«Τέθηκε στο αρχείο, αφού δεν προέκυψαν στοιχεία από τα οποία να θεμελιώνεται η διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος από αστυνομικό»

54554Το πρόβλημα της Ελληνικής Αστυνομίας είναι συστημικό. Ακόμη όμως κι αν αγνοήσει κανείς αυτό το γεγονός, αντέχει στον έλεγχο ο ισχυρισμός των εκάστοτε ηγεσιών ότι όποιοι «μεμονωμένοι» αστυνομικοί παραβαίνουν το καθήκον τους, βρίσκονται αντιμέτωποι με τις συνέπειες; Επικεντρωθήκαμε σε κάποια περιστατικά αστυνομικής βίας που έχουν τύχει μεγάλης δημοσιότητας και αναζητήσαμε απαντήσεις. Και η Ελληνική Αστυνομία για πρώτη φορά τις δίνει…

Το συστημικό πρόβλημα της Ελληνικής Αστυνομίας -τόσο σε σχέση με τη διάδοση αυταρχικών και φασιστικών ιδεών στους κόλπους της και την κατ’ εξακολούθηση καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τα μέλη της όσο και σε σχέση με τη μεθοδική χρήση δυσανάλογης και γενικευμένης βίας κατά πάντων- όλες οι κυβερνήσεις και οι υπουργοί το αρνούνται. Κύριό τους επιχείρημα σε αυτή την άρνηση αποτελεί η συνήθης δήλωση πως όποιος αστυνομικός -μεμονωμένα- παραβαίνει τα καθήκοντά του ή/και παραβιάζει το νόμο, θα βρεθεί αντιμέτωπος με πειθαρχικές διαδικασίες και τη δικαιοσύνη. Μολονότι έχουμε κάθε λόγο -και άφθονα στοιχεία- να υποστηρίζουμε ότι το πρόβλημα είναι συστημικό, όπως άλλωστε έχουμε κάνει σε πλείστα όσα ρεπορτάζ και άρθρα, αποφασίσαμε σε τούτο το κείμενο να ασχοληθούμε με το προαναφερθέν επιχείρημα ως έχει. Έστω λοιπόν κι αν, χάριν συζήτησης, παραβλέψουμε τη «συστημικότητα» του προβλήματος, ισχύει ότι οι πειθαρχικές διαδικασίες και η δικαιοσύνη καραδοκούν για να μας προστατεύσουν από τους όποιους «μεμονωμένους» αστυνομικούς παραβαίνουν το καθήκον τους;

Προκειμένου να δώσουμε μια απάντηση, επικεντρωθήκαμε σε κάποια περιστατικά που έχουν τύχει μεγάλης δημοσιότητας. Απευθυνθήκαμε λοιπόν στην Ελληνική Αστυνομία, η οποία με περισσή ταχύτητα, είναι η αλήθεια, μας έδωσε να καταλάβουμε πώς έχουν τα πράγματα. Θα θέλαμε εδώ να τονίσουμε ότι επ’ ουδενί τα περιστατικά αυτά δεν είναι τα μόνα τέτοιου είδους. Απλώς, είτε λόγω της σχετικής αναγνωρισιμότητας των θυμάτων, είτε λόγω της εξαιρετικής βιαιότητας του τραυματισμού, είτε λόγω της συμπτωματικά μεγάλης δημοσιότητας, είτε λόγω της δημόσιας δέσμευσης του εκάστοτε υπουργού για διαλεύκανση, αποτελούν περιπτώσεις στις οποίες θα περίμενε κανείς ότι η ηγεσία της ΕΛ.ΑΣ. και οι πολιτικοί προϊστάμενοί της θα επεδείκνυαν έναν κάποιο ζήλο, ώστε να στηρίξουν το επιχείρημα περί «δικαιοσύνης».

kaukasΣτην απεργιακή διαδήλωση της 11 ης Μαΐου 2011, το μπλοκ της Συνέλευσης Αντίστασης και Αλληλεγγύης Κυψέλης-Πατησίων, στο οποίο συμμετείχε ο Γιάννης Καυκάς, δέχθηκε απρόκλητη επίθεση από τις δυνάμεις των ΜΑΤ την ώρα που η πορεία αποχωρούσε συντεταγμένα από το Σύνταγμα. Όπως πιστοποιείται από βίντεο και φωτογραφίες, οι αστυνομικοί των ΜΑΤ περικύκλωσαν τους διαδηλωτές, ψέκαζαν με χημικά εξ επαφής και εκτόξευαν χειροβομβίδες κρότου-λάμψης μέσα στο σώμα της πορείας ενώ χτυπούσαν με λύσσα τους διαδηλωτές ακόμα και με την πίσω -μεταλλική- πλευρά των κλομπ τους.

Ο Γιάννης Καυκάς χτυπήθηκε επανειλημμένα στο κεφάλι και στο σώμα με κλομπ, αλλά τα σοβαρότερα πλήγματα προήλθαν από έναν πυροσβεστήρα που διαθέτουν συγκεκριμένοι αστυνομικοί σε κάθε διμοιρία (ένας ή δύο). Συνέπεια αυτής της βαρβαρότητας ήταν να προκληθούν σοβαρές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, μεγάλο επισκληρίδιο αιμάτωμα και να πέσει σε βαθύ κώμα. Όταν έφτασε στο νοσοκομείο, χειρουργήθηκε εσπευσμένα και έμεινε διασωληνωμένος σε καταστολή για δέκα μέρες στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας και άλλες τόσες στη νευροχειρουργική κλινική του Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου Νίκαιας. Η επίσημη περιγραφή της κατάστασης στην οποία έφτασε στο νοσοκομείο περιγράφεται από τους θεράποντες ιατρούς ως «προθανάτια», ενώ, στο πρώτο επίσημο ιατρικό ανακοινωθέν, οι γιατροί δήλωσαν πως πέντε λεπτά αργότερα θα ήταν πολύ αργά για τη ζωή του.

kipraiosΤον Ιούνιο του 2011, ο δημοσιογράφος Μανώλης Κυπραίος, βρέθηκε στην πλατεία Συντάγματος για να καλύψει τις διαδηλώσεις ενάντια στα νέα μέτρα λιτότητας που θα εισήγαγε η ελληνική κυβέρνηση. Όπως έχει περιγράψει το περιστατικό η Διεθνής Αμνηστία, «κατά τη διάρκεια της διαδήλωσης ο δημοσιογράφος είδε αστυνομικούς να ρίχνουν χημικά και χειροβομβίδες κρότου-λάμψης σε ειρηνικούς διαδηλωτές και να τους χτυπούν βίαια με κλομπ. Όπως ανέφερε ο ίδιος, όταν είπε στον επικεφαλής της μονάδας ΜΑΤ -ο οποίος τον ρώτησε γιατί έβγαζε φωτογραφίες- ότι είναι δημοσιογράφος, τον έβρισε και τον έδειξε σε έναν άλλο αστυνομικό της μονάδας του. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, ο αστυνομικός έριξε μια χειροβομβίδα κρότου-λάμψης μπροστά του, η οποία εξερράγη περίπου 50 εκατοστά μακριά.

Ο Μανώλης έπεσε στο έδαφος και, όταν κατάφερε να σηκωθεί με τη βοήθεια κάποιων διαδηλωτών, συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να ακούσει. Λίγο αργότερα και ενώ περπατούσε προς το νοσοκομείο, είδε μια ομάδα αστυνομικών να περικυκλώνουν ειρηνικούς διαδηλωτές και να τους επιτίθενται με κλομπ. Ο Μανώλης παρενέβη για να προσπαθήσει να προστατεύσει έναν έφηβο, καλύπτοντάς τον με το σώμα του. Ως αποτέλεσμα, δέχτηκε ο ίδιος αρκετά χτυπήματα. Μετά από μερικά λεπτά, οι αστυνομικοί έφυγαν και ο Μανώλης προσπάθησε και πάλι να πάει στο νοσοκομείο. Όταν τα κατάφερε, οι γιατροί τον ενημέρωσαν πως και τα δύο αυτιά του είχαν υποστεί σοβαρά τραύματα και πως είχε χάσει εντελώς την ακοή του. Εξαιτίας της αναπηρίας του και του ψυχολογικού του τραύματος, η καριέρα του ως δημοσιογράφου έχει ουσιαστικά τερματιστεί».

lolosΟ Μάριος Λώλος, πρόεδρος της Ένωσης Φωτορεπόρτερ Ελλάδος, νοσηλεύτηκε και υποβλήθηκε σε χειρουργείο αφού υπέστη κάταγμα στο κρανίο του, θλάσεις εγκεφάλου και τραυματική υπαρχανοειδή αιμορραγία, όταν αστυνομικός των ΜΑΤ τον χτύπησε με τη μεταλλική λαβή του κλομπ του στο πίσω μέρος του κεφαλιού, στις 5 Απριλίου 2012.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Μάριος Λώλος έχει υποστεί κακομεταχείριση από την αστυνομία κατά τη διάρκεια της άσκησης των καθηκόντων του ως φωτογράφου. Έχει χτυπηθεί στο κεφάλι από την αστυνομία άλλες δυο φορές, σε προηγούμενες περιπτώσεις αλλά όχι τόσο σοβαρά. Ο Μάριος Λώλος εκείνο το βράδυ ήταν μεταξύ των ρεπόρτερ που προσπαθούσαν να καλύψουν τη διαδήλωση που πραγματοποιήθηκε στην πλατεία Συντάγματος, στη μνήμη του 77χρονου αυτόχειρα, συνταξιούχου φαρμακοποιού, Δημήτρη Χριστούλα και όταν δέχτηκε το πισώπλατο χτύπημα στο κρανίο του, δεν συνέβαινε το παραμικρό. Η αστυνομία είχε απωθήσει τους διαδηλωτές και ο Μ. Λώλος βρισκόταν μαζί με άλλους συναδέλφους του στο πάνω μέρος της πλατείας Συντάγματος.

Για τα περιστατικά αυτά, η Ελληνική Αστυνομία απάντησε στο UNFOLLOW: «Για τις περιπτώσεις, οι οποίες αφορούν σε περιστατικά που σχετίζονται με τους Μάριο ΛΩΛΟ (Απρίλιος 2012), Μανώλη ΚΥΠΡΑΙΟ (Ιούνιος 2011) και Γιάννη ΚΑΥΚΑ (Μάιος 2011), διενεργήθηκαν αυτοτελείς Ένορκες Διοικητικές Εξετάσεις. Οι διοικητικές έρευνες μετά την ολοκλήρωσή τους τέθηκαν στο αρχείο, αφού δεν προέκυψαν στοιχεία από τα οποία να θεμελιώνεται η διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος από κάποιον αστυνομικό. Επίσης, για τις υποθέσεις αυτές, μέχρι σήμερα, δεν έχει γνωστοποιηθεί στην αρμόδια Υπηρεσία του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, η άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος συγκεκριμένου αστυνομικού».

tatianaΤον Οκτώβριο του 2011, το γύρο του κόσμου έκανε η φωτογραφία του πρακτορείου Reuters η οποία αποτύπωσε αστυνομικό των ΜΑΤ τη στιγμή που γρονθοκόπησε το πρόσωπο της φωτορεπόρτερ Τατιάνας Μπόλαρη, άνευ ασφαλώς οποιοσδήποτε πρόκλησης εκ μέρους της. Η φωτορεπόρτερ κάλυπτε τη διαδήλωση της 5ης Οκτωβρίου 2011 και δέχτηκε την επίθεση του αστυνομικού σε χρόνο κατά τον οποίο η αστυνομία είχε εκκενώσει την πλατεία Συντάγματος. Η Τατιάνα Μπόλαρη κατέθεσε μήνυση, η οποία εκδικάστηκε πριν λίγο καιρό. Το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον 27χρονο αστυνομικό για την κατηγορία της πρόκλησης απλής σωματικής βλάβης επιβάλλοντας ποινή φυλάκισης οκτώ μηνών με αναστολή, αλλά τον αθώωσε για την κατηγορία της παράβασης καθήκοντος.

Γι’ αυτό το περιστατικό, η Ελληνική Αστυνομία μάς απάντησε: «Για την περίπτωση της Τατιάνας ΜΠΟΛΑΡΗ (Οκτώβριος 2011) διενεργήθηκε Ένορκη Διοικητική Εξέταση, στο πλαίσιο της οποίας προέκυψε ανάρμοστη συμπεριφορά αστυνομικού και επιβλήθηκε σε βάρος του η προβλεπόμενη κατώτερη πειθαρχική ποινή».

Τον Ιούνιο του 2011, κατά τις διαδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν το διήμερο 28ης και 29ης, με αφορμή την ψήφιση του «μεσοπρόθεσμου», παρουσιάστηκε σε τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων ένα βίντεο, όπου άτομα με καλυμμένα τα πρόσωπα, κι ένα από αυτά να κρατάει σιδερένιο λοστό, συνομιλούν με αστυνομικούς και αργότερα φυγαδεύονται στον προαύλιο χώρο της Βουλής, πίσω από τις δυνάμεις των ΜΑΤ.

Υπήρξαν καταγγελίες για συνεργασία της Ελληνικής Αστυνομίας με ομάδες παρακρατικών και ο τότε υπουργός Χρήστος Παπουτσής ζήτησε ΕΔΕ από τον αρχηγό της ΕΛ.ΑΣ. αντιστράτηγο Ελευθέριο Οικονόμου. Στη συνέχεια, ανακοίνωση της αστυνομίας υποστήριξε ότι τα άτομα που φαίνονται στο βίντεο δεν ήταν αστυνομικοί αλλά συνδικαλιστές της ΕΘΕΛ, οι οποίοι νωρίτερα είχαν έρθει σε σύγκρουση με αριστερούς διαδηλωτές και είχαν φυγαδευτεί σε μια καφετερία. Σύμφωνα με τον πρόεδρο των εργαζομένων της ΕΘΕΛ, ένας από αυτούς είχε απομακρυνθεί από το ΔΣ λόγω «ακραίων απόψεων», ενώ αρθρογραφούσε σε ακροδεξιό έντυπο.

Γι’ αυτό το περιστατικό η Ελληνική Αστυνομία μάς απάντησε: «Διενεργήθηκε αυτοτελής ‘Ενορκη Διοικητική Εξέταση. Η διοικητική έρευνα ολοκληρώθηκε και τέθηκε στο αρχείο, αφού δεν προέκυψαν στοιχεία από τα οποία να θεμελιώνεται η διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος από αστυνομικό. Επίσης, για την υπόθεση αυτή, μέχρι σήμερα, δεν έχει γνωστοποιηθεί στην αρμόδια Υπηρεσία του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, η άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος συγκεκριμένου αστυνομικού».

image002Τον Σεπτέμβριο του 2012, ρεπορτάζ της Μαρίας Μαργαρώνη στη βρετανική εφημερίδα Guardian ανέδειξε τη βίαιη σύλληψη και το βασανισμό εντός της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής 15 αναρχικών-αντιφασιστών, οι οποίοι συνελήφθησαν το βράδυ της 30ής Σεπτεμβρίου, στη λήξη της μοτοπορείας που είχαν οργανώσει, με αφορμή βανδαλισμούς χρυσαυγιτών στο στέκι της Τανζανικής Κοινότητας, στην περιοχή του Αγίου Παντελεήμονα. Βάσει των καταγγελιών τους, αστυνομικοί της ομάδας Δέλτα διεμβόλισαν με τις μηχανές τους τη μοτοπορεία, έριξαν κάτω τους αναβάτες και συνέχισαν να τους ξυλοκοπούν ακόμα και αφού τους είχαν περάσει χειροπέδες, ενώ έκαναν χρήση και ηλεκτρονικού όπλου (taser), το οποίο κατείχαν παράνομα. Στη συνέχεια τούς οδήγησαν στη ΓΑΔΑ, όπου ξυλοκοπήθηκαν εκ νέου.

Οι αστυνομικοί τραβούσαν βίντεο και φωτογραφίες με τα κινητά τους τηλέφωνα, απειλούσαν ότι θα τις ανεβάσουν στο διαδίκτυο μαζί με τα ονόματα και τις διευθύνσεις των συλληφθέντων για να τους εντοπίσει η Χρυσή Αυγή, τους υποχρέωσαν να γδυθούν στο διάδρομο του ορόφου, να σκύψουν και να δείξουν τον πρωκτό τους, εξυβρίζοντάς τους με αισχρά σεξιστικά σχόλια, ενώ τους υπέβαλαν και στο βασανιστήριο της στέρησης ύπνου. Στις φωτογραφίες με τις οποίες συνοδεύτηκε το άρθρο στην εφημερίδα, αποτυπώθηκαν τα χτυπήματα σε κεφάλια διαδηλωτών, τα σημάδια στη σπονδυλική στήλη από το taser, το σπασμένο χέρι ενός εκ των συλληφθέντων και οι μώλωπες από τα χτυπήματα των κλομπ και τις κλωτσιές στα σώματά τους. Ο τότε υπουργός Δημόσιας Τάξης Νίκος Δένδιας είχε δηλώσει εντός της Βουλής ότι πρόκειται περί ψευδών ισχυρισμών κι ότι θα έκανε αγωγή στην εφημερίδα που ανέδειξε την υπόθεση. Η αγωγή δεν έγινε ποτέ. Αντιθέτως, τα ιατροδικαστικά πορίσματα που ακολούθησαν επιβεβαίωσαν τους ισχυρισμούς τόσο των 15 πρώτων συλληφθέντων, όσο και των 25 αλληλέγγυων τους οποίους συνέλαβε η αστυνομία την επόμενη ημέρα στα δικαστήρια της Ευελπίδων.

1-1-thumb-smallΗ Ελληνική Αστυνομία μάς απάντησε: «Για την υπόθεση αυτή διενεργήθηκε αυτοτελής Ένορκη Διοικητική Εξέταση. Η διοικητική έρευνα ολοκληρώθηκε και εκκρεμεί στο στάδιο του ελέγχου. Επίσης, για την υπόθεση αυτή, μέχρι σήμερα, δεν έχει γνωστοποιηθεί στην αρμόδια Υπηρεσία του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, η άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος συγκεκριμένου αστυνομικού».

Έχει ένα ενδιαφέρον η επισήμανση ότι «δεν έχει γνωστοποιηθεί η άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος συγκεκριμένου αστυνομικού». Διότι μηνύσεις κατά παντός υπευθύνου έχουν, βεβαίως, γίνει. Για να γίνουν, ωστόσο μηνύσεις κατά «συγκεκριμένου αστυνομικού», θα έπρεπε πρώτα τα θύματα να γνωρίζουν ποιος είναι. Κάτι που περιμένουν από τις ΕΔΕ να διαλευκάνουν. Ματαίως, όπως είναι προφανές.

Από τις απαντήσεις της ΕΛ.ΑΣ., με τη σχεδόν σαρκαστικά επαναλαμβανόμενη στερεότυπη φράση «τέθηκε στο αρχείο, αφού δεν προέκυψαν στοιχεία από τα οποία να θεμελιώνεται η διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος από αστυνομικό», είναι επίσης προφανές το εξής: Ακόμη και σε περιστατικά όπου τα στοιχεία που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, τα φωτογραφικά τεκμήρια και οι μαρτυρίες είναι αδιαμφισβήτητα, η αστυνομία και η πολιτική της ηγεσία δεν έχουν κανένα πρόβλημα να δηλώσουν πως κανένας δεν ευθύνεται. ‘Οχι μόνο λοιπόν δεν ισχύει το πάγιο επιχείρημα πως έστω, όσοι μεμονωμένοι αστυνομικοί παραβαίνουν τα καθήκοντά τους, θα υφίστανται συνέπειες, αλλά η απουσία ακόμη και μιας προσχηματικής προσπάθειας να μετριαστεί η εντύπωση της συγκάλυψης καταδεικνύει ότι η ΕΛ.ΑΣ. και η εκάστοτε πολιτική της ηγεσία αδιαφορούν για τις δημοκρατικές αξίες κι αισθάνονται και περήφανοι γι’ αυτό..

Πηγή: Της Μαρινίκης Αλεβιζοπούλου και του Αυγουστίνου Ζενάκου – Unfollow

2 απαντήσεις στο “«Τέθηκε στο αρχείο, αφού δεν προέκυψαν στοιχεία από τα οποία να θεμελιώνεται η διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος από αστυνομικό»”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *