Βασίλης Τσιτσάνης, 30 χρόνια από τον θάνατό του

tsitsanis8Απ’ το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου

Βασίλης Τσιτσάνης, 30 χρόνια από τον θάνατό του

… και 99 από τη γέννησή του, μια και ο Τσιτσάνης (1915-1984) ανήκει στην αρκετά σπάνια ομάδα ατόμων που πέθαναν την ίδια μέρα με τη γέννησή τους (ένας άλλος είναι ο Καβάφης), αν και η αλλαγή του ημερολογίου το 1923 περιπλέκει κάπως τα πράγματα. Βέβαια, η επέτειος είναι αύριο, αλλά επειδή το Σάββατο είναι αφιερωμένο στα μεζεδάκια σκέφτηκα να επισπεύσω το αναμνηστικό άρθρο κατά μία ημέρα. Με την ευκαιρία λοιπόν της διπλής επετείου, ανεβάζω εδώ ένα άρθρο που είχα γράψει τότε, επιστρέφοντας από την κηδεία του Τσιτσάνη, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΗΧΟΣ & HI-FI (στο τεύχος Φεβρουαρίου 1984), με το οποίο συνεργάστηκα σχεδόν για ένα χρόνο το 1984 γράφοντας κριτικές ελληνικών δίσκων (μετά πήγα φαντάρος). Δεν έχω αλλάξει τίποτα από το αρχικό άρθρο, μόνο έχω βάλει λίκνους σε γιουτουμπάκια μερικών τραγουδιών γιατί θα ήταν χαζομάρα να μην εκμεταλλευτώ τις δυνατότητες που δίνει το νέο μέσο. Αν έγραφα σήμερα δεν θα το έγραφα έτσι, φυσικά, κι αν σε μερικά σημεία ακούγομαι απόλυτος ή στομφώδης επικαλούμαι το ελαφρυντικό της μετεφηβικής ηλικίας.

TSITSANIS8Το Σάββατο εκείνο, 21 του Γενάρη, μόνο συννεφιασμένο δεν ήτανε. Αμέτρητος ο κόσμος ανάμεσα στα μνήματα, να ’χει από νωρίς πιάσει τις θέσεις τις επίκαιρες, έτσι πού οι επόμενοι, για να μπορέσουν να πάρουν έστω μυρωδιά την τελετή, να ανεβαίνουν ομάδες-ομάδες σε υπερυψωμένους τάφους, οικογενειακούς συνήθως, και οι πιο νέοι σε δέντρα, σέ ψηλώματα, σε αγάλματα που πολλά εκεί υπάρχουν, να κάθονται στην αγκαλιά τού μαρμάρινου ευεργέτη ή στα φτερά τού αγγέλου ν’ ακροβατούν, χωρίς κάνεις από τους γύρω να διανοηθεί να διατυπώσει ένσταση για κάποια δήθεν βεβήλωση της ιερότητας τού χώρου. Και τα όργανα της τάξης ματαίως προσπαθούσαν να διευθετήσουν το κύμα του πλήθους που διαρκώς συνέρρεε. Γέροι με τραγιάσκες και χοντρά γυαλιά πρεσβυωπίας, νοικοκυρές στα μαύρα, φάτσες εργατικές, νέα ζευγάρια με νήπια, μαθητές -αυτοί αποχαιρέτησαν τον Τσιτσάνη κι όπως από νωρίς είχανε συναχτεί, άρχισε πάλι, σέ χιλιάδες πηγαδάκια, εκείνη η ατέλειωτη συζήτηση για τα παρελθόντα και τα μέλλοντα του έθνους, πού ήμασταν και πού πηγαίνουμε, μνήμες ανασύρθηκαν και διασταυρώθηκαν, χρονολογίες, απόψεις, αντιρρήσεις, εφ’ όλης της ύλης η κουβέντα και απ’ του δέντρου τα κλαριά σκαρφαλωμένος κάποιος να αναμεταδίδει τις αφίξεις των επωνύμων … ήρθε ο τάδε, νάτος, τώρα μπαίνει, ο ψηλός… ο Πάγκαλος ήταν ή ο Κονδύλης πού έκοψε τα πενηντάρικα στη μέση;… όχι, αυτό έγινε το ’26, το ’30 είχαμε Βενιζέλο… εμείς ήρθαμε στην Αθήνα μετά τον εμφύλιο… από τη Σάμο κρατούμε… το έκλεισα το παντοφλάδικο, δεν τράβαγε… όχι, δεν είχε φλεγμονή, τον ξορκισμένο είχε… μην ανεβαίνετε κι εσείς κυρία μου, θα σπάσει το μάρμαρο και θα βρεθούμε όλοι μες τον τάφο… ρε φίλε μη βάζεις εκεί τα στέφανα και δεν βλέπουμε… ποιος είν’ αυτός; όχι, αυτός ο χοντρός… είναι που έχει το γραφείο κηδειών, πολλά λεφτά… μου φαίνεται πως τονε φέρνουνε…

Γιατί βεβαίως η κηδεία του Τσιτσάνη πένθιμη δεν ήταν ακριβώς, κι αυτό δεν οφειλόταν μονάχα στον ανοιξιάτικο, χαρούμενο καιρό· όχι πως ο κόσμος είχε πάει για να περάσει την ώρα του, να καλαμπουρίσει, να «δει». Ο κόσμος είχε, ήδη απ’ την Τετάρτη, πολλές φορές πέσει σέ βαθιά συλλογή μαθαίνοντας – κι υστέρα συνειδητοποιώντας – το χαμό· αλλά, ήταν τόσο διαρκής και ζωντανή η παρουσία του, δεκάδες χρόνια τώρα, με τις μουσικές του αδιόρατα να διαχέονται και να ’χουν διαποτί­σει όλη την Ελλάδα, που δεν σου πήγαινε να θρηνήσεις· ποια απουσία άλλωστε, που ο Τσιτσάνης νίκησε το θάνατο κι είναι μαζί μας, τις πρώτες μέρες στα βιαστικά αφιερώματα των μέσων ενημέρωσης και τού τύπου -ούτε την ηλικία του δε βρήκανε σωστή – αλλά και ύστερα, για πάντα, σταθερά και μόνιμα, κοντά μας θα ’ναι.

Κοντά μας και γνωστός στον καθένα, έτσι που αρκεί να πεις τ’ όνομά του για να συγκατανεύ­σει ο άλλος μ’ ένα χαμόγελο σαν κλείσιμο ματιού, έτσι οικείος ήταν σ’ όλους, κι αυτός και τα τραγούδια του, πανταχού παρών κι ας μη θυμόμασταν την ημερομηνία γέννησής του, κι ας αγαπούσαμε πολλά τραγούδια του χωρίς να ξέρουμε πως αυτός ήταν ο συνθέτης – γιατί με τον Τσιτσάνη αυτό γινόταν, και στα ραδιοφωνι­κά αφιερώματα, οι πενιές από κάποιο αγαπη­μένο σουξέ συνοδεύονται από τα θαυμαστικά «βρε, κι αυτό δικό του είναι!» του κόσμου. Αόριστα, κι όμως τόσο πολύ γνωστός. Αλλά η δεοντολογία επιτάσσει να δώσουμε και πιο συγκεκριμένα στοιχεία για το φαινόμενο που λέγεται Βασίλης Τσιτσάνης. Γεννήθηκε στα Τρίκαλα στις 18 Γενάρη του 1915 – πέθανε τη μέρα των γενεθλίων του -, από το ’37 στη ρεμπέτικη την πιάτσα, έγραψε αμέτρητα τρα­γούδια, άλλοι λένε χίλια, άλλοι χίλια τετρακό­σια -έχουνε μείνει κάπου 300 ανέκδοτα, σύμφωνα με μαρτυρία τής κόρης του – αρι­θμός που από μόνος του προκαλεί κατάπληξη, ισοδυναμώντας, ούτε λίγο ούτε πολύ με πάνω-κάτω εκατό μεγάλους δίσκους και η κατάπλη­ξη γίνεται δέος αν σκεφτούμε ότι η μεγάλη πλειοψηφία απ’ τα τραγούδια αυτά είναι καταπληκτικά· ξεπερνούν τις εκατό οι πολύ μεγάλες του επιτυχίες, αυτές πού είναι τόσα χρόνια στην πρώτη γραμμή και τραγουδιούνται οπουδήποτε, από τις συναυλίες του καλοκαι­ριού μέχρι τις παρέες που ψιλομουρμουρίζουν σε κάποια ταβέρνα. Τέτοιο πάντρεμα της ποσότητας με την ποιότητα ουδέποτε άλλοτε έχει δείξει το ελληνικό τραγούδι, κι όχι μονάχα το ρεμπέτικο.
Ο Τσιτσάνης ήρθε στην Αθήνα το 1937, τελειώνοντας γυμνάσιο, για να γραφτεί στη Νομική Σχολή· είχε ήδη από τότε μια συλλογή από 35-40 τραγούδια, γιατί μπουζούκι έπαιζε από μικρός, αλλά και σέ ωδείο είχε πάει, φτάνοντας «μέχρι το τρίτο βιβλίο τού βιολιού». Φτάνει σε μια Αθήνα όπου το πειραιώτικο ρεμπέτικο έχει επικρατήσει και μεσουρανεί ο Μάρκος, όπου ο Παπαϊωάννου έχει βγάλει τις πρώτες του επιτυχίες και η λογοκρισία κόβει την «πονηρή» Βαρβάρα τού Τούντα. Τα πρώτα του τραγούδια, ως το ’40, τραγουδισμένα απ’ το Στράτο και τον ίδιο, το Στελλάκη ή το Μάρκο, τη Νταίζη Σταυροπούλου (το «θηλυκό Στράτο»), είναι μέσα στο πνεύμα του ρεμπέτι­κου της εποχής, δείχνουν όμως πως «αυτός ο βλάχος» έφερε μαζί του απ’ τα Τρίκαλα κάτι καινούριο και μεγάλο. Άλλωστε ο Τσιτσάνης έχει πει πώς απ’ τα «μονότονα» Σμυρνέικα ελάχιστα τού άρεσαν – κυρίως τού Παπάζογλου – και πώς τα ρεμπέτικα τού Μάρκου δεν τού ταίριαζαν αλλά και τα δημοτικά, όπως έχει πει, τ’ αγνόησε -είχε δικό του μουσικό κόσμο, φλέβα δικιά του που ρυάκι στην αρχή, ύστερα ποτάμι, ξεχείλισε και τα παρέσυρε όλα- άλλα­ξε τα δεδομένα τού ρεμπέτικου και αποτέλε­σε τον υποκειμενικό παράγοντα μέσω τού οποίου πέρασε το (εν πολλοίς αντικειμενικό) άπλωμα τού ρεμπέτικου σ’ ευρύτερα στρώμα­τα λαού, ευρύτερα τόσο από γεωγραφική, όσο και – κυρίως δε – από ταξική άποψη. Και όταν ύστερα απ’ την κατοχή ξανάνοιξαν τα εργο­στάσια των φωνογραφικών εταιριών, ο Τσιτσάνης άρχισε να ηχογραφεί μ’ έναν αφάνταστο ρυθμό, καθώς έγραφε όχι μόνο τα καινούρια του αλλά κι αυτά που ’χε συνθέσει μέσα στην κατοχή και είχαν μείνει στο συρτάρι· και δεν σταμάτησε να γράφει μέχρι την τελευταία στιγμή όπως και δεν κατέβηκε ποτέ απ’ το πάλκο, και από τότε που ήρθε στήν Αθήνα, το ‘ 47 στου «Μάριου» μέχρι τα τελευταία χρόνια στο «Χάραμα» τής Καισαριανής, έμεινε εκεί πάνω ορθός να τραγουδά και ν’ αντιστέκεται, να αποτελεί μια παρουσία ζωντανή αλλά χαμη­λόφωνη, παραφωνία λες – τη στιγμή που οι άλλοι ρεμπέτες μόνο σέ ειδικές εκδηλώσεις εμφανίζονταν και τα τραγούδια τους τα λέγαν άλλοι.

Λένε πώς ο Τσιτσάνης σαν συνθέτης κυρίως ήταν που μεγαλούργησε γιατί στους στίχους συνεργάστηκε και μ’ άλλους, μπουζουξήδες υπήρξαν και πιο μάστορες, και τραγουδιστές θρυλικοί – άλλωστε πολλούς αυτός τούς ανά­δειξε, την Μπέλλου, τον Τσαουσάκη, τη Μαρί­κα Νίνου κ.ά. Αλλά νομίζω πως δεν έχει νόημα αυτός ο διαχωρισμός- ο Τσιτσάνης ήταν όλος ένα με τα τραγούδια του, και τα τραγούδια του είναι αυτός πίκρα και χαρά χαρμάνι, – στίχος δικός του -, όλος μα υπέροχη αντίφαση· ο Τσιτσάνης, που όλους τούς παλιούς ρυθμούς τους «αγνοούσε» κι όμως όλους τους ήξερε· που είχε προδιαγραφές μικροαστού (επαρχιώ­της φοιτητής Νομικής γαρ) κι όμως έγινε ο πιο αυθεντικός εκφραστής τού ανθρώπου του λαού· που ρεμπέτης ξεκίνησε και απογείωσε το ρεμπέτικο, το πήρε στους ώμους του και το ’βγαλε στον κόσμο, το απελευθέρωσε από τούς «δρόμους», το ξεπέρασε, κράτησε τη μαγκιά στο στίχο, αλλά τον ανανέωσε. Κι ενώ ήξερε πως ήταν αδιαφιλονίκητα ο πρώτος, ήταν πάντοτε σεμνός και μετρημένος. Γιατί ο Τσιτσανης είναι πέρα απ’ όλα· αγαπάμε και θαυμάζουμε όλους τούς άλλους κορυφαίους τού ρεμπέτικου, αλλά συγκρίσεις δεν μπο­ρούν να γίνουν· συχνά, απονέμουν «τίτλους» στους παλιούς ρεμπέτες, λένε πώς ο τάδε ήταν «ο πιο …», πώς ο Χιώτης ήταν ο πιο επιδέξιος στο μπουζούκι, ο Χατζηχρήστος ο πιο παραπονιάρης, ο Μάρκος ο πρωτοπόρος (και ο πιο καλός στιχουργός κατά την άποψή μου), ο Παπαϊωάννου το πιο μάλαμα παιδί, ο Παπάζογλου ο πιο πρωτότυπος, ο Γιοβάν Τσαούς ο πιο μπασμένος στα μυστικά τού οργάνου ή ο Τούντας ο πιο μορφωμένος μουσικά (για να μείνουμε στους μακαρί­τες)· αλλά ο Τσιτσάνης ήταν – είναι όλ’ αυτά μαζί και άλλα τόσα παραπάνω· είναι, απλά, ο πρώτος.

Αλλά και οι αναλύσεις για τον Τσιτσάνη κάπου κολλάνε και δύσκολα μετατρέπονται σέ αρι­θμούς τα στοιχεία· πρώτα-πρώτα λείπουν δε­δομένα· το πρώτο τραγούδι που ‘γραψε ήταν άραγε η «Σκοτούρα» ή η «Αραπιά»; δεν ξέρουμε. Για το πρώτο που γραμμοφώνησε, έχει ειπωθεί πως ήτανε το «Να γιατί γυρνώ» με το Μάρκο και τη Σοφία Καρίβαλη, αλλά και το «Σ’ έναν τεκέ μπουκάρανε» με τη Γεωργία Μηττάκη. Και το τελευταίο; Ποιο ήτανε αλή­θεια το στέρνο τραγούδι του Τσιτσάνη: Τι να πεις για ένα έργο χωρίς αρχή και τέλος; Ή μήπως έχει νόημα να πούμε, λόγου χάρη, ότι από ένα δείγμα των μεγάλων επιτυχιών του το 55 στα εκατό είναι ζεϊμπέκικο, και πως απ’ τα υπόλοιπα τα δύο τρίτα είναι χασάπικα και τ’ άλλα χασαποσέρβικα κι ανατολίτικα κυρίως; Έχει νόημα ο ξερός χαρακτηρισμός «ζεϊμπέκικο» για τραγούδια όπως το «Αντιλα­λούνε τα βουνά» – κατά την άποψη μου το πιο «ατμοσφαιρικό» τραγούδι του ρεμπέτικου, ό­που η μουσική και η (αξεπέραστη) ερμηνεία από το Τζουανάκο, τη Νίνου και το συνθέτη σε πείθουν απόλυτα ότι τα βουνά όχι μόνο αντιλα­λούνε, αλλά σείονται κιόλας; Τί να πεις για τραγούδια όπως η «Αμαρτωλή» – ποιος έδωσε ποτέ καλύτερα αυτή την ακριβή και ευαίσθητη ισορροπία τής περιφρόνησης και του καημού για την «παραστρατημένη»; Ή πάλι. για το «Κάτσε ν’ ακούσεις μια πενιά», που παντρεύει το κέφι με την αυστηρότητα των στεκιών τής περιοχής, για το «Ό,τι κι αν πω δεν σε ξεχνώ» -τέτοιες καντάδες γράφονται κάθε εκατό χρό­νια, είπε ο Στελλάκης -, για το «Αργοσβήνεις μόνη», αυτό το φοβερά πολύπλοκο ανατολίτι­κο πού ρεζίλεψε τις περισσότερες καινούριες κομπανίες που επιχείρησαν να το τραγουδή­σουν; Τα τραγούδια τού Τσιτσάνη δεν είναι απλώς τραγούδια, είναι σκηνές από μια ταινία όπου παρελαύνουν τα μεγάλα γεγονότα τής ιστορίας μας και συνεγείρονται μνήμες κι αισθήσεις· ο πόλεμος κι η κατοχή («Συννεφια­σμένη Κυριακή», «Τραυματίας»), ο εμφύλιος κι οι φυλακές («Κάποια μάνα αναστενάζει», «Κάνε λιγάκι υπομονή»), αλλά και οι μικρές στιγμές, οι εικόνες, οι ταβέρνες τού ’50, η Ομόνοια τότε, η Σαλονίκη, όλα – πίκρες και χαρές χαρμάνι. Και μέσα σ’ όλα αυτά οι λατρεμένες ανατολίτισσες ξελογιάστρες του, να σε πλανεύουν, να σε προσκαλούν να τις κλέψεις απ’ το χαρέμι τού μαχαραγιά ή τού πασά. να πας για χάρη τους στο Μισίρι, στο Τούνεζι και την Μπαρμπαριά, στη Βαγδάτη, αλλά και μέχρι την Παραγουάη – σ’ ένα φίνο ακρογιάλι της, κι ας λέει ο γεωγραφικός χάρτης πως είν’ μεσόγεια χώρα.

Τα τραγούδια τού Τσιτσάνη λοιπόν, που θα μείνουν για πάρα πολύ καιρό μαζί μας· και βέβαια είναι καλό και άγιο να γίνει αυτό πού ανάγγειλε η υπουργός στην κηδεία του, να φτιαχτεί δηλαδή μουσείο Τσιτσάνη στό σπίτι του το πατρικό στα Τρίκαλα που θα περιέχει κοντά στ’ άλλα όλο το υλικό, όλα τα τραγούδια πού έγραψε (τότε ίσως μάθουμε πόσα περί­που είναι). Όμως θα ’ταν εξίσου σωστό, εκτός απ’ τα ρεμπέτικα τραγούδια να ενδια­φερθεί λιγάκι κάποιος και μ’ αυτούς τούς ίδιους τούς ρεμπέτες πού πεθαίνουν ένας-ένας, άλλοι φτωχοί και άλλοι όχι, αλλά όλοι τους κάπως αδικαίωτοι, μην έχοντας πει όλα όσα θα ’θελαν να παραδώσουν (ζήτημα είναι αν υπάρχουν στη ζωή τρεις ρεμπέτες παλιότεροι απ’ τον Τσιτσάνη). Γιατί, τα τραγούδια παραμένουν, υπάρχουν στις μήτρες, και αν και επί Γερμανών πολλές καταστράφηκαν (λέει η φήμη πως τις έλιωσαν γιατί περιείχαν κάποιο πολύτιμο συστατικό), ας υποθέσουμε πως έτσι ή αλλιώς τα τραγούδια βρίσκονται. Πίσω όμως απ’ τα τραγούδια υπάρχουν οι άνθρωποι, αυτοί οι άνθρωποι πού φεύγουν ένας-ένας, χωρίς δυνατότητα αναπλήρωσης. Υπάρχει πρώτα και κύρια το ήθος. το ήθος τού Τσιτσάνη, που στην εποχή μας πολύς κόσμος το έχει ανάγκη και το αναζητά σαν δύναμη αντίστασης. Τα τραγού­δια τού Τσιτσάνη μείναν και θα μείνουν για πάντα· αυτό που χάθηκε είναι ο άνθρωπος και μαζί του το ήθος, και, όσο ζούσε, ίσως δεν πήραμε ό,τι έπρεπε και όσο μπορούσαμε απ’ αυτό…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *