Του Σεϊτ Αλντογάν. Ανταποκριτή στην Αθήνα της ημερήσιας Τούρκικης εφημερίδας «Evrensel»
Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή δεν αφήνουν πλέον περιθώρια αυταπατών. Η επίθεση του Ισραήλ στη Γάζα και τον Λίβανο, η αναδιάταξη του καθεστώτος στη Συρία και η πλήρης πρόσδεση αραβικών κρατών –όπως το Κατάρ, το Μπαχρέιν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα– στο άρμα των ΗΠΑ, άλλαξαν ριζικά τις ισορροπίες στην περιοχή. Ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός, σε πλήρη σύμπλευση με το ισραηλινό κράτος, επιχειρεί να επιβάλει ένα νέο δόγμα απόλυτης υποταγής: ή με την Αμερική ή καταστροφή.
Στο στόχαστρο βρίσκονται πλέον ανοιχτά το Ιράν, το Ιράκ και οι Κούρδοι. Ο στόχος είναι σαφής: είτε ο πλήρης πολιτικός και γεωστρατηγικός συμβιβασμός του Ιράν με τις αμερικανοϊσραηλινές επιδιώξεις είτε η αλλαγή καθεστώτος. Παράλληλα, επιδιώκεται η διάλυση της Χασντί Σαμπί, η εγκαθίδρυση κυβέρνησης στο Ιράκ πλήρως ελεγχόμενης από την Ουάσιγκτον, η εξουδετέρωση της Χεζμπολάχ και η ολοκληρωτική ενσωμάτωση των Κούρδων στο νέο, υποταγμένο συριακό καθεστώς.
Οι στρατιωτικές προετοιμασίες γύρω από το Ιράν είναι γνωστές. Η απειλή γενικευμένης επίθεσης παραμένει ανοιχτή, ακόμα κι αν προς το παρόν προκρίνεται η τακτική της «ελεγχόμενης κλιμάκωσης»: περιορισμένοι βομβαρδισμοί, πολιτική πίεση και αξιοποίηση της εσωτερικής λαϊκής δυσαρέσκειας για αποσταθεροποίηση. Οι παρασκηνιακές επαφές μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν, που αποκαλύφθηκαν ακόμη και από ισραηλινά μέσα, δείχνουν ότι οι ιμπεριαλιστές επιδιώκουν να τρομοκρατήσουν χωρίς να πληρώσουν –προς το παρόν– το κόστος ενός γενικευμένου πολέμου. Έναν πόλεμο που θα έπληττε και το ίδιο το Ισραήλ, όπως έδειξε η τρωτότητα της περιβόητης «σιδερένιας ασπίδας» του, αλλά και τα πετρελαϊκά συμφέροντα των αραβικών μοναρχιών.
Την ίδια στιγμή, το Ιράκ βρίσκεται στο επίκεντρο νέων παρεμβάσεων. Οι πρόσφατες εκλογές ανέδειξαν εκ νέου τις αντιθέσεις, με την αμερικανική διοίκηση να μπλοκάρει την ανάδειξη του Νουρί αλ-Μαλίκι, λόγω των φιλοϊρανικών του θέσεων. Η «δημοκρατία» είναι αποδεκτή μόνο όταν υπηρετεί τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα.
Η περίπτωση της Συρίας αποκαλύπτει με τον πιο ωμό τρόπο τον κυνισμό του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Ο Τζολάνι, πρώην ηγετικό στέλεχος της Αλ Κάιντα, από «επικηρυγμένος τρομοκράτης» μετατράπηκε σε στρατηγικό σύμμαχο. Υπέγραψε συμφωνίες με το Ισραήλ, παρέδωσε εδάφη –συμπεριλαμβανομένων των υψωμάτων του Γκολάν– και υιοθέτησε πλήρως την αμερικανική γραμμή για το Ιράν. Το αντάλλαγμα είναι σαφές: πράσινο φως για τις επιθέσεις ενάντια στις κουρδικές ελεύθερες περιοχές.
Οι Κούρδοι πληρώνουν ξανά το τίμημα της ιμπεριαλιστικής εξαπάτησης. Εγκαταλειμμένοι από τις ΗΠΑ, πιεσμένοι από την Τουρκία και το νέο συριακό καθεστώς, αναγκάστηκαν σε οδυνηρές υποχωρήσεις. Παρ’ όλα αυτά, ούτε αυτές αρκούν. Ο στρατιωτικός αποκλεισμός, οι συνεχείς παραβιάσεις της εκεχειρίας και η προσφυγοποίηση δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων αποδεικνύουν ότι στόχος είναι η πλήρης υποταγή και διάλυση κάθε μορφής κουρδικής αυτονομίας.
Οι συνεννοήσεις ΗΠΑ–Ισραήλ–Τουρκίας για το μοίρασμα της Συρίας δείχνουν ότι οι λαοί δεν υπολογίζονται παρά μόνο ως «παράπλευρες απώλειες». Οι πόρτες της κολάσεως έχουν ανοίξει και το τίμημα θα είναι βαρύ.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η στάση της ελληνικής κυβέρνησης είναι βαθιά επικίνδυνη. Η πλήρης ευθυγράμμιση με τις ιμπεριαλιστικές πολιτικές και η στρατηγική συμμαχία με το κράτος-δολοφόνο του Ισραήλ δεν έχουν καμία σχέση με τα συμφέροντα του ελληνικού λαού. Αντίθετα, εμπλέκουν τη χώρα σε τυχοδιωκτισμούς που στρέφονται ενάντια στους λαούς της περιοχής.
Απέναντι σε αυτή τη βαρβαρότητα, η μόνη ρεαλιστική απάντηση είναι ο κοινός αγώνας των λαών, η διεθνιστική αλληλεγγύη και η σύγκρουση με τον ιμπεριαλισμό και τους τοπικούς του συμμάχους. Οτιδήποτε λιγότερο, είναι συνενοχή.



Αφήστε μια απάντηση