Η σύντομη άνοιξη της Αριστεράς

tsipras_2Γράφει ο Κωνσταντίνος Καβουλάκος*

Ένα μικρό ρήγμα στο μονολιθικό οικοδόμημα της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης

Η «άνοιξη της Αριστεράς» αποδείχθηκε σύντομη και παράδοξη. Αν και ξεκίνησε με την ορμητική εμφάνιση στο προσκήνιο του υποκειμενικού παράγοντα στις 25 Γενάρη, του παράγοντα που υποσχέθηκε την πολιτική υπέρβαση της σιδηράς αναγκαιότητας των «μονόδρομων» της νεοφιλελεύθερης Ευρώπης, η αντικειμενική διαλεκτική των εξελίξεων που παρακολουθήσαμε με κομμένη την ανάσα τους τελευταίους πέντε μήνες φαντάζει εκ των υστέρων αδυσώπητη.

Ο ίδιος ο πρωθυπουργός ομολόγησε ουσιαστικά την αφέλεια της ιδέας πως θα αρκούσε μια δόση «δημιουργικής ασάφειας» με κάμποση επίκληση των «ιδρυτικών αξιών της Ε.Ε.» και των αρχών της δημοκρατίας από τη «χώρα που τη γέννησε», προκειμένου να καμφθούν οι αντιστάσεις των εταίρων – δανειστών, να παραμεριστούν τα τεράστια οικονομικά συμφέροντα των χωρών του Βορρά και να δοθεί στη χώρα μας το περιθώριο για μια νέα αρχή εντός της ευρωζώνης. Αυτή ακριβώς η αφέλεια αποτέλεσε το ιδανικό συμπλήρωμα της νεοφιλελεύθερης, τεχνοκρατικής αναλγησίας και του βαθύτατου αυταρχισμού των «εταίρων» μας – ιδίως βέβαια της Γερμανίας και των δορυφόρων της.
Η οδυνηρή ιστορική εμπειρία της ήττας που βιώνουμε ως λαός, η οποία μένει να αφομοιωθεί και να αναλυθεί στο επόμενο διάστημα, υποδεικνύει το τέλος των ευρωπαϊστικών αυταπατών. Τα όριά τους είχαν αποκαλυφθεί ήδη στις 20 Φλεβάρη, όταν διαφάνηκε καθαρά η θέληση της Γερμανίας για γυμνή οικονομική κυριαρχία αντί για την εγκαθίδρυση της πολιτικής ηγεμονίας της σε μια Ευρώπη ίσων εταίρων. Εντούτοις, κανένας δεν μπορούσε να φανταστεί τότε ότι θα φτάναμε τόσο μακριά, στις κλειστές τράπεζες και στον ανοικτό εκβιασμό της Ελλάδας να συμμορφωθεί μπροστά στον επαπειλούμενο οικονομικό αφανισμό της. Τώρα γνωρίζουμε πια: Κανένα ευρωπαϊκό, διαφωτιστικό, ορθολογιστικό, δημοκρατικό, ούτε καν κρατικοδικαιικό ιδεώδες δεν μπορεί να ευδοκιμήσει πάνω στο δηλητηριώδες έδαφος ενός θεσμικού πλαισίου βαθιά εμποτισμένου από το πνεύμα του τεχνοκρατικού νεοφιλελευθερισμού.

Δεν υπάρχει βέβαια μελλοντολόγος που να μπορεί να προεξοφλήσει με βεβαιότητα ότι η αντιδραστική λειτουργία των ευρωπαϊκών θεσμών θα συνεχιστεί στο διηνεκές. Η αντίσταση δεν πρόκειται να σταματήσει, ούτε καν στην τσακισμένη Ελλάδα – ως εκ τούτου, το μέλλον παραμένει προφανώς πάντα ανοικτό. Όμως στην τρέχουσα πολιτική δεν μας ενδιαφέρει τόσο αυτή η αφηρημένη, φιλοσοφική ανοιχτότητα της Ιστορίας όσο οι συγκεκριμένες ευκαιρίες για κοινωνική αλλαγή – ιδίως μάλιστα όταν βρισκόμαστε μπροστά στα επείγοντα ζητήματα που δημιουργεί η οικονομική καταστροφή μιας ολόκληρης χώρας. Ως προς αυτό είναι σαφές ότι οι συγκεκριμένες ελπίδες, τις οποίες γέννησε η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ, για μια αλλαγή πλεύσης εντός του πλαισίου του ευρώ, διαψεύστηκαν με τον πιο ηχηρό τρόπο.
Η εκκωφαντική αναντιστοιχία μεταξύ του προγράμματος, με βάση το οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ κατέκτησε την εξουσία, και των αποτελεσμάτων της πολιτικής που άσκησε μπορεί εν πρώτοις να θεωρηθεί ότι αντανακλά την απόσταση μεταξύ των καλών και ειλικρινών προθέσεων της ελληνικής κυβέρνησης και της φανερής σε όλους εξουσιαστικής μανίας της αντίπαλης πλευράς. Όμως στην πολιτική δεν υπάρχει κανένα περιθώριο να μη μαθαίνει κανείς από τις αποτυχίες του. Το δίδαγμα εδώ είναι τόσο σαφές όσο και απομυθοποιητικό: Εάν, παρά τις καλές προθέσεις της κυβέρνησης, το αρχικό σχέδιο για εγκατάλειψη της λιτότητας με παράλληλη διαγραφή τού (μεγαλύτερου μέρους του) χρέους ήταν μοιραίο να συντριβεί στο σημερινό ευρωπαϊκό πλαίσιο, τότε η μόνη δυνατότητα για μια αληθινά εναλλακτική πολιτική θα έπρεπε εξαρχής να είχε αναζητηθεί εκτός αυτού του πλαισίου.

Συνθηκολόγηση

Η αλήθεια είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει την κατάκτηση της εξουσίας στο ίδιο εκείνο αντιφατικό πρόγραμμα που τον οδήγησε στην ταπεινωτική συνθηκολόγηση με τους δανειστές. Η τελική αποτυχία του να το υλοποιήσει είναι η αποτυχία μιας ολόκληρης κοινωνίας, που ακόμα και μετά το υπερήφανο δημοψηφισματικό «όχι» στη λιτότητα και τους εκβιασμούς συνέχισε – σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις – να ζητάει τη διασφάλιση της θέσης της χώρας στον «πυρήνα της Ευρώπης». Όπως ο λαός, έτσι και ο ΣΥΡΙΖΑ απέβλεπε σε μια μετριοπαθή αλλαγή πολιτικής – ακόμα και με σημαντικές υποχωρήσεις από το αρχικό του πρόγραμμα – χωρίς το ρίσκο ακραίων συγκρούσεων με την ευρωζώνη. Όμως η συντριβή της ελληνικής επιθυμίας για έναν «τίμιο συμβιβασμό» έκανε φανερό ότι το πραγματικό δίλημμα ήταν εξαρχής ένα: πλήρης αποδοχή των «κανόνων» της ευρωζώνης ή αποχώρηση απ’ αυτήν και αναζήτηση άλλων δρόμων.

Βέβαια η εξάλειψη των ψευδαισθήσεων δεν αφήνει κανέναν ανέγγιχτο, ούτε τους υποστηρικτές της εξόδου από το ευρώ. Το μέγεθος της πολιτικής ταπείνωσης αλλά και του οικονομικού κόστους που θα κληθούμε να καταβάλουμε για την «αποκοτιά» να θέσουμε σε αμφισβήτηση τα οικονομικά δόγματα της νεοφιλελεύθερης Ευρώπης καθιστούν στον καθένα σαφές το πόση προετοιμασία και πόσο υψηλό επίπεδο συνειδητοποίησης του λαού θα απαιτούσε η χάραξη ενός εναλλακτικού δρόμου – στοιχεία που με κανέναν τρόπο δεν υφίστανται σήμερα, και αυτό όχι μόνο εξαιτίας του κυρίαρχου προσανατολισμού της ευρωπαϊστικής Αριστεράς. Έτσι, η προσδοκία ότι η διάψευση του σχεδίου για κατάργηση της λιτότητας εντός του ευρώ θα μπορούσε να οδηγήσει άμεσα σε πολιτικές εξελίξεις υπέρ της εξόδου από την ευρωζώνη είναι φανερά ανεδαφική. Μεσοπρόθεσμα, όμως, θα πρέπει να αναμένουμε ότι το δίλημμα ευρώ ή δραχμή θα υποκαταστήσει την αντίθεση μνημόνιο – αντιμνημόνιο, η οποία – μετά την εξωτερική και εσωτερική συνθηκολόγηση της κυβέρνησης – θα χάσει πολύ γρήγορα την πολιτική δραστικότητά της.

Νέες συγκρούσεις

Συνελόντι ειπείν, η σύντομη άνοιξη της Αριστεράς δεν μπορούσε παρά να έχει τον χαρακτήρα ενός μικρού ρήγματος στο μονολιθικό οικοδόμημα της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και εκείνων των θεσμών που την προωθούν στην ήπειρό μας. Ως ρήγμα δεν μπορεί πια να συγκολληθεί, παρά μόνο να σφραγιστεί πρόχειρα με τη βοήθεια πρωτόγνωρων δόσεων οικονομικής βίας, που ήδη μας φέρνουν ως Έλληνες αντιμέτωπους με τα όρια των πραγματικών δυνατοτήτων μας. Η συνακόλουθη συνειδητοποίηση των αναγκαιοτήτων που καθορίζουν το συλλογικό πεπρωμένο μας θα δώσει μια νέα, πιο σταθερή βάση για έναν μελλοντικό συλλογικό αυτοκαθορισμό μας. Προς το παρόν, η σημαντική μαρτυρία την οποία μπορεί να προσφέρει η Ελλάδα στην οικουμένη είναι ότι ο δρόμος που έχει πάρει το παγκόσμιο σύστημα είναι αδιάβατος – υπόσχεται μόνο νέες συγκρούσεις και νέα κοινωνικά ερείπια πάνω στα ερείπια. Άλλη μια ένδειξη πλάι στις τόσες για το ότι η διάνοιξη ενός δρόμου ριζικής κοινωνικής αλλαγής αποτελεί παγκόσμια αναγκαιότητα.

* O Κωνσταντίνος Καβουλάκος διδάσκει Κοινωνική και Πολιτική Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης – Και το κείμενο του δημοσιεύτηκε στο “Ποντίκι”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Current ye@r *