Η μελέτη του Ελληνα φιλόσοφου, και καθηγητή Πανεπιστημίου, Αύγουστου-Κωνσταντίνου Μπαγιόνα που έχει δημοσιευτεί στο περιοδικό «Πολιτιστική», τον Απρίλη 1985. Είχε τίτλο “ΝΕΟΣΚΟΤΑΔΙΣΜΟΣ ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ” και η οποία τεκμηριώνει τον αντιδραστικό ρόλο του σκοταδιστή Γιανναρά.

Εξάλλου, από τα κείμενα του Αριστοτέλη που αναφέρει ο κ. Γιανναράς στη σελ. 81 της Εισαγωγής δεν προκύπτει διόλου ότι η «”ουσία” αντιπροσωπεύει το γεγονός της μετοχής στο είναι», όπως ο ίδιος ισχυρίζεται. Οπως παρατηρήθηκε πιο πάνω, ουσία τελικά είναι «ό,τι δεν μπορεί να αποτελέσει κατηγόρημα άλλου υποκειμένου». Η ουσία συνδέεται με το «είναι» γιατί «είναι» δεκτική κατηγορημάτων και όχι με τη μυστικιστικομαγική έννοια της «μετοχής» σε κάποια ζωοποιό δύναμη. Η άποψη αυτή επιβεβαιώθηκε από τα Μετά τα Φυσικά Γ, 2, 1003β30-32 κ.ε. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο ίδιος ο Αριστοτέλης κάνει κριτική στην Πλατωνική έννοια της «μέθεξης» θεωρώντας την «κενολογία».
Στα Μετά τα Φυσικά Α, 9, 991 α20 κ.ε. γράφει ότι η άποψη του Πλάτωνα για το «μετέχειν αυτών (των ειδών) τάλλα κενολογείν εστί και μεταφοράς λέγειν ποιητικός». Πώς είναι δυνατόν να χρησιμοποιεί ο Αριστοτέλης μια δήθεν «έννοια» που ο ίδιος χαρακτηρίζει ως «κενολογία», όπως η «μέθεξη» ή η «μετοχή»;
Ο κ. Γιανναράς δεν αναφέρει προσεκτικά και με ακρίβεια τα κείμενα του Αριστοτέλη που μνημονεύει. Στις σελ. 80-81 λέει ότι ο «Αριστοτέλης που είναι ο ανυπέρβλητος δάσκαλος (!) της σπουδής αλλά και της διατύπωσης των ορισμών, παρατήρησε ότι ο ενικός χαρακτήρας του ορισμού της ουσίας αναφέρεται στην ενότητα του όντος ως καθόλου και ως συνόλου: Η ενότητα του όντος ως καθόλου προϋποθέτει τη σύνθεση επιμέρους στοιχείων που συνιστούν το ον». Η «προϋπόθεση» αυτή δεν προκύπτει διόλου από το κείμενο του Αριστοτέλη (Ζ, 3, 1029α 2-4) το οποίο ο κ. Γιανναράς αναφέρει.
Στο κείμενο αυτό ο Αριστοτέλης γράφει ότι ουσία «το δ’ υποκείμενόν έστι καθ’ ου τα άλλα λέγεται, εκείνο δε αυτό μηκέτι κατ’ άλλου …μάλιστα γαρ δοκεί είναι ουσία το υποκείμενον πρώτον». Ο Αριστοτέλης συνεχίζει λέγοντας ότι ουσία μπορεί να είναι η ύλη, το είδος ή το «εξαμφοίν» όπως ο αδριάντας, για να καταλήξει όμως στο προσωρινό συμπέρασμα ότι το «είδος» ανταποκρίνεται σε μεγαλύτερο βαθμό από την ύλη και το «εξαμφοίν» προς την έννοια του όντος, φράση που δεν πρόσεξε ο κ. Γιανναράς και που διαψεύδει την μάλλον κοινότοπη ερμηνεία του για την ενότητα του όντος ως προϊόν «συνθέσεως».
Στη σελ. 82 ο κ. Γιανναράς αποδίδει στον Αριστοτέλη την ακατάληπτη άποψη ότι «ο ορισμός της ουσίας επισημαίνει όλα εκείνα τα όντα που μετέχουν με κοινό τρόπο στον κοινό λόγο της κοινωνικής εμπειρίας — όλα εκείνα τα όντα για τα οποία έχουμε όλοι μια κοινή εμπειρία, δηλαδή ένα κοινό λόγο πρόσβασης στον τρόπο με τον οποίο μετέχουν στη ζωή». Στο κείμενο που αναφέρει ο κ. Γιανναράς (Φυσικά, 185 β7-8) ο Αριστοτέλης λέει απλά και με σαφήνεια ότι ονομάζονται «εν» όλα τα όντα που έχουν τα ίδια κατηγορήματα και τον ίδιο ορισμό. Αν η παράλογη «ερμηνεία» του κ. Γιανναρά ανταποκρινόταν στις απόψεις του Αριστοτέλη, θα έπρεπε να του αποδώσουν τη θεωρία ότι όλα τα φυσικά σώματα, τα ζώα και οι λοιποί βιολογικοί οργανισμοί δεν έχουν ούτε ουσία, ούτε ορισμό γιατί πώς είναι δυνατόν, «να μετέχουν με κοινό τρόπο στον κοινό λόγο της κοινωνικής εμπειρίας»; Εξάλλου σύμφωνα με τον Αριστοτέλη τα όντα υπάρχουν ανεξάρτητα από το αν σχηματίζουμε γι’ αυτά κοινή ή ατομική εμπειρία ή όχι.
Επίσης από πού συνάγεται η άποψη του κ. Γιανναρά, ότι κατά τον Αριστοτέλη όσα «εν λέγεται» αποτελούν τις επιμέρους υπαρκτικές μονάδες (;) του όντος»; Τα Μετά τα Φυσικά, Δ1016 β8 κ.ε., στα οποία παραπέμπει ο κ. Γιανναράς (σελ. 83, σημ. 23), δεν κάνουν λόγο για «υπαρκτικές μονάδες»: Ο Αριστοτέλης λέει απλά ότι ενότητα αποτελούν τα όντα που έχουν το ίδιο αποτέλεσμα, βρίσκονται στην ίδια σχέση προς κάποιο τρίτο ον, έχουν τις ίδιες ιδιότητες και την ίδια ουσία.
Οπως συνήθως ο κ. Γιανναράς αγνοεί ή αποσιωπά τις έρευνες και ερμηνείες του Αριστοτέλη που οδηγούν σε συμπεράσματα αντίθετα προς τους χρησμούς του. Για παράδειγμα δεν αναφέρει καθόλου τις έρευνες του W.Jaeger και της «γενετικής σχολής», που συζητούνται ευρύτατα στην πιο πρόσφατη βιβλιογραφία για τον Αριστοτέλη, π.χ. στον Enrico Berti, la filosofia del Primo Aristotele το τελευταίο έργο του Guthrie, ακόμα και στον J. During που αναφέρει. Από τις έρευνες του Jaeger προκύπτει η εικόνα ενός Αριστοτέλη, εξελισσόμενου από τον πλατωνικό δυϊσμό προς τον μονισμό, τον θετικισμό και τον εμπειρισμό. Προφανώς τα συμπεράσματα αυτά δεν ταιριάζουν με την μυστικίζουσα «ερμηνεία» της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας που ο κ. Γιανναράς a priori δέχεται για να δικαιολογήσει την άποψη του ότι η «Ορθοδοξία» αποτελεί οργανική συνέχεια της και ο «δυτικός» ορθολογισμός αμαρτωλή λήθη της. Φυσικά η παραμορφωτική αυτή άποψη παραβλέπει το ότι η αρχαία φιλοσοφία δεν ήταν ενιαία, ότι το Βυζάντιο δεν ταυτιζόταν με την Ορθοδοξία (π.χ. Πλήθων, Βησσαρίων κ.ά.) και ότι η Ορθοδοξία δεν ήταν ενιαίο ιστορικό φαινόμενο (Παλαμάς αλλά και Βαρλαάμ, Λούκαρις κ.ά).
Η ισοπεδωτική αναφορά της νεφελώδους «εμπειρίας της ζωής» καθώς και της «κοινωνικής πρόσβασης της» (δηλαδή κατά Γιανναρά αυτής που είναι κοινή σε όλους τους πιστούς) σε σχέση με όλους τους σημαντικούς αρχαίους φιλοσόφους παραμορφώνει, αλλοιώνει και παραποιεί τη σκέψη τους. Τελικά ταυτίζει τον καθένα με όλους τους άλλους. απαγορεύει στον αναγνώστη να διακρίνει την ειδοποιά διαφορά του στοχασμού του καθενός από το στοχασμό των άλλων.
Χαρακτηριστικό της παρουσίασης του κ. Γιανναρά είναι ότι ο Αριστοτέλης ως φιλόσοφος απομονώνεται από τον Αριστοτέλη ως επιστήμονα, ο οποίος αποσιωπάται ή αγνοείται εντελώς. Ο αναγνώστης του κ. Γιανναρά θα ήταν αδύνατο να υποψιαστεί ότι βασικές έννοιες της οντολογίας και γενικότερα της πρώτης φιλοσοφίας, αλλά και των άλλων κλάδων (μαθηματικά-φυσική) της θεωρητικής φιλοσοφίας του Αριστοτέλη, δεν είναι διόλου άσχετες με τις βιολογικές του έρευνες, με τη θεωρία για την αιτιότητα, με τις μεθοδολογικές απόψεις του «Οργάνου», που και αυτές αποσιωπώνται. Είναι ακόμα περίεργο ότι ένας υποψήφιος για μια έδρα εισαγωγής στη φιλοσοφία σε μια Σχολή Πολιτικών Επιστημών, όπως είναι η Πάντειος, ενώ πολιτικολογεί και προβαίνει σε διάφορες διακηρύξεις περί «ολοκληρωτισμού» και συναφών θεμάτων, δεν βρίσκει την ευκαιρία να αναφέρει τα Πολιτικά και τα Ηθικά του Αριστοτέλη και γενικά την πρακτική φιλοσοφία του. Το ίδιο άλλωστε ισχύει και για τον Πλάτωνα, του οποίου αγνοείται η πολιτική φιλοσοφία.
Αν ο κ. Γιανναράς ισχυριζόταν ότι στις εισαγωγές στη φιλοσοφία δεν συνηθίζεται η αναφορά στις πολιτικές θεωρίες των διαφόρων φιλοσόφων, θα τον διέψευδαν εισαγωγές γραμμένες από αντίθετες σκοπιές, όπως του Ι. Θεοδωρακόπουλου και του Χ. Θεοδωρίδη. Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι περίεργο σε μια εισαγωγή στη φιλοσοφία, όσο «σχεδίασμα» και αν είναι, να υπάρχει πολιτικολογία χωρίς πολιτική θεωρία και πολιτική φιλοσοφία;
Ο Ντεκάρτ, όπως και οι Σχολαστικοί, ανήκουν στην «κακή» «δυτική» φιλοσοφία, που, σε αντίθεση με την «καλή» αρχαία ελληνική φιλοσοφία και την Ορθοδοξία, αμάρτησε, δοκίμασε τους καρπούς του δέντρου της γνώσης, στράφηκε προς τον «ορθολογισμό», τον ατομικισμό, τον ωφελιμισμό και μια «χρηστική» αντίληψη των φιλοσοφικών εννοιών, μεθόδων και προβλημάτων. Η «πτώση» αυτή την οδήγησε στη λήθη του ερωτήματος για το «είναι», τις «υπαρκτικές» εμπειρίες, τον «υπαρκτικό» τους φορέα και την «εμπειρία της ζωής•. Η άποψη αυτή για τη «Δύση» είναι τόσο ισοπεδωτική και πολτοποιητική όσο είναι η άποψη του κ. Γιανναρά για την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και την «Ορθοδοξία».
Η παρουσίαση του Καρτεσιανισμού από τον κ. Γιανναρά (Εισαγωγή Α,σελ.166 κ.ε.) ανάγει το cogito σε μια «ατομική νοητική σύλληψη», παραβλέποντας την οντολογική διάσπαση που δίνει ο Ντεκάρτ στο cogito στον Περί μεθόδου λόγο και τους Μεταφυσικούς στοχασμούς. Υπάρχουν όπως συνήθως ανακριβείς αναφορές στα κείμενα του Ντεκάρτ π.χ. στη σ. 169 της Εισαγωγής η φράση «υπάρχω, δηλαδή ακούω, θέλω, φαντάζομαι κλπ.» υποκαθιστά τη φράση «σκέπτομαι, δηλαδή ακούω, θέλω…» των Μεταφυσικών στοχασμών του Ντεκάρτ. Η άποψη (σελ. 170-171) ότι «Επιστημονική απόδειξη είναι η επιβεβαίωση μιας νοητικής υπόθεσης από την αισθητή εμπειρία» είναι βέβαια λαθεμένη, διαψεύδεται από τη γνωστή νοησιαρχία του Ντεκάρτ, από το γεγονός ότι θεωρεί τις μαθηματικές έννοιες ως υπόδειγμα «σαφών» και «ευκρινών» εννοιών στο Λόγο σερί μεθόδου, ακόμα και από τους κανόνες της μεθόδου για την εύρεση της αλήθειας, όπως ορίζονται στο Λόγο περί μεθόδου και στις Regulae ad directionem ingenii. Σύμφωνα με την παιδαριώδη άποψη του κ. Γιανναρά δεν υπάρχουν στα μαθηματικά ή στη θεωρητική φυσική επιστημονικές αποδείξεις.
Στη σελ. 171 ο κ. Γιανναράς συνδέει τη μηχανιστική αντίληψη για τη φυσική με την άποψη ότι «η αλήθεια της φύσης, για να μας γίνει προσιτή ως θετική επιστήμη, πρέπει να υποταχθεί στους μηχανισμούς της ανθρώπινης συλλογιστικής». Αν ο κ. Γιανναράς γνώριζε την έννοια της μηχανιστικής εξήγησης και τις μηχανιστικές φιλοσοφίες, π.χ. το μηχανιστικό υλισμό του σύγχρονου και αντίπαλου του Ντεκάρτ Hobbes θα ήξερε ότι μηχανιστική είναι η εξήγηση που εφαρμόζει τους νόμους, σύμφωνα με τους οποίους ένα φυσικό σώμα μετατοπίζει ένα άλλο, στα συνειδησιακά φαινόμενα και γενικά σε όλες τις περιοχές της πραγματικότητας. Ετσι οι λεγόμενοι «νόμοι» του ψυχολογικού συνειρμού θεωρήθηκαν ως δείγμα μηχανιστικής αντίληψης για τα συνειδησιακά φαινόμενα όπως θεωρείται από τους μαρξιστές μηχανιστική η εξήγηση του οικονομισμού για τα κοινωνικά φαινόμενα.
Ανάλογα, έγινε λόγος για μηχανιστικές εξηγήσεις στη βιολογία κλπ. Αν η παράδοξη άποψη του κ. Γιανναρά, ότι μηχανιστική είναι κάθε εξήγηση που υποτάσσεται στους μηχανισμούς της ανθρώπινης συλλογιστικής αλήθευε, αναρωτιέται κανείς αν από μια άποψη μπορεί να υπάρξει φιλοσοφική ή επιστημονική θεωρία που να μην είναι μηχανιστική. Η περίεργη δοξασία του κ. Γιανναρά για τις μηχανιστικές εξηγήσεις «επιβεβαιώνεται» με τρόπο ακόμα πιο περίεργο από μια φρασούλα του Ντεκάρτ σύμφωνα με την οποία η μηχανική είναι μέρος της αληθινής φυσικής.
Η βιβλιογραφία του κ. Γιανναρά, για τον Ντεκάρτ, είτε ανάγεται στις αρχές του αιώνα (πατήρ Laberthonniere L.Leny Bruhll), είτε αναφέρεται σε μελετητές που εξέτασαν τις θρησκευτικές εμπειρίες του Ντεκάρτ, (πατήρ Laberthonniere, Ηe-nri Gouhier). Διερωτάται κανείς γιατί ο κ. Γιανναράς αποσιωπάει τα πασίγνωστα έργα του F.Alquie, La decouverte metaphysique de l’homme chez Descartes, και του Μ. Gueroult, Descartes selon l’ordre des raisons. Εξαιτίας της αποσιώπησης αυτής, όποια και να είναι τα αίτια ή τα κίνητρα της, ο αναγνώστης της Εισαγωγής δεν μπορεί να πληροφορηθεί την ανάλυση του Gueroult για το cogito, που διαψεύδει τις δοξασίες του κ. Γιανναρά για τον «ατομικισμό» του Ντεκάρτ.
Ο αναγνώστης του κ. Γιανναρά δεν μπορεί επίσης να πληροφορηθεί την ερμηνεία του F.Alquie, που επικαλείται τις αναλύσεις του Ντεκάρτ για το «όνειρο», την κατάσταση αφύπνισης και τη σχέση τους με την πλάνη, για το «πονηρό πνεύμα» (genie malin) και τους προβληματισμούς του Ντεκάρτ για τη σχέση θείου λόγου και «αιωνίων αληθειών», για να δείξει ότι τα ενδιαφέροντα του Ντεκάρτ μετατοπίζονται από τη φυσική στη μεταφυσική, ότι η θεμελίωση της φυσικής τον απασχολεί όλο και λιγότερο.
Ισως η ερμηνεία αυτή, αδιάφορο αν είναι σωστή ή λαθεμένη, δεν μπορεί να ταιριάξει με τους χρησμούς του κ. Γιανναρά για τον κακό, χρησιμοθηρικό και μη «υπαρκτικό» Ντεκάρτ. Από τις αποφάνσεις του κ. Γιανναρά για τον Ντεκάρτ ο αναγνώστης δεν μπορεί να σχηματίσει καμιά συγκεκριμένη άποψη ούτε για τη διάρθρωση του φιλοσοφικού του συστήματος, όπως ο Ντεκάρτ την καθορίζει στα Principles de la Philosophie ούτε για τη μεθοδολογία του και την άποψη του για το κριτήριο της αλήθειας ούτε για τους μεταφυσικούς του προβληματισμούς. Σ’ αυτούς εντάσσονται και οι προβληματισμοί του για το πρόβλημα της ελευθερίας και τις οντολογικές διαστάσεις του, που απασχόλησαν και τον Σαρτρ.
Τα θέματα αυτά ο κ. Γιανναράς τα αποσιωπά εντελώς. Είναι περίεργο ότι σε ένα έργο που φιλοδοξεί να δώσει έμφαση στα ερωτήματα της οντολογίας και της μεταφυσικής, η οντολογία και η μεταφυσική του Ντεκάρτ δεν εξετάζονται ούτε σοβαρά, ούτε ουσιαστικά. Επίσης οι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες απόψεις του Ντεκάρτ για την ανθρώπινη κοινότητα, που θεμελιώνονται, στην αρχή του για την έμφυτη ικανότητα της ορθοφροσύνης σε όλους τους ανθρώπους και που τον οδηγούν σε μια κριτική του μακιαβελισμού, αγνοούνται από τον κ. Γιανναρά παρόλο που οι επιστολές του Ντεκάρτ προς την πριγκίπισσα Ελισσάβετ του Παλατινάτου, στις οποίες ο Ντεκάρτ τις εκθέτει, μελετώνται με ιδιαίτερη προσοχή από τη σύγχρονη έρευνα, όπως φαίνεται και από το βιβλίο της Geneviev Rodis-Lewis, La morale de Descartes. Προφανώς ο κ. Γιανναράς δεν είναι ενημερωμένος πάνω στα θέματα αυτά, ίσως γιατί δεν έχουν σχέση με τη «μετοχή στη ζωή».
Το ίδιο παραμορφωτικό και κάποτε λαθεμένο χαρακτήρα παρουσιάζουν και οι αφορισμοί του κ. Γιανναρά για τον Καντ (σ. 179-194). Η φιλοσοφία του Καντ εντάσσεται και αυτή στις φιλοσοφίες της «χρησιμοθηρικής γνώσης». Ξεκινώντας από τον γενικόλογο και αναπόδεικτο αυτό ισχυρισμό που καταργεί ό,τι είναι καντιανό στον Καντ, ο κ. Γιανναράς συσχετίζει την κριτική φιλοσοφία του Καντ με τον «ατομοκεντρικό πρακτικισμό» (σελ. 181). Η συσχέτιση αυτή ελάχιστη σχέση έχει με το βασικό πρόβλημα της Κριτικής του καθαρού λόγου, το οποίο δεν φαίνεται να έχει καταλάβει ο κ. Γιανναράς, παρόλο που αναφέρει το γερμανικό τίτλο της…
Οπως προκύπτει από την Κριτική στο σύνολο της και ιδιαίτερα από τον Πρόλογο της δεύτερης έκδοσης, βασική επιδίωξη του Καντ είναι να προσδιορίσει τους όρους κάτω από τους οποίους είναι «λογικά δυνατή», δηλαδή απαλλαγμένη από αντιφατικούς όρους, η επιστημονική γνώση και ιδιαίτερα αυτή που συνδέεται με τα μαθηματικά, την αστρονομία και τη φυσική. Η βεβαιότητα και η εγκυρότητα της επιστήμης και ειδικά των επιστημών που θεμελιώνονται στα μαθηματικά θεωρούνται ως δεδομένες από τον Καντ. Το ερώτημα του είναι κάτω από ποιους όρους η έγκυρη επιστημονική γνώση είναι λογικά δυνατή. Ξεκινώντας από τη λαθεμένη άποψη του για τον «ατομοκεντρισμό» της κριτικής φιλοσοφίας του Καντ (το γνωσιολογικό υποκείμενο στον Καντ είναι καθαρά λογικό και όχι ψυχολογικό ή «ατομικό»), ο κ. Γιανναράς συνδέει κατά τρόπο ανεξήγητο, τουλάχιστον ως προς το γνωσιολογικό και το θεωρητικό μέρος της, τη φιλοσοφία του Καντ με τον «πιετισμό», ενώ αποσιωπά τις αναφορές του Καντ στο Γαλιλαίο, τον Κοπέρνικο και τον Νεύτωνα, και τη σχέση της κριτικής φιλοσοφίας του Καντ με τα επιστημολογικά προβλήματα της νεότερης επιστήμης.
Συνέχεια εδώ

0 Comments