Εισαγγελική πρόταση στη δίκη Θεοφίλου: Αυθαίρετα σενάρια και κραυγαλέες ανακρίβειες στην υπηρεσία του σμπαραλιασμένου κατηγορητήριου

p8160315Εξι μέρες ζήτησε η εισαγγελέας Οικονόμου για να προετοιμάσει την αγόρευσή της στη δίκη του Τάσου Θεοφίλου. Εξι μέρες προετοιμασίας για μια αγόρευση 47 λεπτών, η οποία συμπύκνωσε με κακότεχνο τρόπο –και με την επίκλησηπληθώρας ανακριβειών– ένα κατηγορητήριο που κατέρρευσε ήδη από τη φάση της εξέτασης των μαρτύρων του κατηγορητηρίου! Μέσα σε 47 λεπτά η εισαγγελέας επανέλαβε το σαθρό κατηγορητήριο για να καταλήξει σε πρόταση ενοχής του Τ. Θεοφίλου, σαν να μην πέρασαν οι δυόμισι μήνες της ακροαματικής διαδικασίας, στους οποίους και η ίδια αναφέρθηκε εισαγωγικά. Λες και η εισαγγελέας βρισκόταν σε άλλη αίθουσα ή λες και είχε κλειστά τα μάτια της και τ’ αυτιά της.

Η εισαγγελέας θεώρησε απαραίτητο να σημειώσει, επίσης εισαγωγικά, ότι η ίδια δεν έχει πολιτικό προϊστάμενο, απαντώντας στις απόψεις περί ταξικής δικαιοσύνης που βγάζει αποφάσεις καθ’ υπαγόρευση, τις οποίες ανέπτυξαν μάρτυρες υπεράσπισης. Επικαλέστηκε, μάλιστα, το αίσιο τέλος που είχαν οι υποθέσεις κάποιων από αυτούς τους μάρτυρες, επειδή τα κατηγορητήρια ήταν κακοφτιαγμένα και οι δημιουργοί τους δεν μπόρεσαν να τα στηρίξουν στην ακροαματική διαδικασία. Μάλλον θα έπρεπε να είναι πιο προσεκτική η κ. Οικονόμου σε τέτοιες αναφορές, γιατί στην πλειονότητα των περιπτώσεων οι εισηγήσεις των συναδέλφων της ήταν καταδικαστικές. Και εν πάση περιπτώσει, κάθε περίπτωση κρίνεται από τα δικά της ξεχωριστά χαρακτηριστικά. Το ότι στο παρελθόν κατέρρευσαν κακοφτιαγμένες σκευωρίες στα δικαστήρια δεν αποτελεί τεκμήριο της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης.

Το γεγονός ότι η εισαγγελέας αισθάνθηκε την ανάγκη να κάνει εισαγωγικά μια τέτοια αναφορά προδίδει απολογητική διάθεση ενόψει των όσων θα έλεγε στη συνέχεια, όχι μόνο αγνοώντας με προκλητικό τρόπο την ακροαματική διαδικασία, αλλά και κατασκευάζοντας ψευδείς ισχυρισμούς, προκειμένου να διασώσει ένα αμπαραλιασμένο κατηγορητήριο. Και μόνο απ’ αυτό το γεγονός μπορεί να συμπεράνει κάθε καλόπιστος παρατηρητής πόσο αμερόληπτη, απροκατάληπτη και «αυτοτελής» υπήρξε η εισαγγελική πρόταση.

Εντελώς υποκριτική θεωρούμε και την εισαγωγική έκφραση θλίψης από την εισαγγελέα, επειδή στο εδώλιο του κατηγορούμενου, αντιμέτωπο με τέτοιες κατηγορίες, βρίσκεται ένα νεαρό άτομο, που έχει πανεπιστημιακή μόρφωση και υψηλό IQ. Μάλλον θέλησε να στείλει ένα μήνυμα στη μορφωμένη νεολαία να μην ασχολείται με «επικίνδυνα πράγματα», όπως η συμμετοχή στο αντικαπιταλιστικό κίνημα, αλλά και να προβάλλει εμμέσως την απειλή ότι όποιος πέφτει στα νύχια της Αντιτρομοκρατικής θα συναντήσει απέναντί του μια ανελέητη δικαιοσύνη, που αδιαφορεί και για την αλήθεια και για τους ίδιους τους κανόνες δικαίου της αστικής δημοκρατίας.

Η εισαγγελέας ξεκίνησε με την εξιστόρηση των γεγονότων που διαδραματίστηκαν στην Πάρο, όπως αυτά έχουν καταγραφεί στη δικογραφία, αντλώντας επιλεκτικά και μερικά στοιχεία από το DVD που προβλήθηκε την τελευταία ημέρα της αποδεικτικής διαδικασίας. Και επιχείρησε την πρώτη διαστρέβλωση της αλήθειας.

Πριν την προβολή του DVD, η Αντιτρομοκρατική είχε βάλει σκόπιμα στη δικογραφία μόνο φωτογραφίες, με αποτέλεσμα να είναι ασαφές αν το αριστερό χέρι του δράστη που είχε εισέλθει πρώτος στην τράπεζα ήταν γυμνό και αν είχε πιάσει αντικείμενα. Ηταν επίσης ασαφές αν φορούσε γάντι στο δεξί του χέρι και αν ο δεύτερος δράστης, που πέρασε πίσω από το γκισέ και για ένα χρονικό διάστημα δεν φορούσε γάντι στο αριστερό του χέρι, είχε πιάσει μ’ αυτό υπαλλήλους ή αντικείμενα. Μετά την προβολή του DVD, έγινε φανερό, ότι ο μεν πρώτος έπιασε για αρκετά δευτερόλεπτα την καρέκλα της υπαλλήλου Αικ. Πέππα, αφήνοντας άφθονο βιολογικό υλικό στη μέσα πλευρά της πλάτης της καρέκλας, ενώ ο δεύτερος έπιασε με το γυμνό αριστερό του χέρι σε πολλά σημεία τον υπάλληλο Ν. Καλακόνα την ώρα που τον απωθούσε βίαια, καθώς και αντικείμενα της τράπεζας, αφήνοντας και αυτός άφθονο βιολογικό υλικό.

Η εισαγγελέας, όμως, και όταν περιέγραψε τα γεγονότα και όταν αντίκρουσε τις απόψεις μέλους της υπεράσπισης, που επεσήμανε την ανυπαρξία αποτυπωμάτων από τον πρώτο δράστη, ενώ ήταν γυμνό το αριστερό του χέρι, αναφέρθηκε μόνο στο ότι ο δράστης δεν ήταν δυνατόν να αφήσει αποτυπώματα με το αριστερό του χέρι γιατί το είχε συνέχεια κλειστό σε γροθιά. Αν βρισκόμασταν στη φάση της ασάφειας που είχαν δημιουργήσει οι αποσπασματικές και προσεκτικά επιλεγμένες φωτογραφίες που είχε βάλει στη δικογραφία η Αντιτρομοκρατική, θα μπορούσαμε να δικαιολογήσουμε την τοποθέτηση της εισαγγελέα. Ομως, έχει πλέον προβληθεί το DVD και φαίνεται καθαρά ότι δύο από τους δράστες άφησαν βιολογικό υλικό σε διάφορα αντικείμενα, γεγονός το οποίο επεσήμανε η υπεράσπιση σχολιάζοντας την προβολή του DVD. Γιατί η εισαγγελέας παρέβλεψε εντελώς το γεγονός του άφθονου βιολογικού υλικού που άφησαν δύο από τους δράστες; Πόσο έντιμο είναι να αποσιωπούμε και το γεγονός καθεαυτό, αλλά και το ότι η Αντιτρομοκρατική δεν έβαλε το DVD στη δικογραφία, αλλά μερικές φωτογραφικές λήψεις από αυτό, καμία από τις οποίες δεν δείχνει κάποιο δράστη να ακουμπά σε οποιοδήποτε αντικείμενο μέσα στην τράπεζα;

Μετά την προβολή του DVD, δεν απασχόλησε την εισαγγελέα ο ισχυρισμός της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών ότι σάρωσε τα πάντα μέσα στην τράπεζα για την εύρεση βιολογικού υλικού, και δεν βρήκε τίποτα; Τόσο «πράγμα» άφησαν οι δύο δράστες. Εμείς λέμε πως βιολογικό υλικό των δραστών βρέθηκε, αλλά διαπιστώθηκε ότι δεν ανήκει στον Τ. Θεοφίλου και πετάχτηκε στα σκουπίδια, γιατί δε βόλευε το σενάριο της Αντιτρομοκρατικής. Δεν περιμέναμε από την κ. Οικονόμου να εκφράσει μια τόσο… προχωρημένη άποψη, όμως μια έντιμη τοποθέτηση απέναντι στα πραγματικά περιστατικά θα απαιτούσε την έκφραση τουλάχιστον κάποιων αμφιβολιών, τη διατύπωση κάποιων ερωτημάτων που έμειναν αναπάντητα. Θα απαιτούσε, σε τελική ανάλυση, την άρθρωση κάποιων αντεπιχειρημάτων έναντι των όσων έχει ήδη επισημάνει η υπεράσπιση. Η εισαγγελέας, όμως, φαίνεται ότι ακολουθεί το παλιό δόγμα: όταν η πραγματικότητα δεν συμφωνεί με τις απόψεις μας, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα!

Η εισαγγελέας, ενεργώντας όπως ακριβώς η Αντιτρομοκρατική, αποσιώπησε την ύπαρξη αυτού του βιολογικού υλικού, γιατί αυτή η παραδοχή θα ακύρωνε την κατηγορία εναντίον του Θεοφίλου για συμμετοχή στη ληστεία της Πάρου. Δεν παρέλειψε, όμως, να αναφερθεί στο γεγονός ότι οι ληστές δεν πήραν τις 6.000 ευρώ που είχε καταθέσει ένας πελάτης της τράπεζας χωρίς να ολοκληρωθεί η κατάθεση. Κατά την εισαγγελέα –όπως και κατά την Αντιτρομοκρατική– αυτό αποτελεί απόδειξη του ότι οι δράστες δεν ήταν κοινοί ληστές, αλλά ιδεολόγοι αναρχικοί, οπότε ο Θεοφίλου μπαίνει αυτόματα στο κάδρο. Ξέρει η κα Οικονόμου έστω μία περίπτωση ληστείας τράπεζας που οι δράστες να λήστεψαν και τους πελάτες που περίμεναν να κάνουν καταθέσεις ή μόλις είχαν κάνει αναλήψεις; Εισαγγελέας Εφετών είναι, γνωρίζει ασφαλώς ότι τέτοιο περιστατικό δεν έχει υπάρξει, όμως το νεφελώδες ιδεολόγημα τής είναι απαραίτητο προκειμένου να τυλίξει μ’ αυτό την πρόταση ενοχής. Το ότι τα ιδεολογήματα δεν έχουν θέση σε μια ποινική διαδικασία δεν έχει καμιά σημασία για την εισαγγελέα. Αλλωστε, δεν αντιμετωπίζει τη συγκεκριμένη υπόθεση ως μια ποινική υπόθεση, για να είναι στοιχειωδώς απροκατάληπτη, αλλά ως μια πολιτική υπόθεση, στην αντιμετώπιση της οποίας η προκατάληψη καταλαμβάνει την πρώτη θέση.

Στην συνέχεια, η εισαγγελέας περιέγραψε τα τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν έξω από την τράπεζα, όπως αυτά περιγράφονται στο κατηγορητήριο, αγνοώντας όλα όσα αποκαλύφθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία (δείγμα κι αυτό του πόσο ενδιαφέρον έδειξε για την ακροαματική διαδικασία). Και έφτασε στο αυτοκίνητο διαφυγής των δραστών, ένα αυτοκίνητο που χρησιμοποιήθηκε και σε παλαιότερη ληστεία. Θα περίμενε κανείς ειδικά αυτό το γεγονός να ενεργοποιήσει τις «κεραίες» της εισαγγελέα. Αυτή, όμως, επέλεξε να στηρίξει την Αντιτρομοκρατική, η οποία –όπως έχουμε επισημάνει– μπήκε σφήνα στις έρευνες της τοπικής Ασφάλειας και των δικαστικών αρχών των Κυκλάδων και επέβαλε πλήρη αλλαγή προσανατολισμού στην αναζήτηση των δραστών. Από τη στιγμή που επέλεξε να στηρίξει την Αντιτρομοκρατική, η εισαγγελέας δεν είχε άλλο δρόμο από το να καταφύγει σε μια χοντροκομμένη ανακρίβεια.

Είπε η εισαγγελέας για το αυτοκίνητο διαφυγής: «Και το αυτοκίνητο αυτό ήταν προϊόν ληστείας, η οποία είχε διαπραχθεί κατά το παρελθόν και δεν αποδίδεται στους παρόντες δράστες. Διότι είχαν συλληφθεί για την πράξη αυτή οι δράστες και είχαν παραπεμφθεί στο αρμόδιο δικαστήριο». Ομως, σύμφωνα με έγγραφο που υπάρχει στη δικογραφία, δεν έχουν συλληφθεί όλοι οι δράστες που πήραν μέρος σε εκείνη τη ληστεία! Νομίζουμε ότι δεν χρειάζεται κανένα περαιτέρω σχόλιο. Η πραγματικότητα «βοά».

Μολονότι ασχολήθηκε με τη διαφυγή των δραστών μέχρι τον Αμπελά (περιοχή της Πάρου) και την κλεμμένη μηχανή, η εισαγγελέας δεν μπήκε στον κόπο να πει το παραμικρό για το πώς αυτό το αυτοκίνητο βρέθηκε από την Αθήνα στην Πάρο. Δεν μπήκε στον κόπο να δώσει την παραμικρή εξήγηση, γιατί δεν ελέγχθηκαν από τους εφέτες ανακριτές οι ακτοπλοϊκές εταιρίες, για να ανακαλυφθεί ποιοι και πότε μετέφεραν το κλεμμένο αυτοκίνητο στην Πάρο. Αυτή δεν είναι η μοναδική παράλειψη της Αντιτρομοκρατικής, που αποπροσανατόλισε εντελώς την έρευνα, αλλά θα περίμενε κανείς τουλάχιστον αυτό να προβληματίσει λίγο την εισαγγελέα. Επειδή, όμως, ένας τέτοιος προβληματισμός θα ήταν «επικίνδυνος» για το κατηγορητήριο, προτίμησε να επικαλεστεί την ανύπαρκτη σύλληψη όλων των δραστών. Και το αυτοκίνητο πώς δεν βρέθηκε ποτέ, μολονότι είχε επισημανθεί, αφού συνελήφθησαν όλοι οι δράστες; Ελα μου ντε…

Προκειμένου να βγάλει λάδι και να εξάρει το δαιμόνιο των Κλουζό της Αντιτρομοκρατικής, η εισαγγελέας δε δίστασε να τα βάλει με την αστυνομία της Πάρου, υποστηρίζοντας ότι η ληστεία ήταν πρωτόγνωρη για τα δικά τους δεδομένα (!) και έχει ευθύνη και για τη μη άμεση επέμβασή της ενόσω γινόταν η ληστεία!

Στη συνέχεια, η εισαγγελέας αναφέρθηκε στην κάθοδο της αρχιφύλακα της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών Α. Λώλη στην Πάρο για τη λήψη βιολογικού υλικού. Αφού αναφέρθηκε στο σχολιασμό που έκαναν οι συνήγοροι υπεράσπισης στις ενέργειες και τις παραλείψεις της Λώλη, έφτασε στο σημείο να ισχυριστεί ότι αυτή παρέλαβε το περιβόητο καπέλο από τον τόπο του συμβάντος και το μετέφερε στα εργαστήρια της ΔΕΕ για έλεγχο. Είπε η εισαγγελέας: «Διότι μας λέγει το Συμβούλιο Εφετών και αποδεικνύεται, ότι η Λώλη ήταν στις 10/8/2012 στον τόπο του εγκλήματος, όπου περισυνέλεξε το καπέλο που βρέθηκε εκεί, καθώς επίσης και πέντε κάλυκες και τρία θραύσματα από βολίδα πυροβόλου όπλου. Τα οποία παρέδωσε στις 12/8/2012 –γιατί έγινε και πολύς λόγος περί αυτού– στα εργαστήρια της ΔΕΕ».

Αυτή είναι μια καινούργια εκδοχή, η οποία δεν απορρέει από κανένα έγγραφο της δικογραφίας και την επινόησε η εισαγγελέας προκειμένου να διασωθεί η διάτρητη έκθεση πραγματογνωμοσύνης της ΔΕΕ για τη λήψη και εξέταση βιολογικού υλικού του Τ. Θεοφίλου. Για την έκθεση θα μιλήσουμε παρακάτω, όμως εδώ μας απασχολεί η δεύτερη χοντροκομμένη ανακρίβεια της εισαγγελέα, σε μια προσπάθεια να σώσει το σμπαραλιασμένο κατηγορητήριο.

Η ανθρωποκτονία του άτυχου Δ. Μίχα έγινε μεταξύ 8:30 και 8:35 το πρωί. Η φωτογράφιση της σορού του Δ. Μίχα και των ευρημάτων-πειστηρίων στον τόπο του συμβάντος έγινε πριν τις 9:30, που η σορός είχε ήδη μεταφερθεί στο νοσοκομείο της Πάρου. Στις φωτογραφίες που πάρθηκαν από τον τόπο του συμβάντος δεν απεικονίζεται καουμπόικο καπέλο (γιατί απλούστατα δεν έπεσε από το δράστη). Η Α. Λώλη πήγε στην Πάρο το βράδυ της 10ης Αυγούστου και φυσικά δεν μπορούσε να περισυλλέξει κανένα καπέλο (που δεν βρέθηκε άλλωστε), ούτε κανένα από τα αντικείμενα που βρέθηκαν στο τόπο της ανθρωποκτονίας, γιατί ήδη αυτά τα είχε μαζέψει και απομακρύνει η τοπική αστυνομία. Αυτά προκύπτουν, πέραν κάθε αμφιβολίας, από τα έγγραφα της δικογραφίας.

Από την ακροαματική διαδικασία προέκυψε και κάτι ακόμα. Στις 5 Δεκέμβρη του 2013, ο νομικός σύμβουλος της Alpha Bank, που είναι και συνήγορος πολιτικής αγωγής –ενδεχομένως μαζί και με άλλους συνηγόρους πολιτικής αγωγής– παρέδωσε μαθήματα στους δύο μάρτυρες τραπεζοϋπάλληλους Αικ. Πέππα και Θ. Παντελαίο, προκειμένου να καταθέσουν την επομένη στο δικαστήριο, ότι το περιβόητο καπέλο, που δήθεν έπεσε από τον πρώτο δράστη, μεταφέρθηκε στην τράπεζα μέσα σε μια νάιλον σακούλα! Προανακριτικά και ανακριτικά δεν είχαν πει τίποτα περί καπέλου. Το καπέλο προέκυψε μετά το φροντιστήριο που υπέστησαν. Ομως, ακόμη και αυτή η κατόπιν φροντιστηρίου εκδοχή, αντιστρατεύεται πλήρως τον ισχυρισμό της εισαγγελέα, ότι η Α. Λώλη «περισυνέλεξε το καπέλο από τον τόπο του εγκλήματος»!

Κατόπιν τούτων, συνιστά πραγματική πρόκληση το μάθημα αξιοπιστίας που η εισαγγελέας προσπάθησε να δώσει στον Τ. Θεοφίλου για το άλλοθι που εμφάνισε στην ακροαματική διαδικασία. Εσπευσε να χαρακτηρίσει αναξιόπιστες τις καταθέσεις τόσων ανθρώπων, τη στιγμή που στήριξε την πρότασή της προς το δικαστήριο σε τέτοιες ανακρίβειες και κατασκευές.

