Η μελέτη του Ελληνα φιλόσοφου, και καθηγητή Πανεπιστημίου, Αύγουστου-Κωνσταντίνου Μπαγιόνα που έχει δημοσιευτεί στο περιοδικό «Πολιτιστική», τον Απρίλη 1985. Είχε τίτλο “ΝΕΟΣΚΟΤΑΔΙΣΜΟΣ ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ” και η οποία τεκμηριώνει τον αντιδραστικό ρόλο του σκοταδιστή Γιανναρά.

Επίσης, σ κ. Γιανναράς δεν φαίνεται να έχει άμεση και ακριβή γνώση του φιλοσοφικού συστήματος του Χέγκελ με το οποίο ασχολείται στις σελ. 195-207 της Εισαγωγής.
Ο κ. Γιανναράς υιοθετεί τη σχολική αντίληψη για τη διαλεκτική του Χέγκελ, μιλώντας για θέση, αντίθεση και σύνθεση. Οπως μπορεί εύκολα να διαπιστώσει ο αναγνώστης που θα μελετήσει τη λεγόμενη Μικρή Λογική, δηλαδή το πρώτο μέρος της Εγκυκλοπαίδειας των φιλοσοφικών επιστημών, ο Χέγκελ δεν κάνει λόγο για «σύνθεση». Δεν χρησιμοποιεί τον όρο «Synthese» αλλά τον όρο «Αufherbung» («υπέρβαση», sublation, depassement)
Η «υπέρβαση» σύμφωνα με τη χεγκελιανή διαλεκτική δεν αποτελεί «επιστροφή» στην «αφετηριακή θέση» και την «αναφορική αντίθεση» (;) αλλά παραμερισμό τους και μετάβαση σε μια ποιοτικά διαφορετική σχέση θέσης και άρνησης. Η σχέση αυτή «διατηρεί» αυτήν που παραμερίζει και την «υπερβαίνει» από την άποψη ότι την προϋποθέτει λογικά και γενετικά.
Ο κ. Γιανναράς δεν δίνει την εντύπωση ότι γνωρίζει ακριβώς τη διάρθρωση του φιλοσοφικού συστήματος του Χέγκελ. Η διατύπωση της σελ. 201 που συσχετίζει την ιδέα με τη «λογική του πνεύματος» δεν επιτρέπει στον αναγνώστη να υποψιαστεί τη χεγγελιανή διάκριση ανάμεσα στην ιδέα «καθ’ εαυτή ν», «δι’ εαυτήν» και την «απόλυτη ιδέα», ούτε τη χεγκελιανή φιλοσοφία της φύσης, σύμφωνα με την οποία η ιδέα, όχι βέβαια το πνεύμα, εκφράζεται με τη μηχανική φύση, τα επιμέρους φυσικά όντα και την οργανική φύση. Η φιλοσοφία της φύσης στον Χέγκελ δείχνει ότι η ιδέα μπορεί να υπάρξει ανεξάρτητα από το πνεύμα και ότι η ανάπτυξη της δεν προϋποθέτει τη «λογική του πνεύματος» σε όλα της τα στάδια. Επίσης, η παρουσίαση του κ. Γιανναρά συσκοτίζει τη διάκριση υποκειμενικού, αντικειμενικού και απολύτου πνεύματος όπως ο Χέγκελ τα αποσαφηνίζει.
Επίσης παραποιεί τη δομή της χεγκελιανής λογικής που άσκησε τόσο σημαντική επίδραση, θετική ή αρνητική, ως προς τις αντιδράσεις που προκάλεσε στη σύγχρονη φιλοσοφία (στους Heidegger και Μarcuse, στο Σαρτρ ως προς τη διάκριση του «καθ’ εαυτό και του δι’ εαυτό», στον ιστορικό υλισμό κλπ.). Ο κ. Γιανναράς φαίνεται να θεωρεί ως χεγκελιανές κατηγορίες «το γεννάσθαι», το «θνήσκειν» και το «υπάρχειν» ενώ αν είχε συμβουλευθεί έστω και μόνο τα περιεχόμενα της Επιστήμης της λογικής ή της Μικρής λογικής ή ακόμα και μια έγκυρη έκθεση της φιλοσοφίας του Χέγκελ (π.χ. του Stace ή του Finollay) θα είχε διαπιστώσει ότι τέτοιες κατηγορίες δεν υπάρχουν ούτε στη Λογική ούτε στο σύστημα του Χέγκελ στο σύνολο του. Οτι ο Χέγκελ ασχολείται με τα θέματα αυτά σε διάφορα έργα του, π.χ. στη Φαινομενολογία του πνεύματος δεν τα μεταβάλλει σε «κατηγορίες».
Στη σελ. 202 της Εισαγωγής ο κ. Γιανναράς γράφει: «Το διαλεκτικό αυτό γίγνεσθαι που συγκροτεί την υλική πραγματικότητα του κόσμου, συνιστά επίσης μιαν απόλυτη ιδέα, είναι μια «πνευματική» πραγματικότητα, ένα «αντικειμενικό πνεύμα» όπως λέει ο Χέγκελ». Δεν θα ήταν άσκοπο να γνώριζε ο αναγνώστης πού τα λέει αυτά ο Χέγκελ. Οπωσδήποτε, ο Χέγκελ δεν ταυτίζει ούτε εξισώνει το «αντικειμενικό πνεύμα» με την «πνευματική πραγματικότητα» ούτε και με την «απόλυτη ιδέα». Ο,τι ο Χέγκελ ονομάζει «αντικειμενικό πνεύμα» εκφράζεται με το δίκαιο, την ατομική και κοινωνική ηθική, την κοινωνία των ιδιωτών, το κράτος και την παγκόσμια ιστορία. Συνεπώς το «αντικειμενικό πνεύμα» είναι μέρος μόνο της «πνευματικής πραγματικότητας».
Στη σελ. 203 ο κ. Γιανναράς ισχυρίζεται ότι η ιστορία συγκεφαλαιώνει… την «εξέλιξη» του «Απολύτου Πνεύματος». Η διατύπωση αυτή είναι λαθεμένη ή κατά τον επιεικέστερο χαρακτηρισμό παραπλανητική. Το απόλυτο πνεύμα «δεν συγκεφαλαιώνεται από την ιστορία, ούτε η εξέλιξη του συντελείται σε σχέση με την ιστορικότητα του ανθρωπίνου πνεύματος» όπως γράφει ο κ. Γιανναράς. Το απόλυτο πνεύμα συνδέεται με την ίδια την «ιδέα» όπως μορφοποιείται με τις εικόνες της τέχνης, τις παραστάσεις της θρησκείας και τις έννοιες της φιλοσοφίας. Η έννοια του απολύτου πνεύματος διευκρινίζεται στο τρίτο μέρος της Εγκυκλοπαίδειας των φιλοσοφικών επιστημών, όπου ο Χέγκελ πραγματεύεται τη φιλοσοφία του πνεύματος.
Ο κ. Γιανναράς (σελ. 207) επιδίδεται στην προσφιλή του ρηχή πολιτικολογία και υποστηρίζει ότι από τη φιλοσοφία του Χέγκελ και ιδίως πίσω από την «αναγωγή του μερικού στο γενικό και του σχετικού στο απόλυτο» «μορφάζει αναπόφευκτα η απειλή της ολοκληρωτικής οργάνωσης του ανθρώπινου βίου». Η άποψη αυτή θα ήταν λιγότερο ιμπρεσιονιοτική αν ήταν στοιχειωδώς τεκμηριωμένη με αναφορές στη Φιλοσοφία του Δικαίου και στα άλλα πολιτικά κείμενα του Χέγκελ π.χ. το Γερμανικό Σύνταγμα και το άρθρο για τη μεταρρύθμιση του αγγλικού εκλογικού συστήματος, θα ήταν πιο πειστική αν ο κ. Γιανναράς δεν αποσιωπούσε εντελώς σειρά ερμηνειών, όπως π.χ. του Lukacs, Ο νέος Χέγκελ, του Marcuse, Λογικό και Επανάσταση, του Alexandre Kojeve, Εισαγωγή στην ανάγνωση του Χέγκελ του Jacques d’ Hondt, Από τον Χέγκελ στο Μαρξ, που ερμηνεύουν τον Χέγκελ ως φιλόσοφο της άρνησης. Διερωτάται κανείς, διαβάζοντας τις ιμπρεσιονιστικές απόψεις του κ. Γιανναρά, πώς προέκυψαν από τον Χέγκελ, χεγκελιανοί «της αριστεράς», όπως ο Feuerbach ή ο Stirner, για τους οποίους είναι δύσκολο να ισχυριστεί κανείς ότι προετοιμάζουν την «ολοκληρωτική οργάνωση του ανθρώπινου βίου».
Πέρα από το γεγονός ότι η πολιτικολογία του κ. Γιανναρά είναι άσχετη προς οιαδήποτε παρουσίαση των πολιτικών θεωριών των φιλοσόφων σε σχέση με τους οποίους πολιτικολογεί, η πολιτικολογία αυτή είναι εξαιρετικά επιλεκτική. Ο κ. Γιανναράς θεωρεί τον Καντ, τον Χέγκελ και τον Μαρξ, ίσως ακόμα και το θετικισμό και γενικά κάθε ορθολογική φιλοσοφία ως προετοιμασία του «ολοκληρωτισμού». Προφυλάσσει όμως από τέτοιες θεωρήσεις φιλοσόφους όπως ο Πλάτωνας, του οποίου η φανταστική (κατά τη γνώμη μου) σχέση με το λεγόμενο «ολοκληρωτισμό» σχολιάστηκε από μια εξαιρετικά εκτεταμένη βιβλιογραφία (K.Popper, R.Levinson, R. Banzbroguh,E.Havelock κ.ά.) ή ο Heidegger. Ωστόσο η φιλοναζιστική στάση του τελευταίου στον περίφημο πρυτανικό λόγο του 1933, αλλά και στην Εισαγωγή στη μεταφυσική (Einuhrung in die Metaphysik. Tubingen, 1953, σελ. 152) όπου εξακολουθεί να αναγνωρίζει την «εσωτερική αλήθεια» και το «μεγαλείο» του ναζισμού παρά τις φυλετικές πλάνες του και την ανεπάρκεια των ηγετών του, προκάλεσε πλήθος πολεμικών, π.χ. του Τheο-dor W. Adorno, Jargon der Eingentlichkeit, zur deutschen Ideologie, Frankfur am Main 1970, 5η έκδ.
Γιατί ο κ. Γιανναράς αποσιωπά αυτές τις πολεμικές και επαναλαμβάνει μόνο τις πολεμικές των δημοσιογραφούντων «νέων φιλοσόφων» κατά του Χέγκελ και του Μαρξ, οι αναφορές στον οποίο περιέχουν τόσες πολλές παραμορφώσεις και αλλοιώσεις που θα χρειαζόταν ειδική πραγματεία για να τις επισημάνει κανείς;
Κανείς δεν αμφισβητεί το δικαίωμα του κ. Γιανναρά να έχει τις προσωπικές του ιδεολογικές επιλογές. Δεν του επιτρέπουν όμως να αποσιωπά τις απόψεις που είναι αντίθετες προς τις δικές του ούτε δικαιούται να τις επικαλείται για να συγκαλύψει τις επιστημονικές αδυναμίες του έργου του και τις αλλοιώσεις, παρανοήσεις και παραποιήσεις στις οποίες τον οδηγεί η ανεπαρκής γνώση των φιλοσόφων που μνημονεύει. Το μόνο έργο του κ. Γιανναρά που φιλοδοξεί να είναι φιλοσοφικό, δηλαδή η Εισαγωγή στη φιλοσοφία, είναι κατ’ ουσίαν θεολογικό, δεδομένου ότι αποβλέπει στη «μετοχή» των αναγνωστών στην «κοινωνική» εμπειρία της Ζωής ή του Απόλυτου, δηλαδή της τριαδικής θεότητας, παραποιεί ή αποσιωπά τις κυριότερες φιλοσοφικές θεωρίες, θεμελιώνεται σε μια καθαρά ιμπρεσιονιστική και αποκαλυπτική φρασεολογία, δείχνει την ευκολία με την οποία ο κ. Γιανναράς αποφαίνεται για θέματα που δεν γνωρίζει, ακόμα και ασύγγνωστη προχειρότητα στη μέθοδο τεκμηρίωσης των απόψεων του.
Η εισαγωγή του δυστυχώς αποτελεί οπισθοδρόμηση ως προς το μέσο επίπεδο της ελληνικής φιλοσοφικής βιβλιογραφίας, ανεξάρτητα από τάσεις και κατευθύνσεις. Παρά τις αναφορές σε φιλοσοφικά θέματα, που υπάρχουν στα δεδηλωμένα θεολογικά έργα του κ. Γιανναρά, που είναι αναμφισβήτητα αρτιότερα από την άτυχη Εισαγωγή, νομίζω ότι ο κ. Γιανναράς, οψιμαθής και αυτοδίδακτος στις φιλοσοφικές σπουδές, είναι ακατάλληλος για την πλήρωση της έδρας Φιλοσοφίας της Παντείου Σχολής.
ΤΕΛΟΣ

0 Comments