Η μελέτη του Ελληνα φιλόσοφου, και καθηγητή Πανεπιστημίου, Αύγουστου-Κωνσταντίνου Μπαγιόνα που έχει δημοσιευτεί στο περιοδικό «Πολιτιστική», τον Απρίλη 1985. Είχε τίτλο “ΝΕΟΣΚΟΤΑΔΙΣΜΟΣ ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ” και η οποία τεκμηριώνει τον αντιδραστικό ρόλο του σκοταδιστή Γιανναρά.

Οι περισσότερες από τις συγκεκριμένες αναφορές του κ. Γιανναρά στη φιλοσοφία του Καντ είναι παραπλανητικές και συχνά λαθεμένες. Ετσι λ.χ. γίνεται λόγος στη σελ. 180 για «τις απαιτήσεις της καθαρής και πρακτικής λογικής (sic) του υποκειμένου». Φυσικά ο Καντ όταν μιλάει για τον «καθαρό λόγο» εννοεί το «Λόγο» ή σύμφωνα με την παλαιά μετάφραση του Α. Πάλλη τον «Λογισμό» και όχι τη «Λογική» δηλαδή την επιστήμη που ορίζει τους κανόνες που πρέπει να τηρήσει η σκέψη για να είναι αληθινή. Ο κ. Γιανναράς συγχέει τις δυο αυτές έννοιες. Εξάλλου ο Καντ ονομάζει «καθαρό» ό,τι ορίζεται τυπικά και ανεξάρτητα από οποιοδήποτε «εμπειρικό» ή «υλικό» περιεχόμενο. Γι’ αυτό και δεν κάνει πουθενά τη διάκριση ανάμεσα στον «καθαρό και τον πρακτικό λόγο» όπως λαθεμένα υποστηρίζει ο αυτοδίδακτος κ. Γιανναράς αλλά τη διάκριση ανάμεσα στη θεωρητική και την πρακτική χρήση και λειτουργία του Καθαρού Λόγου.
Ο κ. Γιανναράς στη σελ. 182 της Εισαγωγής αποδίδει στον Καντ την ταύτιση συνθετικών κρίσεων και a priori αληθειών, που αναφέρονται στην εμπειρία, χωρίς όμως να προέρχονται από την εμπειρία. Ο «ορισμός» αυτός είναι εντελώς λαθεμένος. Για τον Καντ προεμπειρικές, ή a priori, είναι οι αναλυτικές κρίσεις στις οποίες το κατηγόρημα περιλαμβάνεται στην έννοια του υποκειμένου. Με τις αναλυτικές κρίσεις διευκρινίζεται ή αποσαφηνίζεται η έννοια του υποκειμένου σύμφωνα με την αρχή της μη αντίφασης. Γι’ αυτό και οι αναλυτικές κρίσεις που σε τελευταία ανάλυση είναι ταυτολογικές δεν χρειάζονται την επιβεβαίωση της εμπειρίας.
Αντίθετα συνθετικές κρίσεις είναι οι κρίσεις των οποίων το κατηγόρημα δεν προκύπτει από την ανάλυση της έννοιας του υποκειμένου. Σύμφωνα με το παράδειγμα του Καντ το κατηγόρημα του βάρους δεν προκύπτει από την ανάλυση της έννοιας του φυσικού σώματος. Ετσι η κρίση «τα σώματα έχουν βάρος» είναι συνθετική κρίση αλλά όχι a priori. Γι’ αυτό και οι συνθετικές κρίσεις πηγάζουν κατ’ αρχήν από την εμπειρία και είναι όχι a priori αλλά a posteriori. Υπάρχουν ωστόσο και συνθετικές κρίσεις που είναι a priori, όπως λ.χ. είναι οι μαθηματικές. Το ζητούμενο της Κριτικής του καθαρού λόγου, που προκύπτει από το βασικό πρόβλημα της, πως η επιστήμη που θεμελιώνεται στα μαθηματικά είναι λογικά δυνατή είναι πως οι a priori συνθετικές κρίσεις είναι λογικά δυνατές (βλ. την Εισαγωγή στην Κριτική του καθαρού λόγου (IV και V).
Ο χώρος και ο χρόνος δεν είναι «a priori συνθετικές κρίσεις ή a priori αλήθειες» όπως νομίζει λαθεμένα ο κ. Γιανναράς. Ο χώρος για τον Καντ είναι η a priori μορφή ή «παράσταση» που προϋποθέτει η «εποπτεία» που αναφέρεται στα εξωτερικά αντικείμενα. Ο χρόνος είναι η a priori«μορφή» ή «παράσταση» που προϋποθέτει η εσωτερική αίσθηση που αναφέρεται στις συνειδησιακές μας καταστάσεις. Οι πασίγνωστες αυτές έννοιες διευκρινίζονται με κάθε σαφήνεια στην Υπερβατολογική αισθητική της κριτικής του καθαρού λόγου.
Μπορεί κανείς να βρει πλήρη ανάλυση τους ακόμα και στην τρέχουσα ελληνική βιβλιογραφία για τον Καντ, π.χ. στη Γνωσιολογία του Ε.Π. Παπανούτσου, στον Καντ του Γ. Ιμβριώτη και στα διδακτικά εγχειρίδια του συνάδελφου κ. Μουρέλου. Συνεπώς οι παρανοήσεις και οι παραποιήσεις του κ. Γιανναρά είναι το λιγότερο αδικαιολόγητες ακόμα και για οποιοδήποτε φοιτητή φιλοσοφικού τμήματος.
Η άποψη του κ. Γιανναρά για τις «τρεις νοητικές δυνατότητες a priori κρίσεων» (κατηγορική ικανότητα, υποθετική ικανότητα και ικανότητα σχηματισμού κρίσεων αμοιβαιότητας) (Εισαγωγή σ. 185) είναι παράξενη. Γιατί, ενώ συνιστούν ικανότητες της «καθαρής λογικής», οι δυο πρώτες αναφέρονται από τον κ. Γιανναρά στη «νόηση» (προφανώς Vernunft, reason) ενώ η τρίτη αναφέρεται στη «διάνοια» (προφανώς Verstand, Unde-rstanding). Ο αναγνώστης της σ. αυτής σχηματίζει την παραπλανητική εντύπωση ότι οι όροι «διάνοια», «νόηση» και «λογική» είναι στον Καντ ταυτόσημοι. Η διαφορά της σημασίας τους είναι ανάλογη με αυτή που υπάρχει ανάμεσα στον αναλυτικό λογισμό και το λόγο.
Εξάλλου, σύμφωνα με την Υπερβατολογική αναλυτική (το μέρος της Κριτικής του καθαρού λόγου που αφορά το σχηματισμό των κρίσεων και τις κατηγορίες ο σχηματισμός αυτός προϋποθέτει) ο σχηματισμός των κρίσεων δεν ανάγεται σε τρεις νοητικές λειτουργίες όπως νομίζει ο κ. Γιανναράς αλλά σε τέσσερις γιατί οι κρίσεις κατατάσσονται κατά την ποσότητα, την ποιότητα, τη σχέση, και τον τρόπο. Εξάλλου η διαίρεση της νοητικής δυνατότητας σχηματισμού κρίσεων σε κατηγορική, υποθετική, και κρίση «αμοιβαιότητας» δεν αφορά όλες τις προ-εμπειρικές κρίσεις, όπως ισχυρίζεται λαθεμένα ο κ. Γιανναράς, αλλά μόνο τις κρίσεις «ως προς τη σχέση».
Οι κρίσεις, ως προς τη σχέση, δεν κατατάσσονται σε κατηγορικές, υποθετικές και «αμοιβαιότητας», όπως γράφει ο κ. Γιανναράς μιλώντας για τις νοητικές λειτουργίες, αλλά σε κατηγορικές υποθετικές και διαζευκτικές. Πιθανώς ο κ. Γιανναράς, ακολουθώντας ίσως κάποια υπερβολική συνοπτική έκθεση και όχι τις πιο έγκυρες που υπάρχουν, ακόμα και στα ελληνικά, έπαθε σύγχυση και ανέμιξε τον πίνακα των κρίσεων με τον πίνακα των κατηγοριών. Αυτό δείχνει ότι η «γνώση» που έχει για την Κριτική του Καθαρού Λόγου, είναι από δεύτερο χέρι.
Ο κ. Γιανναράς, χωρίς να αναφέρει διόλου τα πολιτικά και ανθρωπολογικά κείμενα του Καντ, καθώς και αυτά που αναφέρονται στη φιλοσοφία της ιστορίας αποφαίνεται (σελ. 193 της Εισαγωγής) ότι «η αντικειμενοποίηση και απολυτοποίηση της απρόσωπης και εξομοιωμένης (προς τι;) ατομικής νοητικής λειτουργίας, εγκαινιάζει στην ανθρώπινη ιστορία μια καινούργια μορφή ολοκληρωτισμού, δηλαδή αλλοτρίωσης και βιασμού της προσωπικής ετερότητας και ελευθερίας του κάθε συγκεκριμένου ανθρώπου», θα ήταν λιγότερο κατηγορηματικός αν είχε καταλάβει ότι η Κριτική του πρακτικού Λόγου και τα θεμέλια της μεταφυσικής των ηθών του Καντ αναφέρονται στην πρακτική λειτουργία του καθαρού λόγου και όχι σε ό,τι ονομάζει «συγκεκριμένο άνθρωπο», εννοώντας αυτόν που έχει διαφορετικές συγκινήσεις από τους άλλους. Καλό θα ήταν να είχε θυμηθεί ότι, όπως έδειξαν οι αναλύσεις του Μarcuse, των κοινωνιολόγων Bourdieuκαι Ρasseron και άλλων, ανεξάρτητα από άλλες λαθεμένες απόψεις τους, ο «συγκεκριμένος άνθρωπος», αυτός δηλαδή που προσδιορίζεται από τις ιδιωτικές συγκινήσεις του, δεν εξασφαλίζει καθόλου την «ετερότητα» του αλλά συχνά αναπαράγει άκριτα και ασυναίσθητα τις επιδράσεις του κοινωνικού περιβάλλοντος και των κοινωνικών δυνάμεων που το διαμορφώνουν.
Ανεξάρτητα από τις γνώμες του, δεν νομίζω ότι ο κ. Γιανναράς, εφόσον μιλάει τόσο συχνά για την «ετερότητα» και τη μοναδικότητα του προσώπου, έχει το δικαίωμα να αποσιωπήσει τις απόψεις αυτές, απλώς και μόνο γιατί αμφισβητούν τις δικές του.
Εξάλλου, ο κ. Γιανναράς θα έπρεπε να γνωρίζει το βιβλίο του συνάδελφου κ. Γ. Βλάχου La pensee politique de Kant Η μελέτη του θα τον είχε προφυλάξει από την πρόχειρη πολιτικολογία και θα του είχε διδάξει ότι η καντιανή ανάλυση των λειτουργιών και των όρων του πρακτικού λόγου, προβάλλει, για τον κάθε συγκεκριμένο άνθρωπο, το κανονιστικό υπόδειγμα της συμπεριφοράς ενός έλλογου όντος. Σε σχέση με το κανονιστικό αυτό υπόδειγμα θεμελιώνεται το δικαίωμα του δικαιοπρακτείν και η ισονομία για όλους τους «συγκεκριμένους ανθρώπους» και μέσω του δικαιοπρακτείν η «τυπική» δημοκρατία. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι αναλύσεις νεοκαντιανών φιλοσόφων όπως ο Η. Cohen, και μαρξιστών φιλοσόφων, όπως ο L. Goldmann (KANT ET LA COMMUNAUTE HUMAINE), αν και ξεκινούν από διαμετρικά αντίθετες θεωρητικές και ιδεολογικές προϋποθέσεις, συμπίπτουν στο ότι αναγνωρίζουν ότι η ηθική και πολιτική φιλοσοφία του Καντ προετοιμάζει τη θεμελίωση της «τυπικής» ή σύμφωνα με τους μαρξιστές «αστικής δημοκρατίας» που είναι δύσκολο να ταυτιστεί με τον «ολοκληρωτισμό».
Αν ο κ. Γιανναράς ήταν πληρέστερα ενημερωμένος για τα προβλήματα της εποχής μας, θα ήξερε ότι η τρίτη γαλλική δημοκρατία, που δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, ιδίως από τις αρχές του εικοστού αιώνα και μετά, «ολοκληρωτικό πολίτευμα», πρόβαλλε ως βασικό στοιχείο της ιδεολογίας της, ακόμα και μέσα από το αναλυτικό πρόγραμμα των φιλοσοφικών μαθημάτων της μέσης εκπαίδευσης, την καντιανή ηθική. Οπως είναι γνωστό, στις πρώτες δεκαετίες της τρίτης γαλλικής δημοκρατίας έγιναν οι περίφημες και κλασικές γαλλικές μεταφράσεις των έργων του Καντ, από τον Βarni και άλλους και εκδόθηκαν οι πρώτες σημαντικές γαλλικές μελέτες για την ηθική του Καντ, π.χ. του V. Delbos.
Η ανεπαρκής ενημέρωση του κ. Γιανναρά γύρω από τις ιδεολογικές, πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις του εικοστού αιώνα προφανώς εξηγεί και την παράλειψη του να αναφέρει ότι απολογητές του αναμφισβήτητα ολοκληρωτικού καθεστώτος του Vichy όπως οι πεταινιστές συγγραφείς R.Brasillach (π.χ. Notre apres guerre) Drieu la Rochelle (βλ. R.Soucy, Drieu la Rochelle, Fascist Intellectual), ακόμα και ο καλοπροαίρετος «περσοναλιστής» φιλόσοφος Ε. Μounier, που προσωρινά παγιδεύτηκε από την ιδεολογία του Vichy(βλ. R.Paxton, La FRANCE DE VICHY), δικαιολόγησε τη στάση τους αυτή με την επίκληση της συγκινησιακής και βιωματικής ιδιαιτερότητας και μοναδικότητας του προσώπου και με την απόρριψη του «ισοπεδωτικού» ορθολογισμού και «νομικισμού» της τρίτης γαλλικής δημοκρατίας στον οποίο υποτίθεται ότι αντιτάχτηκε το καθεστώς. Ετσι τα «επιχειρήματα» του κ. Γιανναρά εναντίον του ορθολογισμού χρησίμευσαν για να καταστεί αποδεκτός ο φασιστικός ολοκληρωτισμός.
Γενικά η εικόνα που σχηματίζει ο αναγνώστης της Εισαγωγής για τη φιλοσοφία του Καντ είναι παραμορφωτική και συγκεχυμένη. Τα όσα αναφέρει σχετικά ο κ. Γιανναράς αποτελούν αξιοθρήνητη οπισθοδρόμηση ακόμα και σε σχέση με την ελληνική βιβλιογραφία (Τσάτσος, Μουρέλος, Παπανούτσος, Ιμβριώτης κ.ά), ανεξάρτητα από τις φιλοσοφικές και ιδεολογικές δια-φορές των ελλήνων μελετητών του Καντ.
Συνέχεια εδώ

Τον εκλιπόντα έτυχε να τον έχω καθηγητή στο μάθημα της φιλοσοφίας στο Φυσικό της ΦΜΣ Αθήνας τον 1ο χρόνο της μεταπολίτευσης. Τον έχω ακούσει πολλές φορές σε τηλεοπτικές εκπομπές που ήταν από τους καλεσμένους και έχω λυπηθεί γιατί ένα τόσο ικανό πνεύμα μπήκε στην υπηρεσία μιας περί αριστείας άποψης του Ελληνισμού, συνειμμένης της αυτοκρατορικής ύπαρξής του. Δυστυχώς αυτογελοιοποιήθηκε στις εμφανίσεις του αυτές υπηρετώντας σκοπούς που φορτώθηκε για να ξελασπώσει τη γελοιότητα ενός συνεχώς απομειούμενου ιδεαλισμού. Κατά τη γνώμη μου ο ίδιος θέλησε να εκθέσει τον εαυτό του σε μια γενικευμένη υποτίμησή του!