Η εισαγγελέας αναφέρθηκε στις καταθέσεις των μαρτύρων τραπεζοϋπαλλήλων και του πολίτη Σάμιου, για να επαναλάβει το κοινώς αποδεκτό, ότι ο πρώτος δράστης φορούσε καουμπόικο καπέλο. Καπέλο φορούσε, αλλά δεν σημαίνει ότι αυτό έπεσε κατά τη συμπλοκή του με τον Δ. Μίχα. Επανέλαβε ότι δε βρέθηκαν αποτυπώματα από το αριστερό του χέρι μολονότι ήταν γυμνό, γιατί το είχε συνέχεια γροθιά. Ο ισχυρισμός της ευσταθεί μεν ως προς τα αποτυπώματα, όχι όμως και ως προς το άφθονο βιολογικό υλικό που αφέθηκε από τα γυμνά αριστερά χέρια και των δύο δραστών που πέρασαν πίσω από το γκισέ. Αυτό το βιολογικό υλικό ερευνήθηκε από τη ΔΕΕ κι αν είχε βρεθεί οτιδήποτε για τον Θεοφίλου η Αντιτρομοκρατική θα το είχε κάνει σημαία, αντί να καταφεύγει στο «φύτευμα» ενός καπέλου, που σε καμιά φωτογραφία πειστηρίων δεν αποτυπώθηκε.

Η εισαγγελέας ισχυρίστηκε ότι από την προβολή του DVD και από την κατάθεση του τραπεζοϋπάλληλου Παντελαίου προέκυψε η ακριβής περιγραφής των γεγονότων έξω από την τράπεζα. Ο Παντελαίος, όμως, δεν είδε τίποτα, γιατί απλούστατα δεν πήγε στην πόρτα της τράπεζας. Ο μάρτυρας Φ. Σάμιος στην αρχική του κατάθεση, την Παρασκευή 6 Δεκέμβρη, είχε αποκαλύψει ότι μετά την αποχώρηση των τριών δραστών από την τράπεζα είχαν πέσει σε σύγχυση για αρκετά λεπτά. Νόμιζαν ότι τους είχαν κλειδώσει οι δράστες και γι’ αυτό κανένας από τους τραπεζοϋπάλληλους δεν πήγε στην πόρτα της τράπεζας.

Οι δράστες αποχώρησαν από την τράπεζα σχεδόν στις 8:30 και μετά από μερικά δευτερόλεπτα δέχτηκαν επίθεση-κυνηγητό από κατοίκους. Αυτό φαίνεται από την εξωτερική κάμερα της τράπεζας. Η επίθεση των κατοίκων και η αντίδραση των δραστών διήρκεσε ελάχιστα. Ακόμη λιγότερο διαρκεί η αποτύπωσή της από την εξωτερική κάμερα, μολονότι αυτή βρίσκεται πιο ψηλά από την ορατότητα ενός μέσου ανθρώπου. Αυτό αποδεικνύει ότι και αν ακόμη κάποιος από τους τραπεζοϋπάλληλους προλάβαινε και έβγαινε στην είσοδο της τράπεζας, δε θα μπορούσε να δει τη σύγκρουση του άτυχου Δ. Μίχα με το δράστη ή τους δράστες, ούτε ποιος τον πυροβόλησε και τον σκότωσε.

Η εισαγγελέας ισχυρίστηκε ότι το καπέλο έπεσε από το δράστη κατά τη στιγμή της σύγκρουσής του με τον Δ. Μίχα και επικαλέστηκε τη μαρτυρία του Β. Γαβαλά, στον οποίο κάποιος από τους κατοίκους έδωσε ένα κινητό τηλέφωνο που έπεσε από έναν από τους δράστες (ο μάρτυρας δήλωσε ότι δεν γνωρίζει ποιος του έδωσε το κινητό). Ο Β. Γαβαλάς και στις δύο καταθέσεις του μετά τα γεγονότα υποστήριξε ότι έπεσε από το δράστη ένα αντικείμενο, το οποίο ήταν κινητό και όχι καπέλο. Για καπέλο μίλησε για πρώτη φορά κατά την κατάθεσή του στην ακροαματική διαδικασία και δεν ήταν καθόλου πειστικός στις απαντήσεις που έδωσε σε συνήγορο υπεράσπισης, όταν κλήθηκε να εξηγήσει τη διαφοροποίησή του σε σχέση με τις αρχικές του καταθέσεις, τότε που τα γεγονότα ήταν εντελώς πρόσφατα στη μνήμη του. Ο μάρτυρας αυτός διαφοροποίησε την κατάθεσή του, γιατί ήταν ευάλωτος στην επεξεργασία από την Αντιτρομοκρατική που τον κατηύθυνε να καταθέσει ότι έπεσε καπέλο από το δράστη. Δε θυμόταν ποιος του παρέδωσε το κινητό, του πήραν βιολογικό υλικό και έπεσαν και πάνω του υποψίες για πιθανή συμμετοχή στη ληστεία. Κοντολογίς, βρέθηκε στη θέση του «μπλεγμένου».

Η εισαγγελέας χρησιμοποίησε τη νεότερη εκδοχή του μάρτυρα με την… αυτοβελτιούμενη μνήμη, χωρίς να προβληματιστεί καθόλου για τις αντιφάσεις με τις δύο προδικαστικές του καταθέσεις. Στο βωμό της σκοπιμότητας θυσιάστηκε ακόμη και η κοινή λογική. Θα περίμενε κανείς, όμως, να αναρωτηθεί τι έγινε με το κινητό που έπεσε από τους δράστες, για το οποίο το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Σύρου, με απόφασή του στις 14 Αυγούστου του 2012, ζήτησε να γίνει άρση απορρήτου και έλεγχος. Εγινε αυτός ο έλεγχος κι αν ναι πού είναι η έκθεση με τα αποτελέσματα του ελέγχου; Κι ενώ η εισαγγελέας αιδημόνως παρέκαμψε το κινητό που αποδεδειγμένα έπεσε από τους δράστες, εγκάλεσε τον Τ. Θεοφίλου ότι δε ζήτησε ν’ ανοίξει το δικό του κινητό για να ελεγχθεί με ποιους συνομίλησε την επίμαχη περίοδο. Δεν είναι αφελής η εισαγγελέας για να μη γνωρίζει ότι η Αντιτρομοκρατική έκανε αυτόν τον έλεγχο στο κινητό του Θεοφίλου, όμως ο θησαυρός που περίμενε να βρει αποδείχτηκε άνθρακες, γι’ αυτό και «την έκανε με πλάγια πηδηματάκια» κλείνοντας σιωπηλά αυτό το θέμα. Για να φτάσει στο τέλος ο αρχισκευωρός Χαρδαλιάς να δηλώσει στο δικαστήριο ότι «μπορεί να μην ήταν στη ληστεία ο άνθρωπος».

Κατόπιν όλων αυτών, δεν μας προκάλεσε εντύπωση το γεγονός ότι η εισαγγελέας ανέλαβε να υπερασπιστεί την έκθεση πραγματογνωμοσύνης της ΔΕΕ για το DNA του Τ.Θεοφίλου, που υποτίθεται πως βρέθηκε στο καπέλο. Και βέβαια, δεν αναρωτήθηκε καθόλου πώς γίνεται να ανιχνεύτηκε DNA σ’ ένα καπέλο που φορούσε κάποιος ο οποίος είχε δέσει επιμελέστατα τα μαλλιά του με ένα μαντήλι, πάνω από το οποίο φορούσε το καπέλο (αυτό φαίνεται καθαρά και στο βίντεο και στις φωτογραφίες), αλλά δεν ανιχνεύτηκε DNA στα αντικείμενα της τράπεζας (κάθισμα κλπ.), που δύο δράστες ακούμπησαν με τα γυμνά αριστερά τους χέρια.

Το πιο σημαντικό είναι ότι η εισαγγελέας παρέκαμψε τις καταθέσεις δύο επιστημόνων (μιας βιολόγου και μιας χημικού), οι οποίες απέδειξαν με πειστικότατο τρόπο στο ακροατήριο, ότι η έκθεση της ΔΕΕ για το DNA πρέπει να πεταχτεί στα σκουπίδια. Ηταν αυτές οι καταθέσεις, με την επιστημονική τους επάρκεια, που ανάγκασαν τον προεδρεύοντα να δηλώσει (με απογοήτευση, όπως φάνηκε από τον τόνο της φωνής του) ότι ο Θεοφίλου «είναι ενδεχόμενο να μην φόρεσε το καπέλο, το καταλάβαμε». Και όμως, η εισαγγελέας παρέκαμψε και τις καταθέσεις των δύο επιστημόνων και τη συγκεκριμένη αποστροφή του προεδρεύοντα του δικαστηρίου. Δικαίωμά της είναι να θέλει να υπερασπιστεί το κατηγορητήριο, αυτό όμως δεν μπορεί να γίνεται «με κάθε μέσο». Είχε στοιχειώδη υποχρέωση να εξηγήσει γιατί απορρίπτει τις καταθέσεις των δύο επιστημόνων και πώς κρίνει την αποστροφή του προεδρεύοντα. [Αναλυτικό ρεπορτάζ για το ζήτημα του DNA μπορείτε να δείτε εδώ].

Στη συνέχεια, παίρνοντας το ζητούμενο ως δεδομένο, η εισαγγελέας αναφέρθηκε στην κόμμωση του Θεοφίλου, λέγοντας πως όταν συνελήφθη είχε ξυρίσει το κεφάλι του, ενώ στη ληστεία της Πάρου είχε μακριά μαλλιά. Για να ενισχύσει τον ισχυρισμό της ότι ο δράστης της ληστείας είχε μακριά μαλλιά, κατέφυγε στις περιγραφές του ιδιοκτήτη του διαμερίσματος της Λαμίας και της μητέρας του Θεοφίλου! Θεώρησε, δηλαδή, ως δεδομένο ότι ο Θεοφίλου ήταν ο πρώτος από τους δράστες της ληστείας και πάνω σ’ αυτό έχτισε το συλλογισμό της: είχε μακριά μαλλιά και μετά τη ληστεία τα κούρεψε για να καλυφθεί. Πέρα και απ’ αυτό το λογικό άλμα, όμως, υπάρχουν τα ντοκουμέντα. Και στο DVD και στις φωτογραφίες φαίνεται καθαρά ότι όχι μόνον ο πρώτος αλλά και οι άλλοι δύο δράστες της ληστείας κάτω από τα καπέλα φορούσαν μαντίλια, μέσα στα οποία είχαν κρύψει τα μαλλιά τους. Κανείς δεν μπορεί να πει αν τα μαλλιά τους ήταν μακριά ή κοντά ή αν είχαν ξυρισμένα τα κεφάλια τους.

Από τα μαλλιά η εισαγγελέας πέρασε στο σακίδιο που είχε ο Θεοφίλου κατά τη σύλληψή του, το οποίο έγραφε «ΠΑΡΟΣ», συμπεραίνοντας ότι ο Θεοφίλου το προηγούμενο χρονικό διάστημα βρισκόταν στην Πάρο! Η ερμηνεία αυτή ήταν επόμενο να προκαλέσει θυμηδία στο ακροατήριο, η οποία αντιμετωπίστηκε με την παρέμβαση του προεδρεύοντα, ο οποίος απείλησε πως αν συνεχιστούν τα γέλια, το λιγότερο που θα γίνει θα είναι η αποβολή από την αίθουσα. Πώς να μη γελάσει κάποιος, όμως, μπροστά σ’ αυτόν τον ισχυρισμό; Ο άνθρωπος με το «υψηλό IQ», φρόντισε μεν να κόψει τα μακριά μαλλιά του, αλλά την ίδια στιγμή κουβαλούσε ένα σακίδιο με στάμπα «ΠΑΡΟΣ»! Περιττεύει να πούμε πως το σακίδιο θα μπορούσε να είχε αγοραστεί χρόνια πριν και όχι υποχρεωτικά από την Πάρο. Σ’ όλα τα νησιά βρίσκει κανείς σακίδια με όλα τα ονόματα. Ο Τ. Θεοφίλου είπε πως δεν έχει πάει ποτέ στην Πάρο και πως το σακίδιο μάλλον το αγόρασε από το λιμάνι της Νάξου το 2011, απ’ όπου πέρασε με προορισμό την Αντίπαρο.

Ακολουθώντας τη λογική της εισαγγελέα, θα λέγαμε ότι αμεριμνησία πρόδιδε η συγκεκριμένη τσάντα στην πλάτη του Θεοφίλου και όχι ενοχή. Θα θυμίσουμε εδώ μια ερώτηση που δυο φορές υπέβαλε στον αντιτρομοκρατικάριο Μαρινόπουλο ο εκ δεξιών του προέδρου εφέτης: «Πώς κρίνετε, τώρα, ένας λογικός άνθρωπος, οποίος κάνει ένα φόνο, κουρεύεται, παρότι στο σπίτι του βρέθηκαν πολλά υλικά μεταμφίεσης δεν αλλάζει για να αλλοιώσει τα χαρακτηριστικά του, κυκλοφορεί ανέμελα στον Κεραμεικό με ένα σάκο που γράφει ΠΑΡΟΣ και πάει ανέμελος; πώς το κρίνετε εσείς σαν άνθρωπος; Μια υπόθεση κάνω».

Δεν είναι δυνατόν να παραθέσουμε όλα τα λογικά άλματα και τους αυθαίρετους ισχυρισμούς που χρησιμοποίησε η εισαγγελέας. Εφτασε στο σημείο να μετατρέψει τη μητέρα του Θεοφίλου σε μάρτυρα κατηγορίας, ερμηνεύοντας κατά το δοκούν την προανακριτική της κατάθεση. Επειδή η μητέρα υποχρεώθηκε, με απόφαση του δικαστηρίου, να καταθέσει (κόντρα στο άρθρο 222 του ΚΠΔ) και όταν κλήθηκε είπε μόνο πως το παιδί της είναι αστέρι και αποχώρησε, η εισαγγελέας κατέταξε αυτή τη στάση στα επιβαρυντικά για τον Θεοφίλου στοιχεία, με το εξωφρενικό επιχείρημα ότι αν κατέθετε η μητέρα, οι μάρτυρες υπεράσπισης θα έβγαιναν αναξιόπιστοι!

Θυμίζουμε πως ο Θεοφίλου δεν είχε ανάγκη ούτε από ένα μάρτυρα υπεράσπισης (πλην των επιστημόνων που κατέθεσαν για το DNA), διότι το κατηγορητήριο είχε ήδη καταρρεύσει από τη φάση των μαρτύρων του κατηγορητηρίου. Ο ίδιος ο τμηματάρχης της Αντιτρομοκρατικής και συντονιστής της προανάκρισης και της ανάκρισης Ε. Χαρδαλιάς είχε δηλώσει κατά την εξέτασή του: «μπορεί να μην ήταν στη ληστεία ο άνθρωπος». Και όμως, η εισαγγελέας δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να πει οτιδήποτε γι’ αυτή τη δήλωση Χαρδαλιά. Είναι, νομίζουμε, η πιο χαρακτηριστική απόδειξη της προκατάληψής της.

Γιατί χρειάστηκαν στην εισαγγελέα όλες αυτές οι ανακρίβειες, οι αυθαίρετοι ισχυρισμοί και τα λογικά άλματα; Χρειάστηκαν για να δώσουν υπόσταση στο σενάριο που κατασκεύασε. Και πάλι, όμως, το σενάριο είχε ένα μεγάλο κενό: ποια είναι η βασική, η πέραν κάθε αμφιβολίας απόδειξη ότι ο Θεοφίλου ήταν στη ληστεία της Πάρου; Κανένας από τους αυτόπτες μάρτυρες δεν τον αναγνώρισε. Ούτε οι τραπεζοϋπάλληλοι (ακόμη και μετά το «φροντιστήριο» με το DVD στη Διεύθυνση Ασφαλείας της Alpha Bank), ούτε οι πελάτες της τράπεζας, ούτε οι αυτόπτες μάρτυρες έξω από την τράπεζα. Η εισαγγελέας, όμως, τον «αναγνώρισε», διότι και από τις φωτογραφίες «φαίνεται ότι ο δράστης είναι ο κατηγορούμενος, διότι έχουμε τον ίδιο σωματότυπο, τα ίδια χαρακτηριστικά όσον αφορά τα χείλη, το πηγούνι, τις κινήσεις των χεριών, τις γωνίες του προσώπου»!!!

Αν αυτά ακούγονταν από κάποιον κουτσομπόλη πολίτη, θα προκαλούσαν ιλαρότητα. Οταν όμως ακούγονται από εισαγγελέα εφετών, προκαλούν οργή. Γιατί ένας νομικός γνωρίζει τι απαιτεί η επιστήμη του για τις αναγνωρίσεις. Γνωρίζει, για παράδειγμα, ότι για τις συγκρίσεις σωματότυπων υπάρχει η βιομετρική μέθοδος και δεν αρκούν οι εμπειρικές εντυπώσεις. Γιατί μ’ αυτή τη λογική, μπορεί ο καθένας να λέει «αυτός είναι», επικαλούμενος αοριστίες, και η μαρτυρία του να θεωρείται έγκυρη. Οι αυτόπτες μάρτυρας είδαν τους δράστες από κοντά και προς τιμήν τους δήλωσαν ότι δεν μπορούν ν’ αναγνωρίσουν τον Θεοφίλου, διότι ο άνθρωπος που είδαν ήταν μεταμφιεσμένος, κουκουλωμένος, με μεγάλα μαύρα γυαλιά στα μάτια. Η εισαγγελέας είδε ένα βίντεο χαμηλής ανάλυσης και κάποιες φωτογραφίες που βγήκαν απ’ αυτό το βίντεο και… αναγνώρισε τον Θεοφίλου!

Με την ίδια λογική, επαναλαμβάνοντας τους ισχυρισμούς του κατηγορητήριου και αγνοώντας όσα προέκυψαν κατά την ακροαματική διαδικασία και ιδίως την λεπτομερειακή αντίκρουση όλων των ισχυρισμών για την υποτιθέμενη ένταξή του στη ΣΠΦ, η εισαγγελέας πρότεινε την ενοχή του Θεοφίλου και γι’ αυτή την κατηγορία. Μάλιστα, πέταξε στα σκουπίδια και όλη τη νομολογία που έχουν παράξει τα τρομοδικεία την τελευταία δεκαετία και πρότεινε την ενοχή του Θεοφίλου και για τις κατηγορίες της κατοχής όπλων και εκρηκτικών. Ολη η έως τώρα νομολογία σε συναφείς υποθέσεις κρίνει ενόχους μόνον όσους κατείχαν κλειδιά από τους χώρους όπου βρέθηκαν όπλα ή εκρηκτικά ή βρέθηκαν αποτυπώματά τους σε σταθερά σημεία αυτών των χώρων. Οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, ακόμη και αν κρίθηκαν ένοχοι συμμετοχής στην οργάνωση, δεν καταδικάστηκαν για τα αδικήματα της κατοχής όπλων και εκρηκτικών ή για απλή συνέργεια στις ενέργειες της οργάνωσης. Πιο πρόσφατη σχετική απόφαση είναι αυτή για την υπόθεση του Επαναστατικού Αγώνα. Σε σπίτια που φυλάσσονταν όπλα ή εκρηκτικά δεν βρέθηκαν ούτε αποτυπώματα ούτε βιολογικό υλικό του Θεοφίλου (αυτό προέκυψε με κατηγορηματικότητα και από τα έγγραφα και από τις καταθέσεις του Χαρδαλιά και των άλλων αντιτρομοκρατικάριων, όμως η εισαγγελέας πρότεινε την ενοχή του και γι’ αυτά τα αδικήματα, επιδεικνύοντας ένα κατασταλτικό μένος που πετάει στα σκουπίδια ακόμη και τη νομολογία των τρομοδικείων.

Με την πρότασή της η εισαγγελέας όχι μόνο δεν ισχυροποίησε το σε βάρος του Θεοφίλου κατηγορητήριο, αλλά αντίθετα επιβεβαίωσε τη σκοπιμότητα της δίωξής του. Αν υπήρχε έστω και σκιά ενοχής του Θεοφίλου, δε θα χρειαζόταν η εισαγγελέας να καταφύγει όχι μόνο σε λογικά άλματα και αυθαιρεσίες, αλλά ακόμη και σε κραυγαλέες ανακρίβειες. Η αθώωση του Τ. Θεοφίλου αποτελεί, κατά τη γνώμη μας, τη μοναδική επιλογή που έχει το δικαστήριο, μετά και από την αποκαλυπτική αγόρευση της εισαγγελέα.

Η δίκη συνεχίζεται αύριο, Παρασκευή 31 Γενάρη, με αγορεύσεις των συνηγόρων υπεράσπισης.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *