Δημοσκοπήσεις, πολιτικό κενό και η κρίση της αστικής εκπροσώπησης

Του Συνεργάτη

Το σημερινό πολιτικό σκηνικό δεν χαρακτηρίζεται απλώς από ρευστότητα. Χαρακτηρίζεται από βαθιά κρίση πολιτικής εκπροσώπησης, και αυτό ακριβώς αποτυπώνεται –παρά τη θέλησή τους– στις ίδιες τις δημοσκοπήσεις. Όταν μια μέτρηση εμφανίζει 20,4% «εν δυνάμει» ψηφοφόρους του Τσίπρα και ταυτόχρονα 32,4% για ένα υποθετικό κόμμα με αρχηγό τη Μ. Καρυστιανού, τότε δεν μιλάμε για πολιτικές τάσεις. Μιλάμε για αποσύνθεση.

Οι δημοσκοπήσεις αυτές δεν καταγράφουν πολιτική συνείδηση. Καταγράφουν την απουσία της. Δεν μετρούν συγκροτημένες επιλογές, αλλά μια μάζα κοινωνικής δυσαρέσκειας που αιωρείται χωρίς πολιτικό φορέα, χωρίς πρόγραμμα, χωρίς ταξικό προσανατολισμό. Είναι η κοινωνική οργή απογυμνωμένη από πολιτικό σχέδιο και γι’ αυτό εύκολα χειραγωγήσιμη.

Η έννοια του «εν δυνάμει ψηφοφόρου» λειτουργεί εδώ ως ιδεολογικό άλλοθι. Στην πραγματικότητα πρόκειται για πολίτες που δεν εκπροσωπούνται, όχι επειδή «δεν έχουν αποφασίσει», αλλά επειδή κανένα από τα κυρίαρχα πολιτικά σχήματα δεν αρθρώνει πειστική, ριζοσπαστική απάντηση στα πραγματικά τους προβλήματα. Μισθοί πείνας, διάλυση κοινωνικού κράτους, ιδιωτικοποιήσεις, αυταρχισμός, πόλεμος, ακρίβεια. Αυτά δεν λύνονται με πρόσωπα-σύμβολα ή με επικοινωνιακές κατασκευές.

Το γεγονός ότι ένα υποθετικό, ανύπαρκτο κόμμα μπορεί να εμφανίζεται ως «πλειοψηφικό» δείχνει κάτι πολύ πιο επικίνδυνο: την αποπολιτικοποίηση της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Όταν η πολιτική αντικαθίσταται από το συναίσθημα και την ηθική αγανάκτηση χωρίς ταξική ανάλυση, τότε ανοίγει ο δρόμος είτε για προσωποπαγή σχήματα μίας χρήσης είτε για νέες, πιο αντιδραστικές αναδιατάξεις του συστήματος.

Όποιος λοιπόν επιχειρεί να εξαγάγει «σοβαρά συμπεράσματα» από τέτοιες δημοσκοπήσεις, είτε δεν καταλαβαίνει τι βλέπει είτε σκοπίμως θολώνει τα νερά. Οι αριθμοί αυτοί δεν δείχνουν πολιτική δυναμική. Δείχνουν πολιτικό κενό. Και αυτό το κενό, αν δεν καλυφθεί από μια συγκροτημένη, μαχητική, ταξικά προσανατολισμένη Αριστερά, θα καλυφθεί από το σύστημα με τους δικούς του όρους.

Το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι ποιος προηγείται σήμερα στα γκάλοπ. Το ζητούμενο είναι ποιος μπορεί να μετατρέψει τη διάχυτη κοινωνική οργή σε πολιτική συνείδηση, οργάνωση και αγώνα. Χωρίς αυτό, οι δημοσκοπήσεις δεν είναι εργαλείο ανάλυσης. Είναι απλώς το θερμόμετρο μιας κοινωνίας που βράζει – αλλά ακόμη δεν έχει βρει τον δρόμο της σύγκρουσης.

Και για την ιστορία τα ευρήματα της δημοσκόπησης της MRB που έγινε για λογαριασμό του OPEN.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *