18 Φλεβάρη 1883 γεννιέται ο Νίκος Καζαντζάκης

Επιμέλεια: Αργυρώ Κραββαρίτη

Νίκος Καζαντζάκης

Ταξίδι στη Ρωσία 1925-26

«Έτσι αντικρίζω τον αγώνα του ανθρώπου, έτσι αποκαλύπτεται μπροστά μου ο κυματισμός των λαών. Έτσι πρέπει ν΄αντικρύσουμε τη σύγχρονη κίνηση του προλεταριάτου και να σκύψωμεν με δέος ιερό απάνω στη Ρουσία. Αυτή είναι σήμερα η πρωτοπορία του κόσμου κι ανοίγει δρόμο ανάμεσα στο αίμα και την πείνα… [275] Μα μέσα από τους αναρίθμητους θανάτους θ΄απομένη μονάχα μια Κραυγή… Κι οι πιο μεγάλοι ρούσοι πρόδρομοι, με φόβο κι οργή αντικρίζουν τώρα την κόκκινη άνοιξη που αυτοί εσπειραν… Νόμιζαν πώς φέρναν τη δικαιοσύνη, την ειρήνη , την αγάπη… Μα ένα πνεύμα ανώτερο που φυσάει ποπάνου τους αφήνει πίσου τους κι επιστρατεύει τον κόσμο…

– Όλη λοιπόν τούτη η ρούσικη ανατροπή κι η ταραχή του κόσμου, θα πάρουν πάλι θαρρείς θρησκευτικό νόημα; Μα ο άνθρωπος δε μπορεί πια να πιστέψει σε μεταθανάτιες ελπίδες …[276] Θέλει τη ζωή τούτη.

– Να υποταζόμαστε σ΄ένα ρυθμό ανώτερό μας. Μονάχα ένας, που πιστεύει σ΄ένα τέτοιο ρυθμό και ρυθμίζεται μαζί του, μπορεί να ζήσει άρτια τη μικρή του ατομική ζωή… Η πίστη…στάθηκε πάντα η φλογερότερη μέθοδο να ζήσει ο άνθρωπος έντονα όχι την άλλη, τη μέλλουσα, μα την επίγεια τούτη ζωή. Μονάχα με πίστη μπορούν να υψωθούν οι μάζες των ανθρώπων. Και τι θα πει να υψωθούν; Να υποτάξουν τις ανάγκες και τις πεθυμιές τους σ΄ένα υπερατομικό, δηλ. βαθύτατα ανθρώπινο ρυθμό… Κι αν δεν έρθει ο Λόγος να σώσει την άναρθρη Κραυγή της Ρωσίας, η Κραυγή όμως ακατάλυτα θα δουλεύει τις γενεές των ανθρώπων. Ωσότου γίνει Λόγος…

– Πώς θα ονομάσουμε τον αιρετικο τούτο τρόπο, που αντικρίζεις τον Κομμουνισμό; Με μέσα τόσο θετικά μάχεσαι να φτάσεις ένα σκοπό τόσο μυστικό; … Αυτά που λες δεν είναι Κομμουνισμός:
– Τι αξία έχουν οι ονομασίες ;…Όμως , για να καθησυχάσει το μυαλό σου, δώσε ένα όνομα, ονόμασε την αιρετική τούτη γνώμη μου όχι Κομμουνισμό. Μα Μετακομμουνισμό [277]

Απόσπασμα από δοκίμιο η Σταυρωμένη Ρωσία του Nίκου Καζαντζάκη, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αναγέννηση, από το ταξίδι του στη Ρωσία 1925-26 κι ενσωματώθηκε αργότερα στο Ταξιδεύοντας:

«Αυτή είναι η σημερινή Σοβιετική Ρωσία. Χωρίς προκατάληψη καμιά, με συγκίνηση και σαφήνεια, όσο μπορούσα, προσπάθησα να τη δω και να τη ζήσω. Επέβαλα συχνά πειθαρχία στην καρδιά μου, για ν΄αφήσει το νου να δει και να μιλήσει λεύτερα· συχνά δεν έβλεπα ό,τι θα πεθυμούσα, και το είπα· συχνά έβλεπα ό,τι περίμενα και το είπα· δεν καταδέχτηκα να κρύψω μήτε το καλό μήτε το κακό. Απ΄ όλους τους δρόμους προσπάθησα ν΄ακολουθήσω τον πιο δύσκολο, δηλαδή τον πιο έντιμο.Τώρα, στο τέλος του ταξιδιού, ανασκοπώντας το σύνολο, τοποθετώντας τις λεπτομέρειες στην περιφέρεια και δίνοντας όλη την προσοχή στον κεντρικό, αφορμάριστο ακόμα πυρήνα έφτασα στα ακόλουθα γενικά συμπεράσματα:

1 Κρισιμότατη η ιστορική στιγμή που περνούμε· ένας κόσμος γκρεμίζεται άλλος ανεβαίνει· πάνω σ΄ένα μεγάλο τομέα της γης η προλεταριακή τάξη, πρωτοπόρα, πήρε κιόλας την εξουσία.

2. Η αλλαγή τούτη δεν έγινε βέβαια ειρηνικά·έτσι έγινε πάντα στην Ιστορία· η ιστορία του ανθρώπου στάζει αίμα: Μπορεί να΄ ναι σύμφωνη με την ιδιοσυγκρασία μας ή μπορεί να προσβάλλει την ηθική μας ή μέθοδο τούτη να προχωρά ο άνθρωπος πάνω στη γης· μα άλλη μέθοδο δεν υπάρχει.

3. Στις 7 του Νοεμβρίου δεν έγινε μια επανάσταση· έγιναν δύο, και μάλιστα ουσιαστικά διαφορετικές· α) η επανάσταση των χωρικών ενάντια στους φεουδάρχες· επανάσταση καθαρά μικροαστική· β) η επανάσταση των εργατών ενάντια στους αστούς·επανάσταση καθαρά σοσιαλιστική.

4.Οι δυο επαναστάσεις τη στιγμή του κοινού κίντυνου πολέμησαν ενωμένες· μόλις όμως ο κοινός οχτρός αφανίστηκε, οι σύμμαχοι – χωριάτες, εργάτες- χώρισαν και ξέσπασε ανάμεσά τους ακήρυχτος άγριος πόλεμος.Η Σοβιετική Ρουσία μια στιγμή έφτασε στα χείλη του γκρεμού.

5. Την κρίσιμη αυτή στιγμή ένας άνθρωπος, ο Λένιν, ένωσε τη σοβιετική Ιδέα. Ένιωσε – αλήθεια πολύ απλή, που όμως σε κρίσιμες στιγμές συχνά κι οι αρχηγοί δεν τη νιώθουν – πώς ένας μονάχα τρόπος υπάρχει να σωθεί και επικρατήσει η Ιδέα: η προσαρμογή. Να προσαρμοστεί με τη ρεούμενη, ακατάστατη ακόμα, όλο αντίφασες πραγματικότητα. Πολλές λύσεις αποδείχτηκαν προσωρινές, τα ψαχουλέματα, επίπονα, αιματηρά, βάσταξαν χρόνια, τα προβλήματα, λερναίες ύδρες, όλο και σήκωναν κεφάλι μα ο σίγουρος δρόμος είχε πια ανοίξει· η Ιδέα νίκησε. Γιγάντια, επική προσπάθεια που μια μέρα η Ιστορία θα τη χαρακτηρίσει ως το «ρούσικο θάμα».

6. Η Ιδέα – κοινωνικά, οικονομικά, πολιτικά, στρατιωτικά – νίκησε· και βρίσκεται σήμερα στην κορυφή της ευθύνης. Η σοβιετική Ιδέα – ως Ιδέα κι όχι ως κρατική εμφάνιση – έχει, όπως κάθε νέος, δυνατός οργανισμός, ανάγκη ν’ απλωθεί. Δε μπορεί να κλειστεί σε μια χώρα και σ΄ένα λαό, πλαντάει, θέλει να σπάσει τα σύνορα και να πιάσει ολάκερη τη γης. Γι΄αυτό ( τέτοια είναι η φύση κάθε μεγάλης καινούριας Ιδέας) η σοβιετική Ιδέα αναστατώνει την Οικουμένη· τίποτα πια σ΄ολάκερο τον κόσμο, δεν μπορεί να γίνει χωρίς να ΄χει ως κέντρο τη νέα Ιδέα – είτε ως δράση είτε ως αντίδραση. Η καταστροφή του ελληνορωμαϊκου κόσμου είναι ένα επαρχιακό φαινόμενο συγκρινόμενο με τη σημερινή αναστάτωση και των πέντε ηπείρων από τον κομμουνιστικόν στρόβιλο. Σήμερα, με τα νέα τεχνικά μέσα που οπλίστηκε ο άνθρωπος- βαπόρια, σιδηρόδρομοι, αεροπλάνα, τηλέφωνα, τηλέγραφοι, ραδιόφωνα- ο κόσμος έγινε ένα, καταργήθηκε η απόσταση, νικήθηκε ο καιρός και μια Ιδέα, ένα μήνυμα μπορεί να διαδοθεί από τη μια άκρη της γης ως την άλλη μονοστραπίς.

7. Οι συνέπειες από τον ομοιόρυθμο τούτον παγκόσμιο αναβρασμό είναι μεγάλες. Πώς είναι δυνατό πια να υπάρχει ειρηνική συμβίωση με το πυραχτωμένο τούτο κέντρο που ξυπνάει και φωτίζει τις εργαζόμενες μάζες όλης της γης, τη Ρουσια; Η σύγκρουση αστικής πραγματικότητας και κομμουνιστικής ιδεολογίας είναι αναπόφευκτη. Όσο αργότερα γίνει, τόσο καλύτερα για τον κομμουνισμό· ο χρόνος είναι σύμμαχός του. Τούτο καλά το ξέρουν τα αστικά κράτη, μα δεν τολμούν να κηρύξουν πόλεμο στη Ρουσία, γιατί είναι, κατά μοιραία αναγκαιότητα, χωρισμένα κι αυτά σε αντίμαχα στρατόπεδα· δεν υπάρχει ανάμεσά τους μήτε ψυχική, μήτε οικονομική ή ιδεολογική ενότητα. Μα αργά ή γρήγορα – πιθανότερο γρήγορα, γιατί τέτοιος είναι ο σημερινός ρυθμός της γης- πόλεμοι τρομαχτικοί θα ξεσπάσουν.

8. Μπαίνουμε σε μια μακρόχρονη, περιπετειώδη ιστορική περίοδο πολέμων. Αν αληθινά ο κομμουνισμός είναι μια μεγάλη Ιδέα, που θα πυρπολήσει και θ΄ανανεώσει τον κόσμο, τότε μπήκαμε κιόλας στην πρώτη πύρινη ζώνη

Ζούμε, κι επομένως δε βλέπουμε την εποχή μας. Μα ύστερα από αιώνες, σίγουρα η εποχή μας τούτη δε θα ονομάζεται Αναγέννηση παρά Μεσαίωνας. Μεσαίωνας, δηλαδή μεσοβασιλεία: ένας πολιτισμός ραγίζει και γκρεμίζεται, ένας άλλος γεννιέται.. Πεθαίνει ο ένας, επί γενεές ψυχομαχώντας· κοιλοπονιέται ο άλλος, επί γενεές κοιλοπονούμενος· ανάμεσά τους ξεσπούν μακροχρόνιοι, όλο λύσσα πόλεμοι. Ζούμε, από τη ρούσικη Επανάσταση και πέρα, τις σπαραχτικές αιματηρές ωδίνες κάποιου ανώτερου πολιτισμού.

9. Η ευθύνη έτσι για κάθε άνθρωπο που σκέφτεται κι ενεργεί σε κάθε χώρα, είναι τεράστια. Ξέρουμε πώς αργά ή γρήγορα, με ειρήνη ή με πόλεμο, αν πρόκειται ο κόσμος τούτος να σωθεί, η νέα Ιδέα θα επικρατήσει. Πρέπει λοιπόν κατάματα, άφοβα κι υπεύθυνα ν αντικρίσουμε τη μοίρα της ιστορικής στιγμής που ζούμε· κάθε άλλη στάση είναι τύφλωση ή υπεκφυγή κι αναντρία.

10. Κι όταν έτσι κατάματα κοιτάξουμε τη Μοίρα, ποιο ναι το χρέος μας; Συνειδητά να συνεργαστούμε με την Ιστορία. Συνειδητά, θέλω να πώ: με κατανόηση κι όσο ανθρώπινα μπορετό με περισσότερη ελευθερία. Να βλέπουμε το μελλούμενο να ΄ρχεται και να ετοιμάζουμε το λαό μας να το δεχτεί· να προσπαθούμε από τώρα, μελετώντας ψυχολογικά, οικονομικά, πνευματικά τον τόπο μας, να ‘μαστε έτοιμοι, κι όταν θα ΄ρθει η στιγμή να δεχτούμε όχι πια παθητικά την Ιδέα παρά ενεργητικά, κάνοντάς τη, παρ΄ όλη τη διεθνική της φύση, όσο μπορούμε πιο ελληνική. Ετσι μονάχα ο ερχομός της Ιδέας θα ΄ναι ακίντυνος, η προσαρμογή πιο γρήγορη και πιο γόνιμη και το πρόσωπο της Ελλάδας δε θα παραμορφωθεί.

Μεγάλη κρίσιμη τούτη η στιγμή που περνούμε Αν είσαι αληθινός άνθρωπος αναγνώστη μου, και πονάς τους ανθρώπους και νιώθεις σε ποιόν ιστορικό στρόβιλο στροβιλιζόμαστε πυραχτωμένοι έχεις χρέος να σκεφτείς πολύ και να πάρεις αν μπορείς απόφαση.»

Ταξιδεύοντας: Ρουσία, Γενική Επισκόπηση σελ 267-270 Νικος Καζαντζάκης

Ιταλικός φασισμός και Καζαντζάκης

Αφού είδαμε τα συμπεράσματα που γεννήθηκαν από το ταξίδι του 1925-26 στη Σοβιετική Ενωση, μπορούμε να αναφερθούμε τώρα στο ενδιαφέρον του Καζαντζάκη για το φασισμό. Ο Καζαντζάκης δεν θεωρούσε τον κομμουνισμό και τον φασισμό αλληλοαποκλειόμενα, αλλά θεωρούσε πώς ο φασισμός ίσως να ήταν ένας παράγοντας που θα επιβράδυνε την αναπόφευκτη σύγκρουση ανάμεσα στον καπιταλισμό και την αριστερά, με τον Μουσολίνι να μην είναι «τίποτα άλλο παρά ο σκληρός πρόδρομος, στην Ιταλία, του Λένιν». Αν αυτό ήταν αλήθεια, τότε οι δύο ιδεολογίες, τόσο άσπονδα ανταγωνιστικές στην επιφάνεια, ίσως «χωρίς να το θέλουν, χωρίς να το ξέρουν είναι πιστοί συνεργάτες». (Ελεύθερος τύπος 28 Φεβ1927. Καζ,1965:28)

Όπως στην έλξη του προς τον κομμουνισμό έτσι και στην νέα έλξη του προς τον ιταλικό φασισμό ο Καζαντζάκης μετέφερε παλιότερες θέσεις από τις μέρες του εθνικισμού του, βρίσκοντας ένα νέο μπουκάλι για το ίδιο κρασί. Στο ίδιο άρθρο που μιλά για τους πιστούς συνεργάτες, αναλύει τη δύναμη του Μουσολίνι, επικαλούμενος το Ναπολέοντα, έναν από τους αγαπημένους του της φάσης που διακόπηκε, και συνοψίζει τα δυνατά σημεία του Ντούτσε με όρους Δραγουμικούς: «Ο κεντρικός πυρήνας του δεν είναι μια ιδέα, αλλα μια πίστη». «Το ανώτατο χρέος [του]…είναι η ορμή, η ζωτικότητα, η στρατευμένη πίστη» (Καζ, 1965α:26, 28).

Στη φασιστική Ιταλία ο Καζαντζάκης συνάντησε ανθρώπους που είχαν βρει τρόπο να υποτάξουν τη ζωή τους σ΄έναν υπερατομικό ρυθμό. Στο πιο χαμηλό του επίπεδο μπορούσε να εκφραστεί μέσα από την οργανωμένη ενέργεια που είχε θαυμάσει στη γερμανική Jugendbewegung ( Οργάνωση Νεολαίας) στο Βερολίνο : «Πρέπει να δει κανείς τους νέους αυτούς … πώς τραγουδούν, πώς πάνε εκδρομές, πώς δουλεύουν, πώς είναι ντυμένοι (Καζ.1958α:101). Στο βάθος ο Καζαντζάκης έβλεπε στην υπέρβαση του ατομισμού την εκδήλωση της διονυσιακής ενότητας. Με λίγα λόγια έβλεπε τον ιταλικό φασισμό (όπως κάθετι άλλο) με τρόπο περισσότερο θρησκευτικό παρα πολιτικό, θαυμάζοντας το συνειδητό και ασύνειδο τελετουργικό του καθώς και τον τραχύ ρεαλισμό του απέναντι στις σκληρότητες της ζωής, πράγμα που για τον Καζαντζάκη σήμαινε υποταγή σε έναν ανερχόμενο «θεό» εντελώς διαφορετικό από ένα γλυκύ πατέρα.

Όταν τον κρίνουμε πρέπει πρώτα απ όλα να θυμόμαστε πώς βρισκόμασταν ακόμα στα 1926-27 (από την άλλη μεριά, η έλξη αυτή του Καζαντζάκη διατηρήθηκε σ΄όλη τη δεκαετία του ’30). Δεύτερον, πρέπει να θυμόμαστε την αποστροφή του προς φιλελεύθερη δημοκρατία εξαιτίας του μακελειού που είχε προξενήσει στην Ελλάδα. Τρίτον το πρόγραμμα του φασισμού τον πρώτο καιρό είχε, σε κάποιο βαθμό μια αριστερίστικη γεύση 1. Τέταρτον ο Καζαντζάκης δεν ήταν μονος.Υπήρχε για παραδειγμα ο Στραβίνσκι, που «η έλξη του για τη χειροδύναμη διακυβέρνηση του Μουσολίνι μια έλξη που άρχισε στα μέσα της δεκαετίας του ’20, είναι κατανοητή» γράφει ο Robert Craft, αν σκεφτούμε το «χάσμα των τελευταίων χρόνων της Αυτοκρατορικής Ρωσίας» 2. Στην αρχή γοητεύτηκε ο Κρότσε· η ευνοϊκή σταση των Ελιοτ, Λόρενς και Γέιτς είναι γνωστή·ο Σορέλ μπορούσε να προσφέρει απλόχερα ίσους επαίνους στον Μουσολίνι και τον Λένιν.

1 Τα μέλη του πρώτου πυρήνα του συναντήθηκαν στο Μιλάνο για να καταστρώσουν ένα πρόγραμμα που θα πρότεινε τεράστιες και σχεδόν ανατρεπτικές μεταρρυθμίσεις: συμμετοχή των εργατών στη διοίκηση της βιομηχανίας, μερική απαλλοτρίωση του πλούτου μέσα από ειδικούς φόρους, δήμευση αγαθών που ανήκαν στην Εκκλησία και σχεδόν καθολική κατάσχεση των κερδών του πολέμου (Vita-Finzi 1968:228-229. Ένας λόγος είναι πώς οι απαρχές του φασισμού περιλάμβαναν τον συνδικαλισμό και μάλιστα τον μαρξισμό (βλ. Gregor 1979)

2 O Στραβίνσκι έπαιζε πρόθυμα υπό την αιγίδα του Μουσολίνι και ήταν περήφανος που ο δικτάτορας του είχε παραχωρήσει 45 λεπτά από τον πολύτιμο χρόνο του». Του είπα πώς ένιωθα κι εγώ ο ίδιος φασίστας. Σήμερα οι φασίστες είναι παντού στην Ευρώπη»(αναφέρεται από τον Craft 1978).

O Ιστράτι, η ομιλία στην Αλάμπρα και οι συνέπειές της

Η απροσδόκητη συνάντηση με τον Ιστράτι έκανε τον Καζαντζάκη ν΄αποφασίσει ν΄αλλάξει τα σχέδια του για το Παρίσι. Στόχος του τώρα ήταν να εγκατασταθεί μόνιμα στη Ρωσία. Με τον Ιστράτι είχαν ήδη ξεκινήσει μια περιοδεία στον Καύκασο· τα άμεσα σχέδια τους περιελάμβαναν μια σύντομη επίσκεψη στην Ελλάδα, ύστερα από την οποία θα ξανάρχιζαν τις δραστηριότητες τους στη Ρωσία.

Οι δυο φίλοι ταξίδεψαν στην Ελλάδα, αφού η επιθυμία τους να φέρουν το φως στην Ελλάδα τους έμπλεξε και τους δυο σε βουνά από προβλήματα, εκπληρώνοντας την ευχή που είχε κάνει ο Καζαντζάκης, καθώς πλησίαζε στη πατρίδα «θα΄θελα να μπορούσα να υποφέρω πεινώντας, αγαπώντας χωρίς ελπίδα…¨Όλα μου ΄ρχονται βολικά και ντρέπομαι» ( Ελένη Καζ..1977:222).

Το ντεμπούτο του Ιστράτι, μια δημόσια συγκέντρωση στις 11 Ιανουαρίου 1928 στο Θέατρα «Αλάμπρα», οργανώθηκε από το Δημήτρη Γληνό ως μέρος της σειράς διαλέξεων που οργάνωνε ο Εκπαιδευτικός Όμιλος. Η Έλλη Αλεξίουμ που ήταν παρούσα θυμάται την κοσμοσυρροή.΄Ένα τεραστιο ακροατήριο – «η απάντηση στο διωγμό» (Αναγέννηση Β’:236) – στριμώχνονταν στους διαδρομους, και στα καθίσματα ο ένας καθόταν στα γόνατα του άλλου (Έλλη Αλεξιου 1966:287). Το πληθος φώναζε, τραγουδούσε, χειροκροτούσε με ενθουσιασμο που διαρκώς μεγάλωνε (Βρετακος 1960:140). Ο Ιστρατι αποτελούσε τον κύριο πόλο έλξης· ο Καζαντζακης επρόκειτο να τον παρουσιάσει- πράγμα που έκανε.

Η ομιλία του Ιστράτι – που δόθηκε στα γαλλικά ενώ μεταφραζόταν παράλληλα μισή από τον Πρεβελάκη και μισή από τον Καζαντζάκη (Αναγέννηση Β’:456·Πρεβ.1965β:66) δημοσιεύτηκε την επόμενη μέρα, συνοδευόμενη από τη συνήθη αποποίηση ευθύνης του διευθυντή σύνταξης.

Η διάλεξη έγινε αποθέωση (Αναγέννηση Β’:236). Αυτό που πραγματικά συνέβη αμέσως μετά, σύμφωνα με την περιγραφή της συντηρητικής εφημερίδας Πρωία, είναι πώς περίπου 300 κομμουνιστές από το ακροατήριο «κατήλθον εν διαδηλώσει μέχρι την πλατείας Ομονοίας, ψάλλοντες τον ύμνον της Γ’Διεθνους (Πρωία, 12 Ιαν.1928:6, Βρεττακος 1960:140).

Και σαν να μην ήταν αρκετή αυτή η πρόκληση, ο Ιστρατί είχε επισκεφτεί φυλακισμένους κομμουνιστές κι είχε κάνει κάποιες δηλώσεις για τις αποτρόπαιες συνθήκες που επικρατούσαν στο σανατόριο «Σωτηρία» (βλ. Istrati 1929α:125-126), παρουσιάζοντας την κατάσταση ως εθνική ντροπή, ιδιαίτερα αν την αντιπαρέβαλλε κανείς στη γεμάτη πολυτέλεια ζωή της υψηλής αθηναϊκής κοινωνίας, την οποία είχε παρατηρήσει από πρώτο χέρι στα σαλόνια που του είχαν ανοίξει τις πόρτες τους χωρίς να περιμένουν τέτοια αχαριστία.

Θύελλα ύβρεων κατά του Ιστράτι ξέσπασε στο συντηρητικό τύπο και διατάχτηκε να εγκαταλείψει την Ελλάδα μέσα σε μιαν εβδομάδα. Αλλά ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου, ο σοσιαλιστής ηγέτης και τότε υπουργός Γεωργίας έσπευσε σε βοήθειά του στη συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου της 14ης Ιανουαρίου, κραδαίνοντας μπροστά στα μέλη τον έπαινο του Ρομαίν Ρολάν. Έπεισε του περισσότερους να ψηφίσουν την ακύρωση της απέλασης (Πρωία, 15 Ιαν.1928:6·Istrati1929α:125) και αμέσως μετά κάλεσε τον Ιστράτι για τσάι.

Ωστόσο αυτό δεν εμπόδισε τον εισαγγελέα να διατάξει ανακρίσεις εναντίον του Ιστράτι, του Καζαντζάκη και του Γληνού «με την κατηγορία: εξύβρισις του Κράτους και διατάραξις της κοινής ησυχίας» (Βρεττακος 1960:140). Ούτε εμπόδισε το συντηρητικό τύπο να συνεχίσει την επίθεση κατά του Ιστράτι. Αυτό οδήγησε στη δημοσίευση μιας διαμαρτυρίας – που την υπέγραφαν μεταξύ άλλων οι Κ.Παράσχος, Κώστας Ουράνης, Κωστής Μπατσιάς, Φ. Πολίτης, Γ. Ν. Πολίτης, Άλκης Θρύλος, Π. Πικρός, Ν. Λαπαθιώτης και Φ. Κόντογλου – εναντίον των συγκεκριμμένων εφημερίδων που προσέβαλλαν «τη διανόηση του και τον πολιτισμό του τόπου μας…, για τον οποίο τουλάχιστον μέχρι σήμερα, μπορούσαμε να καυχηθούμε (Βρεττάκος 1960:752-753). Επειτα από αρκετές αναβολές η δίκη έγινε τελικά την 1η Ιούνη από τις 7.30 μ.μ. ως τις 3.30 π.μ. Στο εδώλιο στεκόταν μόνο ο Γληνός, αφού ο Καζαντζάκης και ο Ιστράτι είχαν ήδη εγκαταλείψει τη χώρα. Τον απάλλαξαν από τις κατηγορίες.

Στα τέλη Δεκεμβρίου, ακριβώς την εποχή που ετοιμαζόταν να φύγει από τη Ρωσία, είχε αποφασίσει να κάνει μια στροφή στη ζωή του με τον Ιστράτι. Τώρα, έξι εβδομάδες αργότερα και μόνο τρεις βδομάδες μετά την ομιλία του στην Αλάμπρα, έγραψε στον Πρεβελάκη από την Αίγινα:

Εδώ πάλι ξαναβρήκα τη γαλήνη… τη θάλασσα, το βουνό– και τον εαυτό μου. Πόσο επιπόλαιος, όξω από τη φύση μου, ο θόρυβος της Αθήνας, η «Σωτηρία» κι οι ανακριτές κι οι κομμουνιστικές ψευτοπαλικαροσύνες! (Πρεβ.1965β:65).

Βλέπουμε το γνώριμο μας από τα προηγούμενα χρόνια κύκλο, όπου ο Καζαντζάκης αποφάσιζε να δράσει με θάρρος, το έκανε, συναντούσε δυσκολίες ή απογοητεύσεις κι αμέσως καλούσε τον «αληθινό εαυτό του», τον ασκητικό, αισθητικό και μεταφυσικό, Από τη μία οδύρεται για το αντικομμουνιστικό κλίμα στην Ελλάδα, από την άλλη περιφρονεί τους ίδιους τους κομμουνιστές. Όπως πάντα στην προσωπικότητα του Καζαντζάκη όπως και στα έργα του, είμαστε αναγκασμένοι να αντιμετωπίσουμε αυτή την αλλόκοτη σύνθεση των αντιθέτων· οι «θέσεις» του δεν είναι θέσεις αλλά προσωρινές μετατοπίσεις του κέντρου βάρους – ταλαντεύεται προς τον έναν ή τον άλλο πόλο μιας δυαδικότητας που εξηγείται μόνο με τους όρους της βαθύτερης πίστης του προς τον μπερξονικό μονισμό.

Τόντα Ράμπα, ένα μυθιστόρημα αυτοαποκάλυψης

(…) Αλλά ο Τόντα- Ράμπα δεν είναι μόνο η εξόφληση ενός χρέους προς τη «Σταυρωμένη Ρωσία»·είναι ένα μυθιστόρημα όπου ο Καζαντζάκης προσπάθησε επίσης να λυτρωθεί ο ίδιος από κάποια προσωπικά του διλήμματα, δίνοντάς του μορφή μέσα από την τέχνη.

Σ’ αυτό όπως δήλωσε αργότερα στον Πρεβελάκη γύμνωσε την ψυχή του (Πρεβ. 1965β:261). Ένας ανοιχτός υπαινιγμός γίνεται στο επίγραμμα, όπου μας λέει πώς τα πρόσωπα «δεν είναι παρά οι διάφορες πλευρές μιας μόνης συνείδησης». Δηλαδή, όπως το ξεκαθαρίζει ο Καζαντζάκης σ΄ένα γράμμα «είναι οι εφτά άνθρωποι που έχω μέσα μου και που είδαν όλοι μαζί τη Ρουσία. Κάπως ο Geranos και ο Αnanda είναι πιο βαθιά μου. Μα όλοι υπάρχουν…» (Πρεβ.1965β:136, πρβ.261).

Ακόμα πιο σημαντικό, ο Τόντα-Ράμπα γυμνώνει την ψυχή του Καζαντζάκη επειδή στο βιβλίο του ομολογεί την αποτυχία του να τα καταφέρει στη ζωή της δράσης. Το βιβλίο επιμένει σ΄αυτή την πολιτική ανικανότητα. Σε κάποιο σημείο ο Γερανός εξομολογείται στο «γιο» του, τον Παντελή (πρόκειται φυσικά για τον Παντελή Πρεβελάκη): «το χρέος μου είναι να μπω στο κομμουνιστικό κόμμα και να βρω δουλειά… Μα δεν μπορώ!» Και συνεχίζει: «αγαπώ την αλήθεια, μα δε μπορώ να την υπηρετήσω. (1962γ:225·1956 α:200). Σε άλλο σημείο , ο Αζάντ τα ψέλνει στο Γερανό για την άσπλαχνη αδιαφορία του: «Η Ρωσία δεν είναι για σένα παρά μια ενδιαφέρουσα τραγωδία… Όποιος αγαπά δε βλέπει τίποτα· υποφέρει» (1962γ:190·1956 α:171).

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πώς ακόμα και το 1922 στην καρδιά του κομμουνιστικού του ενθουσιασμού, όταν έδινε τα πάντα για να ζήσει και να δουλέψει στη Ρωσία, ο Καζαντζάκης εκδήλωσε την άλλη του πλευρά: «Δουλεύω το σχέδιο να πάω στη Ρωσία και ξέρω τι με περιμένει κι εκεί και δεν μπορώ ολόκληρος να δοθώ στη χαρά και στην illusion του νέου ταξιδιού»

Η στάση των Ελλήνων κομμουνιστών και άλλων απέναντι στον Καζαντζακη

Στη διάρκεια της ζωής του οι Έλληνες κομμουνιστες τον θεωρούσαν ομόφωνα αιρετικο. Το 1928 ο Κώστας Βάρναλης επεκταθηκε πάνω στο ιδεολογικο χάσμα μεταξυ Καζαντζάκη και κομμουνισμού. Το πρόσχημα ήταν μια κριτική για το δράμα του Καζαντζάκη Χριστός

« Ο κ. λοιπόν Κ. μένοντας μέσα στη χριστιανική παράδοση…υμνώντας την προ-λογική ενατένιση της ζωής ( φυσης και πείρας), υμνώντας την πίστη στο θάμα, στις υπερφυσικές δυνάμεις, στη θεϊκή κι ανθρώπινη αιωνιότητα (στη μεταθανάτια επιβίωση κι ανταπόδοση), δεν κάνει μονάχα θρησκεφτική ποίηση (αφτα είναι αχώριστα πράματα) και ποίηση αντιδραστική. Καμιά λυτρωμένη καρδιά, κανένας προχωρημένος νους δε μπορεί να τη δεχτεί χωρίς στεναχώρια ή θυμό. Κι ένα τέτοιο αποτέλεσμα αντιδραστικό (είτε το θέλει είτε όχι ο συγγραφέας) δεν είναι μονάχα μια άρνηση της βαθύτερης σημερινής πραγματικότητας, μα και μια οξύτατη αντίφαση με τη διανόηση του ίδιου του κ. Καζαντζάκη, τουλάχιστο με την κυριαρχούσα γραμμή της, τον ιστορικό ματεριαλισμό, που η ουσία του είναι η άρνηση κάθε μυστικισμού στην εξήγηση του κόσμου και της ιστορίας. Και το έργο αυτό έρχεται ακόμα σαν αντίφαση και με την τελευταία επαναστατική εμφάνιση του συγγραφέα [Ασκητική]. Και το έργο αφτό είναι τόσο πιο αντιδραστικό ( λέγε αντιπαθητικό), όσο προσπαθεί να ενώσει τη χριστιανική αφτοεγκατάλειψη με το βουδικό μηδενισμό, δηλ. έργο δυο φορές τυφλό (Βάρναλης 1928:498-499).

Η Λιλή Ζωγράφου καταλήγει: «Είναι αστείο να θεωρούμε τον Καζαντζάκη κομμουνιστή» (Ζωγράφου 1960:165). «Το 1908 όταν τον απώθησε ο γαλλικός σοσιαλισμός, το 1922 όταν θαύμασε το λενινισμό όχι επειδή πίστεψε στην κομμουνιστική ιδεολογία αλλά επειδή θέλησε να ιππεύσει στο κύμα της ιστορίας και να μεταφερθεί μ΄αυτό στην αθανασία, το 1923 όταν τον γοήτευσε ο Μουσολίνι, το 1927-1928 όταν ήταν ανίκανος να αισθανθεί την ανάγκη των Ρώσων ν΄αυξήσουν τις παραγωγικές τους δυνατότητες και μπορούσε μόνο να τους αποκαλεί υλιστές, το 1936 όταν βρήκε τόσο συναρπαστικό το χάρισμα του Φράνκο, το 1940 όταν αρνήθηκε να υπογράψει μια έκκληση κατά του πολέμου, στη δεκαετία του 1950 όταν ο αυτοσπαραγμός του ξέσπασε με τις μορφές του Ιησού και Αγίου Φραγκίσκου – σε κάθε στάδιο της σταδιοδρομίας του, ισχυρίζεται η Ζωγράφου, ο Καζαντζάκης αποδείκνυε με τρόπο αποφασιστικό πώς ποτέ δεν ήταν κι ούτε θα μπορούσε να είναι κομμουνιστής» (172-180,201-201,293-299) «Ο Καζαντζάκης θεωρήθηκε ή κατηγορήθηκε από πολλούς σαν κομμουνιστής. Αυτή είναι η μεγαλύτερη πλάνη που μπορεί να υπάρξει γύρω απ΄τη φήμη του»(168).

Τέλος έχουμε τα συμπεράσματα στα οποία έφτασε η Έλλη Αλεξίου το 1966. Ο Καζαντζάκης μπορεί να έχει ονομαστεί από διάφορους ανθρώπους κομμουνιστής υποστηρίζει, αλλά «κομμουνιστή δεν τον είπε ποτέ , κανένας κομμουνιστής» (Έλλη Αλεξίου 1966:283)

Η έλξη που άσκησαν στον Καζαντζάκη ο φασισμός κι ο ναζισμός κατά τη δεκαετία του 1930

Όταν οι Ιταλοί εισέβαλαν στην Αβησσυνία ζητήθηκε από τον Καζαντζάκη να υπογράψει μια διαμαρτυρία μαζί με άλλους Έλληνες διανοούμενους. Αρνήθηκε. Το 1936 δημοσίευσε το περιβόητο άρθρο «ο φόβος και η πείνα»

Παραθέτουμε απόσπασμα

«Δύο είναι τα θεμελιακά ένστικτα του ανθρώπου:

α) να επεκτείνει όσο μπορεί περισσότερο γύρω του τη δύναμή του, ν΄αρπάξει, να κατακτήσει, να κάμει δικό του, να φάει·

β) να διατηρήσει όσο το δυνατό περισσότερο κι’ ανετότερα ό,τι κατέκτησε. Το πρώτο ένστικτο είναι η αρχέγονη ανάγκη του ζωντανού αναπτυσσόμενου οργανισμού, η π ε ί ν α · το δεύτερο ένστικτο έχει ως άμεση συνέπεια τον αρχέγονο φ ό β ο.

Ένας νεαρός οργανισμός, γερός, ζωντανος, που βρίσκεται ακόμα στην έφοδό του προς τα πάνω πεινάει. Η ανάγκη τον σπρώχνει να εντείνει τη δύναμή του, ν΄αψηφήσει τον κίνδυνο, να χυμήξει γύρα του για να βρει τροφή για να μην πεθάνει.
Ένας ωριμασμένος οργανισμός που έφαγε και χόρτασε, ένα μονάχα πια σκοπό έχει: να μην του πάρουν ό,τι κατέχει, να μην μεταβληθεί η καθιερωμένη τάξη, να διατηρηθούν τα πάντα, όπως έχουν, ειρηνικά.

Ο πρώτος κηρύσσει τον πόλεμο, γιατί αυτός μονάχα μπορεί να τον σώσει από τον κίνδυνο να πεθάνει της πείνας και φυσικά, διαλαλεί πως ο πόλεμος είναι ιερός, πώς δύναμη και δίκιο ταυτίζονται και πως ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Ο δεύτερος κηρύσσει την ειρήνη και διατυπώνει διάφορες φιλάνθρωπες, φιλοδίκαιες, υψηλές κοσμοθεωρίες, για να καμουφλάρει το φόβο του. Ξέρει πώς η ειρήνη και μόνη εξυπηρετεί τα συμφέροντα του και του εξασφαλίζει τις πληθωρικές του κατακτήσεις.

Από τα μεγάλα Έθνη σήμερα η Γερμανία, η Ιαπωνία, η Ιταλια, πνίγονται στα σύνορά τους, δεν έχουν που ν΄απλωθούν, πεινούνε· η Γαλλια και η Αγγλία είναι παραχορτασμένες, μοιράστηκαν τον κόσμο και κοιτάζουν με φόβο του ακτήμονες και πεινασμενους λαούς.

Πώς ένας αμερόληπτος νους, που δεν καταδέχεται να θολωθεί μήτε από αγάπη, μήτε από μίσος, μπορεί ν΄αντικρύσει την ενέργεια των δύο τούτων ομάδων;

Πριν λίγους μήνες οι «διανοούμενοι» μας περιέφεραν μιαν εξοργισμένη κι΄ανώδυνη διαμαρτυρία εναντίον της Ιταλίας που χύθηκε να φάει την Αβησσυνία. Κάποιος με ρώτησε αν θα την υπέγραφα.

-Σίγουρα,του αποκρίθηκα, πονώ την Αβησσυνια που υπερασπίζεται την ελευθερία της, μα συνάμα αναγνωρίζω και το δικαίωμα που έχει η Ιταλία να ζήσει, να μην πνιγεί μέσα στα στενα σύνορα που δεν τη χωρούν. Όλοι οι λαοί που δημιούργησαν τους μεγάλους πολιτισμούς ακολούθησαν τα ίδια αδηφαγα, απάνθρωπα, σκοτεινά τους ένστικτα: στην πρώτη τους σωματική ανάπτυξη αδίκησαν, άρπαξαν, έφαγαν· κι άμα στερέωσαν το σώμα τους κι έπαψε η πείνα, αρχισαν να δημιουργούν. Το ίδιο κάνει και σήμερα η Ιταλία, τους ίδιους ακολουθώντας απανθρωπους νομους…

Θα υπέγραφα, αν η διαμαρτυρία ήταν εναντίον της Αγγλίας και της Γαλλίας που έχουν όλον τον κόσμο και αρνούνται να δώσουν και στους φτωχούς λαούς γη για να ζήσουν. Είναι οι απάνθρωποι χορτασμένοι κεφαλαιούχοι των εθνών και δεν αφήνουν τους άλλους λαούς, τους προλετάριους να σηκώσουν κεφάλι. Κι΄αν και τα δυο ένστικτα η κι’ ο Φόβος είναι αρχέγονα, βαθύτατα ανθρώπινα, όπως από τα δύο προτιμώ την Πείνα, γιατί μονάχα αυτή θέτει σε κίνηση τα στεκούμενα νερά και σπρώχνει τον κόσμο προς τα΄απάνω.

– Και δε φοβάσαι μη σε πουν φασίστα;

– Γιατί να φοβηθώ; Μήπως δε με είπαν και κομμουνιστή; Και δε μπορώ να είμαι ποτέ μήτε το ένα μήτε το άλλο. Γιατί είμαι άνθρωπος ελεύθερος.Και είμαι ελεύθερος γιατί δεν είμαι άνθρωπος ενεργείας και δεν έχω ανάγκη, για να δράσω από δόγματα και βεβαιότητες και πρακτικούς συλλογισμούς…
Ο φασισμός και ο χιτλερισμός είναι φαινόμενα βαθιά, σημαντικότατα, άξια του πιο μεγάλου σεβασμού και φόβου, γιατί πηγάζουν από βαθιές ψυχές συνάμα κι΄οικονομικές ανάγκες του λαού όπου εγεννήθηκαν. Ο Μουσολίνι κι ο Χίτλερ είναι δυο μεγάλοι πρωταθλητές που συντελούν με τον τρόπο τον ειδικό τους – όπως κι ο Λένιν με τον Γκάντι (sic) με τον ειδικό τους τρόπο – να λυθεί το τρομαχτικό παγκόσμιο δράμα που ζούμε…

Ο Χίτλερ είναι όργανο μιας ανωτερής του δύναμης… Ό,τι καλό έχει…το οφείλει σε παθητικές εντός τους δυναμεις, σε θηλυκά στοιχεία που δέχονται την τεράστια υποβολή της κινδυνεύουσας ράτσας του.

Εγώ χρόνια τώρα έχω συνδέσει τη μοίρα μου με την αριστερή παράταξη.Μα μάχομαι να διατηρήσω ακέραιη την κρίση μου και να κοιτάξω τους αντιπάλους με σεβασμό. Κι΄όχι μονάχα με σεβασμό· παρά και με μια παράνομη, αλλόκοτη αγάπη. Στην αρχή δεν ένιωθα γιατί·τώρα νιώθω. Γιατί μαντεύω τώρα… πώς είμαστε κρυφοί συνεργάτες και μαχόμενοι για τον ίδιο σκοπό. Ποιό σκοπό;

Να κουνηθεί λίγο η ψυχή του ανθρώπου, να μείνει όσο μπορεί πιο άγρυπνη, να τρέμει λίγο απ΄το φόβο ή να χυμαει, άπληστη γύρα της, σπρωγμένη από την πείνα… (Βρεττακος 1960:577-579).

Όσοι γνωρίζουν τη σταθερή υπεράσπιση του πολέμου από τον Καζαντζάκη πρέπει να θεωρήσουν ειρωνεία ότι το σοβιετικό μπλοκ του προσέφερε το Βραβείο Ειρήνης το 1956. Στην αρχή αρνήθηκε επειδή νόμισε ότι η διάκριση γινόταν μόνο σε κομμουνιστές. Έγραψε στην επιτροπή πως δεν ήταν κομμουνιστής ούτε θα γινόταν ποτέ και σ΄ αυτό εκείνοι «απάντησαν πώς δίνεται σε όσους πολέμησαν με το έργο τους για την ελευτερία και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου και πως μου δόθηκε παμψηφεί και δεν έπρεπε ν΄ αρνηθώ. Δέχτηκα λοιπόν…» (Πρεβ 1956β:704).

Το 1936 ταξίδεψε στην Ισπανία ως ανταποκριτής στον Εμφύλιο Πόλεμο, διαπιστευμένος στην πλευρά του Φράνκο, με σχετικά υποτίθεται αμερόληπτη ματιά. Το πιο συγκινητικό κεφάλαιο αναφέρεται στα ηρωικά μαρτύρια των φαλαγγιτών μετά την πτώση του Τολέδο Αλκάθαρ στα χέρια των «Κόκκινων» ύστερα από πολιορκία εβδομήντα ημερών. Η κατάσταση περιγράφεται χωρίς σχόλια και μεγαλόστομες ρητορείες με τρόπο λιτό και απέριττο.

Κανένας δε θα μπορούσε να μεμφθεί τον Καζαντζάκη για το γεγονός ότι μας υπενθυμίζει πώς σε κάθε πόλεμο οι αντίπαλοι, πιστεύοντας ότι έχουν δίκιο, θέλουν να υποφέρουν και να πεθάνουν για τις ιδέες τους ή ότι είναι εξίσου ικανοί για ανδραγαθίες αλλά και για βαρβαρότητες. Είναι όμως πράγματι αμερόληπτος κάποιος που αποφασίζει, όπως ο Καζαντζάκης, να τιτλοφορήσει το εν λόγω άρθρο «Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι του Αλκάθαρ», επικαλούμενος το περίφημο ποίημα του Σολωμού, που αναφέρεται στην ηρωική άμυνα των Ελλήνων στο Μεσολόγγι, και παραλληλίζοντας τους «Μαύρους» του ισπανικού Εμφυλίου με τον ελληνικό λαό, ο οποίος αγωνιζόταν για την ελευθερία του από τον τούρκικο ζυγό;

O ρομαντισμός του Καζαντζάκη

Η Μοίρα της νεότερης ιστορίας… λέγεται «Πολιτική».
Τίποτα σήμερα δεν μπορει να γίνει,καμιά βελτίωση
οικονομική, μήτε κοινωνική δικαιοσύνη, μήτε πνευματική,
έξω από τους πολιτικούς αγώνες

Νίκος Καζαντζάκης (Μεσεβρινός 1974:60)

Η πολιτική είναι ένας καλός τρόπος να προσεγγίσει κανείς τον Καζαντζάκη, αφού στην Ελλάδα κεντρίζει όλους και όλα. Τίποτε δεν της ξεφεύγει. Η γλώσσα, οι τέχνες, η θρησκεία, η μεταφυσική, η ιστοριογραφία,η εκπαίδευση, η φιλοσοφία ακόμα κι η επιστήμη κι ο αθλητισμός είναι εκτεθειμένα στα πάθη της. Γι΄αυτό η πολιτική προσέγγιση, παρ΄ότι προσφέρει έναν χρήσιμο τρόπο εστίασης, δεν πρέπει να είναι δεσμευτική.

Ο Καζαντζάκης δεν ήταν απλώς ρομαντικός αλλά ρομαντικός φυσιοκράτης. Με τον τελευταίο αυτό όρο εννοώ κάθε άτομο που πιστεύει ότι το είναι και η φύση ταυτίζονται και ως εκ τούτου, καθετί υπερφυσικό – συμπεριλαμβανομένων και των τελεολογικών ερμηνειών του είναι – πρέπει να απορριφθεί. Γνωρίζουμε ότι ο Καζαντζάκης υπήρξε οπαδός μια βιταλιστικής φυσιοκρατίας, η οποία υποστηρίζει ότι η φύση ελαύνεται από μια ζωτική ορμή ( élan vital) που δεν θέλει μόνο να είναι ζωντανή, αλλά και να αισθάνεται και να έχει συνείδηση του εαυτού της.

Σε πρώτη φάση αυτό επιτυγχάνεται μέσω της μετατροπής της ενέργειας σε ύλη, ενώ στη συνέχεια μέσω της σταδιακής μετουσίωσης της ύλης σε ενέργεια. Αν και εκ πρώτης όψεως η φυσιοκρατία έρχεται σε αντίθεση προς το ρομαντισμό, λόγω κυρίως της τάσης του τελευταίου προς την υπερβατικότητα, στην πραγματικότητα αυτό δεν ισχύει. Η ασίγαστη προσπάθεια της ζωτικής ορμής να υπερβεί κάθε περιορισμό, συμβάλλοντας με τον τρόπο αυτό στην ανάπτυξη όλο και πιο περίπλοκων μορφών ζωής μέσω του βαθμιαίου «εξευγενισμού» της ύλης, είναι το συμπλήρωμα της φυσιοκρατίας στην άρνηση του ρομαντισμού να δεχτεί κάθε είδους περιορισμό.

Με μια φράση θα λέγαμε ότι ο Καζαντζάκης είναι ένας συγγραφέας του 20ου αιώνα που ασπάστηκε το ρομαντισμό του 19ου αιώνα, ο οποίος είχε συγχωνευθεί με τη ρομαντική φυσιοκρατία του Νίτσε και το βιταλιστικό μοντέλο του Μπερξόν.

Αρκεί να σημειωθεί εδώ πως ο Καζαντζάκης ανταποκρίνεται σε ένα οικείο ρομαντικό πρότυπο που συναντάμε σ΄εκείνους που τα χρόνια της διαμόρφωσης τους συνέπεσαν με αυτό που έμοιαζε να είναι η επιθανάτια αγωνία του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Πεπεισμένος ότι ο φιλελευθερισμός είχε χρεοκοπήσει, περιφρονώντας τις αστικές αξίες, αναζητούσε μια μυστικιστική συντροφικότητα βασισμένη στον παλμό ενός τα πάντα περιέχοντος αντι-διανοητικού μύθου που θα μπορούσε να γιατρέψει την κακοδαιμονία τη δική του και του κόσμου. Το πρόβλημα ήταν που θα τον έβρισκε. Στον ακραίο εθνικισμό; Στον κομμουνισμό; Στον φασισμό; Αλλά ο Καζαντζάκης ήταν επίσης από τη φύση του πολύ απαιτητικός, (ή μπερξονικά διττός) κάτι που τον έκανε να βρίσκει τελικά απωθητική καθεμιά απ΄αυτές τις λύσεις.

Από σκοπιμότητα ή λανθασμένο πολιτικό αισθητήριο και πολιτική σύγχυση, εξομοίωσε και βρήκε ανύπαρκτες ομοιότητες στους δυο ανειρήνευτους αντιπάλους: το φασισμό και ναζισμό που είναι η ακραία έκφανση του καπιταλισμού, με τον κομμουνισμό, αγνοώντας με εσφαλμένο πολιτικό κριτήριο τις κραυγαλέες αντιθέσεις τους για να τους αποκηρύξει μετά μαζί και συλλήβδην. Έτσι, όπως τόσοι άλλοι από τους συγχρόνους του, ξαναγύριζε πάντοτε στο βασικό πρόβλημά του:πώς να γεμίσει το δικό του κενό. Σε αντίθεση η με κάποιους άλλους δεν αυτοκτόνησε, δεν κατέρρευσε σε ιδεολογική ακαμψία ή υποκρισία, δεν χρησιμοποίησε την πολιτική σαν προπέτασμα για να κρύψει την εξάντληση του δημιουργικού του ταλέντου. Αντίθετα, με αξιοπρόσεκτη αντοχή και αυτοπεποίθηση συνέχισε ως το τέλος της μακράς σταδιοδρομίας του να φαντάζεται, μέσω της λογοτεχνίας, ένα βιώσιμο υποκατάστατο του αστικού φιλελεύθερου πολιτισμού που περιφρονούσε.

Πηγή:Καζαντζάκης, η Πολιτική του Πνεύματος,τόμος Α’ και τόμος Β΄,Peter Bien, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ (1883-1957).

Ο Νίκος Καζαντζάκης γεννήθηκε στις 18/2/1883 στο Ηράκλειο της Κρήτης, πρωτότοκος γιος του εμποροκτηματία Μιχάλη Καζαντζάκη. Είχε δυο αδερφές. Τα παιδικά και μαθητικά του χρόνια ως το 1902, οπότε τέλειωσε το Γυμνάσιο, τα πέρασε στο Ηράκλειο με ενδιάμεσα σύντομα διαστήματα παραμονής στον Πειραιά (το 1889 – έναρξη της Κρητικής Επανάστασης- για έξι μήνες) και τη Νάξο (1897-1899 – ο Καζαντζάκης φοίτησε στην εκεί Γαλλική Εμπορική Σχολή).

Το 1902 έφυγε για την Αθήνα και γράφτηκε στη Νομική Σχολή, από όπου αποφοίτησε το 1906 με άριστα. Το 1906 σημειώθηκαν και οι πρώτες δημοσιεύσεις κειμένων του στο περιοδικό “Πινακοθήκη” με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβανή, με το οποίο εξέδωσε και το πρώτο βιβλίο του “Όφις και κρίνο”, αφιερωμένο στη Γαλάτεια Αλεξίου.

Τον επόμενο χρόνο γράφτηκε στη Μασονική Στοά Αθηνών και έφυγε για σπουδές νομικής στο Παρίσι, όπου παρακολούθησε και μαθήματα φιλοσοφίας με τον Ανρί Μπεργκσόν. Από το 1907 ως το 1909 έγραψε τα πρώτα θεατρικά του έργα (ανάμεσά τους τα “Ξημερώνει” [έπαινος στον Παντελίδειο Δραματικό Αγώνα] , “Φασγά”, “Ο πρωτομάστορας” [ βραβείο στο Λασσάνειο Δραματικό Αγώνα] ,το μυθιστόρημα “Σπασμένες ψυχές”, καθώς επίσης μελετήματα και δοκίμια, όλα δημοσιευμένα σε περιοδικά της εποχής (“Νουμάς”, “Παναθήναια”).

Το 1909 εξέδωσε στο Ηράκλειο την εναίσιμη επί υφηγεσία διατριβή του με τίτλο “Ο Φρειδερίκος Νίτσε εν τη φιλοσοφία του Δικαίου και της Πολιτείας”. Το 1910 εγκαταστάθηκε με τη Γαλάτεια στην Αθήνα την οποία παντρεύτηκε τον επόμενο χρόνο στο Ηράκλειο και πήρε μέρος στην ίδρυση του Εκπαιδευτικού Ομίλου.

Ως το 1915 ασχολήθηκε με τη μετάφραση έργων των Μπεργκσόν, Πλάτωνα, Νίτσε, Μπύχνερ, Ντάρβιν και άλλων, στρατεύτηκε εθελοντικά στους βαλκανικούς πολέμους και υπηρέτησε στο γραφείο του Βενιζέλου, έγραψε πέντε αναγνωστικά για το δημοτικό σχολείο με τη Γαλάτεια Αλεξίου (η οποία και τα υπέγραφε) και γνώρισε τον Άγγελο Σικελιανό με τον οποίο ταξίδεψαν στο Άγιο Όρος. Το καλοκαίρι του 1907 προσπάθησε χωρίς επιτυχία να αξιοποιήσει ένα λιγνιτωρυχείο στη Μάνη μαζί με το μεταλλωρύχο Γιώργη Ζορμπά και το φθινόπωρο ταξίδεψε στην Ελβετία, όπου είχε ερωτικό δεσμό με την Ελένη Λαμπρίδου.

Το 1919 ανέλαβε δράση υπέρ του επαναπατρισμού των Ελλήνων του Καυκάσου από τη θέση του γενικού διευθυντή του Υπουργείου Περιθάλψεως και συναντήθηκε με τον Ελευθέριο Βενιζέλο στο Παρίσι. Τα τρία επόμενα χρόνια ταξίδεψε ανά την Ευρώπη και την Ελλάδα. Πήρε μέρος στο Συνέδριο των Αναμορφωτών της Παιδείας στο Βερολίνο και στο Συνέδριο Σεξουαλικής Παιδαγωγικής στη Δρέσδη, μελέτησε έργα του Φρόυντ, γνωρίστηκε με το Λεό Σεστώβ και έγραψε την Ασκητική.

Το 1924, επιστρέφοντας στην Ελλάδα ταξίδεψε στην Ιταλία και γνωρίστηκε στην Αθήνα με την Ελένη Σαμίου. Από τον Οκτώβριο του 1925 ως το Φεβρουάριο του 1926 έμεινε στη Ρωσία ως απεσταλμένος της εφημερίδας “Ελεύθερος Λόγος”. Ακολούθησαν δυο ακόμη ταξίδια του στη Ρωσία, ένα στα τέλη του 1927 μετά από πρόσκληση της Σοβιετικής Κυβέρνησης και ένα από τον Απρίλη του 1928 ως τον Απρίλη του 1929, ενώ με τη δημοσιογραφική του ιδιότητα επισκέφτηκε επίσης την Ιταλία και την Ισπανία (1926, 1932-1933, 1936-1937, 1950), την Αίγυπτο και το Σινά (1927).

Το 1926 πήρε διαζύγιο από τη Γαλάτεια και ταξίδεψε με την Ελένη στην Παλαιστίνη και την Κύπρο. Τον ίδιο χρόνο δημοσίευσε στο περιοδικό “Αναγέννηση” το πρώτο δείγμα από την “Οδύσσεια”, που ολοκλήρωσε σε πρώτη γραφή το 1927 στην Αίγινα και εξέδωσε μόλις το Δεκέμβρη του 1938, μετά από εφτά συνολικά γραφές.

Το 1928 διώχτηκε δικαστικά με αφορμή τη διοργάνωση συγκέντρωσης για τη Σοβιετική Ένωση μαζί με τον ελληνορουμάνο συγγραφέα Παναΐτ Ιστράτι στο αθηναϊκό θέατρο Αλάμπρα και κατά τη διάρκεια του καλοκαιρινού ταξιδιού του στη Ρωσία συνέχισε να ασχολείται με τη συγγραφή. Τον ίδιο χρόνο έγινε γνωστός στη Γαλλία μέσα από ένα άρθρο του Ιστράτι στο περιοδικό “Monde” .

Η σχέση του Καζαντζάκη με τον Ιστράτι διακόπηκε το Δεκέμβρη του ίδιου χρόνου στη Σοβιετική Ένωση. Συνέχισε να ταξιδεύει με την Ελένη στη Γερμανία, την Τσεχοσλοβακία, τη Γαλλία, την Ισπανία, την Ιαπωνία, την Κίνα και την Αγγλία με ενδιάμεσες επιστροφές στην Αίγινα (1943-1944) και την Αθήνα (1945 – ίδρυσε τη Σοσιαλιστική Εργατική Ένωση, υπέβαλε υποψηφιότητα στην Ακαδημία Αθηνών, διετέλεσε υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου στην κυβέρνηση Σοφούλη και παντρεύτηκε την Ελένη) και το 1946 εγκαταστάθηκε στη Γαλλία, αρχικά στο Παρίσι (λογοτεχνικός σύμβουλος στην έδρα της Ουνέσκο) και στη συνέχεια στην Αντίμπ, από όπου ταξίδεψε στην Ευρώπη.

Τον ίδιο χρόνο προτάθηκε για το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας από κοινού με τον Άγγελο Σικελιανό. Στο διάστημα 1928-1944 εξέδωσε μεταξύ άλλων έργων τα “Τόντα Ράμπα”, “Ιστορία της Ρωσικής Λογοτεχνίας”, “Τερτσίνες”, μια μετάφραση της “Θείας Κωμωδίας” του Δάντη και μια του “Φάουστ Α΄” του Γκαίτε, το “Βραχόκηπο”, την τραγωδία “Μέλισσα”, καθώς και αναμνήσεις από τα ταξίδια του. Στη Γαλλία έγραψε τις “Αδερφοφάδες” και τον “Καπετάν Μιχάλη” και το 1953 ολοκλήρωσε το μυθιστόρημα “Ο Χριστός ξανασταυρώνεται”, το οποίο κίνησε τις αντιδράσεις της ελληνικής Εκκλησίας και του Βατικανού.

Την ίδια χρονιά νοσηλεύτηκε στο Παρίσι λόγω ανωμαλίας της λέμφου. Το 1954 το μυθιστόρημα “Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά” τιμήθηκε με το βραβείο του καλύτερου ξενόγλωσσου βιβλίου στη Γαλλία. Το 1955 ταξίδεψε στην Αλσατία και συναντήθηκε με τον Άλμπερτ Σβάιτσερ και στο Λουγκάνο. Εκεί ξεκίνησε να γράφει την “Αναφορά στο Γκρέκο”, που εκδόθηκε μετά το θάνατό του. Το καλοκαίρι του 1956 το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο του Μάνου Κατράκη παρέστησε με επιτυχία τη θεατρική διασκευή του “Ο Χριστός ξανασταυρώνεται” και το 1957 προβλήθηκε στις Κάννες το, επίσης βασισμένο στο προηγούμενο έργο, φιλμ του Ζυλ Ντασσέν, “Εκείνος που πρέπει να πεθάνει”.

Ο Καζαντζάκης ήταν παρών στην πρεμιέρα. Το καλοκαίρι ταξίδεψε στην Κίνα και κατά την επιστροφή μέσω Ιαπωνίας εμβολιάστηκε με αποτέλεσμα να προσβληθεί από γάγγραινα. Νοσηλεύτηκε αρχικά στην Κοπεγχάγη και στη συνέχεια στο Φράιμπουργκ, όπου προσβλήθηκε από Ασιατική γρίπη και πέθανε σε ηλικία εβδομήντα τεσσάρων χρόνων. Η σορός του μεταφέρθηκε στο Ηράκλειο και ενταφιάστηκε στην Τάπια Μαρτινέγκο, κοντά στο ενετικό κάστρο της πόλης.

Τα στοιχεία αντλήθηκαν από τα λήμματα: Παντελής Πρεβελάκης, “Νίκος Καζαντζάκης· συμβολή στη χρονογραφία του βίου του”, Αθήνα, 1960· Παντελής Πρεβελάκης,”Καζαντζάκης Νίκος”, στο “Παγκόσμιο βιογραφικό λεξικό”, τ. 4, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985· “Νίκος Καζαντζάκης, Το χρονικό μιας δημιουργίας: ανέκδοτη αλληλογραφία Καζαντζάκη-Μαρτινού”, επιμ. Γιώργος Ανεμογιάννης, έκδοση Μουσείου Νίκου Καζαντζάκη, Κρήτη, 1986· Δημήτρης Πλάκας, “Χρονολόγιο Νίκου Καζαντζάκη (1883-1957)”, περιοδικό “Διαβάζω” τχ. 190, 27.4.1988, σ. 26-33· Αλέξης Ζήρας, “Νίκος Καζαντζάκης” στο “Η μεσοπολεμική πεζογραφία· από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939)”, τ. Δ΄, Αθήνα, Σοκόλης, 1992, σ. 126-171· Πάτροκλος Σταύρου, “Νίκος Καζαντζάκης 1883-1957”, περιοδικό “Ελίτροχος”, τχ. 15, Καλοκαίρι 1998, σ.9-19.

(Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών Ε.ΚΕ.ΒΙ.)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Current ye@r *