Η επιστροφή του Ιδιώνυμου στην εποχή της κρίσης

imagesΗ δίκη του Τάσου Θεοφίλου, κατηγορούμενου για ανθρωποκτονία εν ώρα ληστείας στην Πάρο και συμμετοχή στην οργάνωση «Συνομωσία Πυρήνων της Φωτιάς», ολοκληρώθηκε την Πέμπτη 6 Φεβρουάριου. Μάρτυρες κατηγορίας, στέλεχος της Αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας και λοιποί φορείς αποδεικτικών στοιχείων ενοχής του δεν τον αναγνώρισαν ως -τουλάχιστον- παρευρισκόμενο στον τόπο και το χρόνο του εγκλήματος. Ακόμη και άνδρας (όπως συνηθίζεται να λέγεται) της Αντιτρομοκρατικής δήλωσε «τι να σας πω; μπορεί, ο άνθρωπος να μην ήταν στη ληστεία».

Σύμφωνα με καταθέσεις μαρτύρων υπεράσπισης, ο κατηγορούμενος δεν θα μπορούσε να είχε συμμετάσχει στη ληστεία γιατί την επίμαχη μέρα βρισκόταν την Αθήνα. Παρ’ όλα αυτά, ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε 25 χρόνια φυλάκιση για απλή συνέργεια σε ανθρωποκτονία και συμμετοχή σε ληστεία με καλυμμένα χαρακτηριστικά. Σε αίτημα δε των δικηγόρων του να ληφθεί υπόψη το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου του, η απάντηση του δικαστηρίου υπήρξε αφοπλιστικά αρνητική: κανένα ελαφρυντικό, καθώς ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ενώπιον του δικαστηρίου ότι είναι αναρχοκομμουνιστής.

Αυτά είναι τα γεγονότα. Από κει και πέρα, ευθύνη (ακαδημαϊκή, πολιτική, ) όλων μας -τουλάχιστον όσων από εμάς αναγιγνώσκουμε στη φρενήρη πορεία της αστικής δικαιοσύνης προς τον αυταρχικό κατήφορο την επιβεβλημένη άρνηση της όποιας δημοκρατικής μνήμης- είναι να τα ερμηνεύσουμε και ει δυνατόν να παρέμβουμε σε αυτά. Γιατί η δικαστική απόφαση στην υπόθεση Θεοφιλου δεν είναι μόνο μια ατυχής, άδικη απόφαση, μια «κακιά στιγμή» στο βίο της ελληνικής δικαιοσύνης. Είναι μια ακόμη χαρακτηριστική περίπτωση, του ανέφικτου, πλέον, της διάκρισης των εξουσιών σε νομοθετική, εκτελεστική, και δικαστική.

Και εξηγούμαι: ολοένα και πιο συχνά, τον τελευταίο καιρό (;) η δικαστική κρίση μοιάζει να υποτάσσεται στις επιταγές της πολιτικής εξουσίας. Και μάλιστα ενός είδους πολιτικής εξουσίας που αδυνατώντας να θεμελιώσει τη νομιμοποιητική της ισχύ σε μια πλειοψηφική κοινωνική συναίνεση, προσφεύγει στην κατασκευή μιας εικονικής και εύθραυστης κοινωνικής ειρήνης μέσω απηνούς καταστολής και δραματικής συρρίκνωσης του πεδίου των πολιτικών ελευθεριών προκειμένω μέσα από την ποινικοποίηση πολιτικών χώρων που κυοφορούν ανατρεπτικές ιδέες. Εξ ου και στην υπόθεση Θεοφίλου το δικαστήριο δεν έκρινε, ως όφειλε, τις συγκεκριμένες πράξεις καθαυτές, αλλά τις πράξεις υπό το πρίσμα των πολιτικών φρονημάτων του κατηγορουμένου (με πλέον εξόφθαλμο τεκμήριο τη μη αναγνώριση του ελαφρυντικού πρότερου έντιμου βίου).

Νομιμοποιούμαστε, λοιπόν, να ισχυριστούμε ότι εδώ και αρκετό καιρό εφαρμόζεται ένα άτυπο και άρρητο Ιδιώνυμο;

Το Αρθρο 1 του νόμου 4229 του 1929 προέβλεπε: «Όστις επιδιώκει την εφαρμογή ιδεών εχουσών ως έκδηλον σκοπόν την διά βιαίων μέσων ανατροπήν του κρατούντος κοινωνικού συστήματος ή την απόσπασιν μέρους εκ του όλου της Επικρατείας ή ενεργεί υπέρ της εφαρμογής αυτών προσηλυτισμόν τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Προς τούτοις επιβάλλεται διά  της αποφάσεως και εκτοπισμός ενός μηνός μέχρι δύο ετών εις τόπον εν αυτή οριζόμενον. Με τας αυτάς ποινάς τιμωρείται και όστις επωφελούμενος απεργίας ή λοκ-άουτ προκαλεί ταραχάς ή συγκρούσεις».

Ο νόμος αυτός, «περί μέτρων προστασίας του καθεστώτος και προστασίας ελευθεριών των πολιτών» η εκδοχή  του μεσοπολεμικού Ιδιώνυμου, επινοείται σ’ ένα περιβάλλον διάχυτης οικονομικής δυσπραγίας και πολιτικής αστάθειας λόγω του πολέμου, επίταση των εργατικών διεκδικήσεων• μαζικής άφιξης προσφύγων• ανεπούλουτου ενικού τραύματος μέσα από τη διάψευση της Μεγάλης Ιδέας. Στη συγκυρία αυτή, το νέο συνεκτικό αφήγημα εθνικής ενότητας αναλαμβάνει να εξυφάνει ο φερόμενος κομμουνιστικός κίνδυνος, για την ακρίβεια ο κίνδυνος ριζοσπαστικοποίησης των ευρύτερων, εξαθλιωμένων κοινωνικών ομάδων μέσα από τη διάδοση περιεχομένων, οραμάτων και αγώνων που φέρουν τη σπίθα της ανατροπής του καθεστώτος. Νομικό επιστέγασμα αυτής της στρατηγικής αναχαίτισης του κινδύνου μιας εκτεταμένης αμφισβήτησης είναι το Ιδιώνυμο.

Δείγματα γραφής που να δικαιολογούν τη διαρκή ανάκληση αυτής της ιστορικής εμπειρίας στον παρόντα χρόνο, δυστυχώς, διαθέτουμε σε επάρκεια. Πριν και πρώτα απ’ όλα, ας ξεκαθαρίσουμε ότι ένα είδος παγκόσμιου «ψυχρού Ιδιώνυμου» εφαρμόζεται ήδη από τις αρχές του 2001, την επαύριον των επιθέσεων στους Δίδυμους πύργους και την ψήφιση των πατριωτικών -ή/και αντιτρομοκρατικών- νόμων (Patriot Act) για την αντιμετώπιση του ισλαμικού κινδύνου. Η a priori εγκληματοποίηση και φυλάκιση ολόκληρων (αραβικών) πληθυσμών στα κολαστήρια του Γκουαντάναμο με μοναδικό, κατά κανόνα, κριτήριο την προπατορική ποινικά κολάσιμη ή/και θρησκευτική τους ρίζα και συμβολικό στόχο την ανάκτηση της λαβωμένης πολεμικής τιμής της παγκόσμιας υπερδύναμης συνιστά την πρώτη —αν όχι την κορυφαία- πράξη επανεκκίνησης του Ιδιώνυμου αδικήματος, σε παγκόσμια κλίμακα. Αυτήν τη φορά, η σταυροφορία θωράκισης της πατρίδας παίρνει τη μορφή της Αντιτρομοκρατικής Νομοθεσίας.

Μεταφορές αυτής της νέας εκδοχής «παρανομοποίησης» συλλογικών (εθνικών, θρησκευτικών, πολιτικών) ταυτοτήτων, ιδωμένων ως οντολογικά εγκληματογενών, συναντάμε βέβαια και στην ελληνική πραγματικότητα. Οψεις του «ψυχρού Ιδιώνυμου» ανιχνεύουμε στο πνεύμα των (ad hoc και έκτακτων) νόμων που ορίζουν το καθεστώς δικαϊκής αντιμετώπισης, αρχικά, των κατηγορούμενων για συμμετοχή σε οργανώσεις ένοπλης δράσης (17 Νοέμβρη, ΕΛΑ, Επαναστατικός Αγώνας κ.ά.). Στη συνέχεια, και των απλών συμμετεχόντων σε συγκρουσιακές δράσεις, χωρίς τον επιθετικό προσδιορισμό «ένοπλη».

Ο περίφημος «κουκουλονόμος» (Ν.3772/09), δηλαδή η αυτόματη μετατροπή της συμμετοχής σε μια συγκρουσιακή διαδήλωση σε βαρύ πλημμέλημα ή και κακούργημα και η άμεση προφυλάκιση του κατηγορουμένου που συλλαμβάνεται με καλυμμένα ή αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του (ακόμη και αν κανείς έμπαινε στη λογική αυτού του νόμου, θα περίμενε να είχε προηγηθεί ένας αντίστοιχος νόμος που να καταργεί τη χρήση δακρυγόνων) είναι ένας επόμενος σταθμός στην επινόηση και διεύρυνση της φιγούρας του «εσωτερικού εχθρού», του προσώπου με «καλυμμένα» χαρακτηριστικά.

Με την επίσημη είσοδο στην εποχή της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης• την κατάρρευση της νεοφιλελεύθερης «Μεγάλης Προσδοκίας» του ατομικού πλουτισμού και της εύκολης ευημερίας «μέσω αρπαχτής»• με τα καραβάνια των μεταναστών να ναυαγούν, σχεδόν με όρους ρουτίνας, στα ελληνικά σύνορα• με τη διάχυτη κοινωνική αναπαράσταση ενός πολιτικού συστήματος εντελώς γυμνού και παραδομένου στη διαφθορά και τη φαυλότητα, και με μια σειρά άλλων συντεταγμένων του κοινωνικοπολιτικού τοπίου να «θαμπώνουν» την εικόνα -άρα και τους όρους απρόσκοπτης αναπαραγωγής- της υφιστάμενης πολιτικής κυριαρχίας, η ρητορική και η πρακτική θεσμικής αντιμετώπισης του «εσωτερικού εχθρού» αναβαθμίζεται.

Με σχετικά γοργά, λοιπόν, βήματα (άλλωστε ο πολιτικός χρόνος σε καιρούς κρίσης είναι εξαιρετικά πυκνός), μεταβαίνουμε από το «ψυχρό Ιδιώνυμο» στο «θερμό Ιδιώνυμο» στην εν ψυχρώ ποινικοποίηση και ομηρεία φρονημάτων αμφισβήτησης της υφιστάμενης πολιτικής κανονικότητας. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, το προσωπικό εφαρμογής αυτής της στρατηγικής εξόντωσης του πολιτικού αντιπάλου οφείλει να πιάσει από κάπου το νήμα. Συνήθως -και αφού έχει θέσει «εκτός νόμου» τους πλέον ευάλωτους κοινωνικούς πληθυσμούς- ξεκινά από τους αγώνες που διαπερνούν και αναζωογονούν τα φαντασιακά και τις επιθυμίες αντίστασης: τα εξεγερσιακά γεγονότα του “Δεκέμβρη”, τις κινητοποιήσεις των «Αγανακτισμένων», τις μεγάλες απεργίες, τις αντιφασιστικές δράσεις, ακόμη και τα δίκτυα κοινωνικής αλληλεγγύης και όλες τις εστίες άρθρωσης αντιπαραθετικής πολιτικής και λόγου.

Στις αθρόες προσαγωγές, ανακρίσεις -κυρίως αναρχικών- στον 7′ όροφο της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αθήνας (ΓΑΔΑ), στις αιφνίδιες εισβολές σε σπίτια αγωνιστών της Αριστεράς και του Αντιεξουσιαστικού χώρου προς αναζήτηση τρομοκρατών, αλλά ακόμα και στις φιλικές επισκέψεις και συνεντεύξεις που πραγματοποιούν αστυνομικά όργανα με διευθυντές σχολικών μονάδων προκειμένου να αποσπάσουν καταλόγους με τα ονόματα και τις διευθύνσεις των μαθητών που συμμετείχαν σε καταλήψεις, ο κοινός στρατηγικός στόχος είναι η πάταξη του φρονήματος που ανέδειξε ο «εξεγερσιακός Δεκέμβρης». Αντιστοίχως, τόσο στη μνημειώδη (στα όρια της εμφύλιας συμπλοκής) καταστολή των γεγονότων των «πλατειών», όσο και στις πρακτικές και το κλίμα καταστολής που διέπουν τη διαμαρτυρία ενάντια στη δημιουργία μεταλείων χρυσού στη Χαλκιδική, κοινός (διακυβερνητικός) τόπος είναι η πάταξη του (πολιτικά αδιαμόρφωτου ακόμη) φρονήματος της λαϊκής οργής.

Τέλος στις –χολιγουντιανής τεχνοτροπίας– εκκενώσεις καταλήψεων στέγης στην Αθήνα (και όχι μόνον) και στην απόπειρα ηθικού εκμαυλισμού των κοινωνικών ιατρείων- αφήνοντας να διαχέεται η κολλώδης «ρετσινιά» των «ιδιοτελών» τόπων διακίνησης ναρκωτικών-, κοινή συνισταμένη είναι η πολιτική απόφαση πάταξης του φρονήματος της αλληλεγγύης και του πειραματισμού με «άλλα» μοντέλα κοινωνικής αυτοοργάνωσης. Ομοίως, στις διώξεις και επιδείξεις εκφοβισμού (είτε μέσω απειλής απόλυσης, είτε μέσω πιο «τραμπούκικων» μέσων) ) δημοσιογράφων και φορέων εκπομπής δημόσιου λόγου, κάθε φορά που εκείνοι αναστοχάζονται και ασκούν σφοδρή κριτική σε ζητήματα «δημοσίου συμφέροντος»  συναντάμε την ίδια λογική πάταξης του φρονήματος της κριτικής.

Η λίστα των ειδικών περιπτώσεων φρονηματικής καταστολής είναι συνεχώς διευρυνόμενη. Ίσως γιατί, διόλου τυχαία, η έννοια του «εσωτερικού εχθρού» και του «τρομοκράτη» παραμένει και θα συνεχίσει να παραμένει εξαιρετικά ασαφής, ευρύχωρη και ευπροσάρμοστη στις επιδιώξεις της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας. Τόσο ευρύχωρη και τόσο ευπροσάρμοστη ούτως ώστε να μπορεί, κάθε φορά, να περιλαμβάνει μέσα στην κατασταλτική της αγκαλιά εκείνες τις μορφές πολιτικής διαμαρτυρίας που, εάν και εφόσον αποκτήσουν μαζικά χαρακτηριστικά, είναι δυνατόν να την απειλήσουν.

Σ’ αυτό δε το ταξίδι προς τη σημασιολογική ασάφεια, τον κοινωνικό αγνωστικισμό και εντέλει, την εύκολη πολιτειακή διολίσθηση της αστικής δημοκρατίας στις πιο αυταρχικές εκδοχές της, ευθύνη δεν έχει μόνο το επιτελείο της (ακροδεξιάς) διαχείρισης της νεοφιλελεύθερης «Μεγάλης Ιδέας» -επιτομή της οποίας αποτελεί η τελευταίας κοπής επινόηση του «εσωτερικού εχθρού»- αλλά και οι επίσημες φωνές της Αριστεράς με τη φλύαρη και κοινότοπη ενατένιση της  έννοιας του «προβοκάτορα». Η έννοια του «προβοκάτορα» ίσως και να παραπέμπει σε μια πιο σκοταδιστική ερμηνεία των πεπραγμένων από ότι εκείνη του «τρομοκράτη», υπό την έννοια ότι εισάγει στην απλουστευτική έννοια του «εσωτερικού εχθρού» και την ιδιότητα του αενάως «αόρατου»… εσωτερικού εχθρού. Του πνεύματος, δηλαδή, της ανατροπής.

Ας αφήσουμε, λοιπόν, , λοιπόν, το «απ’ όπου κι αν προέρχεται» αν επιθυμούμε   να λύσουμε τα μάγια του επελαύνοντος αυταρχισμού.

Πηγή: Λουκία Κοτρωνάκη, Υπ. Διδάκτωρ Πολιτικής Κοινωνιολογίας, μέλος της ερευνητικής ομάδας «Κύκλος Συγκρουσιακής Πολιτικής» στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. – “Unfollow”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *