τους Γερμανούς, εντούτοις είχαν συνολικά περισσότερους άνδρες.

Οι καταρρακτώδεις βροχές του Οκτωβρίου μετέτρεψαν τους δρόμους σε λάσπη, και ο ανεφοδιασμός της Έκτης γερμανικής Στρατιάς άρχισε να έχει προβλήματα. Στις 19 Οκτωβρίου άρχισε να χιονίζει. Εντούτοις, ο Πάουλους σημείωνε μικρή πρόοδο στην κατάληψη του Στάλινγκραντ, όπου οι Ρώσοι μάχονταν από σπίτι σε σπίτι: είχε καταλάβει περί το 90% της πόλης. Αλλά, οι στρατιώτες του άρχισαν να μη έχουν αρκετά πολεμοφόδια και τρόφιμα.

Παραταύτα, ο Πάουλους διέταξε άλλη μια επίθεση στις 4 Νοεμβρίου. Τις επόμενες 2 ημέρες ο γερμανικός στρατός είχε σημαντικές απώλειες, και το Κόκκινος Στρατός άρχισε αντεπίθεση. Ο Πάουλους αναγκάστηκε να αναδιπλωθεί νότια, αλλά τότε ήρθε εντολή από τον Χίτλερ να εξακολουθήσει την επίθεση, παρά τον κίνδυνο να περικυκλωθούν οι γερμανοί στρατιώτες. Ο Χίτλερ διαβεβαίωνε ότι η πολεμική αεροπορία θα αναλάμβανε τον ανεφοδιασμό.
Αξιωματικοί του Πάουλους αντέτειναν ότι η αεροπορία δεν θα μπορούσε να τους ανεφοδιάσει επαρκώς. Όλοι πρότειναν αναδίπλωση και υποχώρηση, προτού ο Κόκκινος Στρατός εδραιωθεί σε προωθημένες θέσεις. Ο Χανς Χούμπε είπε στον Πάουλους ότι μια έξοδος ήταν η μόνη σωστή επιλογή για τους Γερμανούς, αλλά ο Πάουλους του απάντησε ότι πρέπει να υπακούσει στις εντολές του Χίτλερ.

Όλον τον Δεκέμβριο η Λουφτβάφε έρριχνε καθημερινά 70 τόνους εφοδίων. Ο περικυκλωμένος γερμανικός στρατός χρειαζόταν 300 τόνους ημερησίως. Οι στρατιώτες άρχισαν να παίρνουν το ένα τρίτο της κανονικής μερίδας, έτσι άρχισαν να σκοτώνουν και να τρώνε τα άλογά τους. Στις 7 Δεκεμβρίου, σε κάθε 2ο άνδρες της Έκτης Στρατιάς αντιστοιχούσε ένα καρβέλι ψωμί.

Ο Χίτλερ αντιλήφθηκε ότι έχανε την Έκτη Στρατιά, και διέταξε τον στρατάρχη Έριχ ωον Μανστάιν (Erich von Manstein) και την 4η μηχανοκίνητη στρατιά να αρχίσουν επιχείρηση σωτηρίας. Ο Μανστάιν εμποδίστηκε να ενωθεί με την Έκτη Στρατιά 50 χιλιόμετρα πριν το Στάλινγκραντ, καθώς ο Κόκκινος Στρατός τον καθήλωσε με συνεχή πυρά. Στις 27 Δεκεμβρίου 1942, ο Μανστάιν αποφάσισε να υποχωρήσει, καθώς αντιμετώπιζε τον κίνδυνο περικύκλωσης από τους Ρώσους.

Στο Στάλινγκραντ τον τελευταίο μήνα είχαν σκοτωθεί 28.000 γερμανοί στρατιώτες. Καθώς είχαν μείνει ελάχιστα τρόφιμα, ο Πάουλους έδωσε την εντολή να πάψουν να τρέφονται οι 12.000 τραυματίες. Δελτίο τροφίμων μπορούσαν να έχουν μόνον όσοι πολεμούσαν. Ο Έριχ φον Μανστάιν έδωσε στον Πάουλους την εντολή να επιχειρήσει μαζική έξοδο από την πόλη του Στάλινγκραντ, αλλά οι Γερμανοί που βρίσκονταν μέσα στην πόλη ήταν πολύ αδύναμοι για κάτι τέτοιο.

Στις 30 Ιανουαρίου 1943, ο Χίτλερ προήγαγε τον Πάουλους σε στρατάρχη και του έστειλε μήνυμα ότι κανένας γερμανός στρατάρχης δεν αιχμαλωτίστηκε ποτέ. Ο Χίτλερ υποδείκνυε έτσι στον Πάουλους να αυτοκτονήσει, αλλά εκείνος απέρριψε την ιδέα του φύρερ, και την επόμενη ημέρα παραδόθηκε στους Σοβιετικούς του Κόκκινου Στρατού. Ο τελευταίος Γερμανός παραδόθηκε στις 2 Φεβρουαρίου.

Η μάχη του Στάλινγκραντ είχε τελειώσει. Αιχμαλωτίστηκαν περισσότεροι από 91.000 άνδρες και 150.000 πέθαναν κατά την διάρκεια της πολιορκίας. Οι γερμανοί αιχμάλωτοι αναγκάστηκαν να πάνε με τα πόδια στην Σιβηρία. Περίπου 45.000 πέθαναν σ’ αυτήν την πορεία, και μόνον 7.000 επιβίωσαν μετά από την λήξη του πολέμου.
Ο Πάουλους φυλακίστηκε, και αρχικά αρνήθηκε να συνεργαστεί με τους Σοβιετικούς. Αλλά, όταν ανακάλυψε ότι οι φίλοι του Έριχ Χέπνερ (Erich Hoepner) και Έρβιν φον Βιτζλέμπεν (Erwin von Witzleben) εκτελέστηκαν μετά την Συνωμοσία του Ιουλίου, συμφώνησε να κάνει αντιναζιστικές ραδιοφωνικές εκπομπές. Σ’ αυτές καλούσε γερμανούς αξιωματικούς να εγκαταλείψουν τον Χίτλερ και να τον παρακούσουν. Ο Χίτλερ διέταξε να συλληφθεί και να φυλακιστεί όλη η οικογένεια του φον Πάουλους.

Το 1946 ο Πάουλους κατέθεσε στην Δίκη της Νυρεμβέργης ως μάρτυρας κατηγορίας. Μολονίτι παραδέχτηκε ότι ήταν ένοχος εγκλημάτων κατά την επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης αρνήθηκε να ενοχοποιήσει τους Άλφρεντ Γιόντι (Alfred Jodl) και Βίλχελμ Καϊτέλ (Wilhelm Keitel). Ο Πάουλους παρέμεινε φυλακισμένος στην Σοβιετική Ένωση ως το 1953, οπότε αποφυλακίστηκε. Εγκαταστάθηκε στην Δρέσδη της Ανατολικής Γερμανίας, όπου εργάστηκε ως επιθεωρητής της Λαϊκής Αστυνομίας. Πέθανε την 1η Φεβρουαρίου 1957.

Πηγή

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *