Μπάτσοι έμποροι ναρκωτικών

Από το “Ποντίκι”

Εξακολουθεί να σοκάρει και να κλυδωνίζει την αστυνομία η πολύκροτη υπόθεση της σύλληψης ή της απόδοσης κατηγοριών από την Ασφάλεια Θεσσαλονίκης σε επτά αστυνομικούς που φέρεται είτε να έχουν ενεργή συμμετοχή είτε να εμπλέκονται ευθέως σε μεγάλο πολυδαίδαλο δίκτυο διακίνησης ναρκωτικών.

Το θέμα εγείρει ποικίλες ερμηνείες και επιδέχεται πολλές απόψεις. Από τη χιουμοριστική προσέγγιση ότι «επιτέλους στην Ελλάδα άνοιξε κάποιο… κλειστό επάγγελμα και, εκτός από τους μπάτσους, μπορούν πλέον και ιδιώτες να πουλάνε ναρκωτικά», μέχρι τη σοβαρή, όπως το θέμα που άνοιξαν οι ίδιοι οι αστυνομικοί και σχετίζεται αφενός με τη σούπερ κατάχρηση του σούπερ κοριού, αφετέρου με το κατακουρελιασμένο στη χώρα μας τεκμήριο της αθωότητας.

Μόνο που οι διαπιστώσεις αυτές και οι όποιες ένστολες ενστάσεις περιβάλλονται από τον υποκριτικό μανδύα του όψιμου ενδιαφέροντος, καθώς εκφέρονται ή κατατίθενται τώρα που η πόρτα της φυλακής άνοιξε για συναδέλφους τους, ύστερα από μία έρευνα επίσης συναδέλφων τους, που, όπως θα δούμε, εκτυλίχτηκε με την ίδια μέθοδο και τις τακτικές που οδήγησαν στο τσουβάλιασμα αναρίθμητων ακόμη ατόμων, που όμως στερούνται της ιδιότητας του αστυνομικού.
Για χιλιάδες ταλαίπωρους δεν υπήρξε η παραμικρή εκδήλωση ενδιαφέροντος ή αντίδρασης από τους σήμερα – με συντεχνιακές παρωπίδες – ενιστάμενους συνδικαλιστές της… άμωμης ΕΛ.ΑΣ.

Και πρόκειται για ζητήματα κρίσιμα τόσο για τη Δικαιοσύνη όσο και για τον νομικό μας πολιτισμό, όπως οι δικογραφίες – μαμούθ για το θεαθήναι και τον εφήμερο εντυπωσιασμό, ο σεβασμός στα ατομικά δικαιώματα και τα προσωπικά δεδομένα μέσω του τεκμηρίου της αθωότητας, αλλά και η εν γένει διαχείριση από αστυνομικής πλευράς κρίσιμων για την κοινωνία προβλημάτων, όπως είναι η διακίνηση και η χρήση των ναρκωτικών. Ας τα δούμε όμως ένα προς ένα.

Τεκμήριο αθωότητας

Μία από τις βασικές προϋποθέσεις για τον πλήρη σεβασμό στις ατομικές ελευθερίες και στη διαφύλαξη των προσωπικών δεδομένων περνά μέσα από το τεκμήριο της αθωότητας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

Πόσο όμως η ελληνική πολιτεία, η Δικαιοσύνη και η αστυνομία το σεβάστηκαν όταν, στο στάδιο ακόμη της προανάκρισης, με επίφαση το δημόσιο συμφέρον, δημοσιοποίησαν στοιχεία και φωτογραφίες εν δυνάμει ύποπτων διάπραξης αδικημάτων σε επεισόδια ή όταν το κατακουρέλιασαν μέσα από την ίδια ανθρωποφαγική τακτική, δίνοντας  βορά στην αδηφάγο δημοσιότητα τις οροθετικές ιερόδουλες, συμβάλλοντας έτσι στον εκφασισμό της ελληνικής κοινωνίας; Τότε, πού ήταν ο ένστολος συνδικαλισμός που τώρα διαρρηγνύει τα ιμάτια του;

Διαβάζουμε σε σχετική ανακοίνωση της Ένωσης Αξιωματικών Κεντρικής Μακεδονίας (ΕΑΚΜ) την περασμένη Δευτέρα:
«Εάν θέλουμε να αυτοαποκαλούμαστε ευνομούμενη πολιτεία, η οποία σέβεται όλες τις δικονομικές και συνταγματικές αρχές, τότε αυτοδίκαια αποδεχόμαστε πρωτίστως το τεκμήριο της αθωότητας για όλους. Κανένας δεν έχει το δικαίωμα να το εφαρμόζει κατά βούληση χάριν οποιασδήποτε τηλεθέασης. Η μόνη θέση την οποία λαμβάνουμε και υποστηρίζουμε είναι αυτή υπέρ της νομιμότητας!».

Μία ημέρα νωρίτερα, πιο… αναλυτική ανακοίνωση είχε βγάλει η Ανεξάρτητη Συνδικαλιστική Πρωτοβουλία Αστυνομικών (ΑΣΠΑ) Θεσσαλονίκης, η οποία κατήγγειλε τα εξής:
«Η λειτουργία της Κυβέρνησης, του Υπουργείου Δημοσίας Τάξης, της ΕΛ.ΑΣ. και των οργάνων της διέπεται από ένα θεσμικό πλαίσιο που υποχρέωση έχουμε να προστατέψουμε όλοι μας. Έτσι λοιπόν και οι φορείς αυτοί έχουν την υποχρέωση να προστατέψουν τα δικαιώματα όλων ανεξαιρέτως των Πολιτών. Ένα από τα δικαιώματα αυτά είναι και το τεκμήριο της αθωότητας όλων όσοι συλλαμβάνονται και καθ” όλη τη διαδικασία της προανάκρισης, προδικασίας και μέχρι της έκδοσης δικαστικής απόφασης.
Το δικαίωμα αυτό φυσικά έχουν και όλοι οι συλληφθέντες αστυνομικοί που κατηγορούνται. Και όποιος θεσμικός ταγός της Ελληνικής Κοινωνίας δεν το σέβεται αυτό θέτει αυτομάτως υπό αμφισβήτηση και τη δική του θεσμική υπόσταση. Επειδή λοιπόν:

1 Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του ισχύοντος Συντάγματος, ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας.

2 Η παράγραφος 2 του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ΝΑ 53/1974 (Α’ 256) και έχει υπερνομοθετική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος προβλέπει: Τεκμήριο αθωότητας κατηγορουμένων: Όταν διενεργείται προανάκριση για τη διαπίστωση αξιόποινων πράξεων, και καθ’ όλο το στάδιο της προδικασίας, και μέχρι της εκδόσεως δικαστικής αποφάσεως, η μεν προανάκριση πρέπει να διενεργείται με βάση την αρχή της μυστικότητας, κάθε δε πράξη ή ενέργεια των προανακριτικών οργάνων πρέπει να διέπεται από την αρχή προστασίας της προσωπικότητας του κατηγορουμένου και του τεκμηρίου της αθωότητας που ισχύει μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, και συνεπώς δεν επιτρέπονται ενέργειες που συνεπάγονται την παραβίαση των αρχών αυτών.
Ας είμαστε όλοι λίγο πιο προσεκτικοί στις ενέργειες μας».

Λαμπρά! Αλλά, όπως είπαμε, η έκκληση για τον προσήκοντα σεβασμό θα είχε ανόθευτη αξία, αν δεν είχε ούτε επιλεκτικό ούτε «ιδιώνυμο» χαρακτήρα, καθώς γίνεται επίκληση της με συντεχνιακά ή ευκαιριακά κριτήρια και προέρχεται από φορείς που «θυμούνται» ή ανακαλούν την ύπαρξη των ανθρώπινων δικαιωμάτων και τα δικαιώματα του κατηγορούμενου μόνο όταν η παραβίαση τους αφορά «οικεία» πρόσωπα.

Κοριοί και πλάνες

Τα τελευταία χρόνια, με την έλευση των δύο σούπερ κοριών, της ΕΥΠ και της αντιτρομοκρατικής, η ΕΛ.ΑΣ., όπως πολλές φορές έχει γράψει το «Π», παρακολουθεί, υποκλέπτει και τσουβαλιάζει ρίχνοντας τον λίθο του νομικού αναθέματος επί δικαίους και αδίκους. Με στόχο τον εφήμερο εντυπωσιασμό της κοινής γνώμης, καταρτίζει δικογραφίες – μαμούθ με αρκετές δεκάδες κατηγορουμένων, με μοναδικό στοιχείο τις στιχομυθίες που καταγράφουν τα ηλεκτρονικά… «παράσιτα» τους.

Μπροστά στην πίεση της εντυπωσιασμένης κοινής γνώμης από τους αστυνομικούς αλαλαγμούς και τις ατεκμηρίωτες αποκαλύψεις – γιαλαντζί, οι δικαστικοί λειτουργοί, στους οποίους προσάγονται τα «μιάσματα», προφυλακίζουν, δίχως κανείς να σκοτίζεται για το αν κατακρεουργείται η αρχή που προτιμά 100 ένοχους έξω από τη φυλακή παρά έναν αθώο μέσα.
Κι όταν ο αθώος βγει έξω ή δικαιωθεί, ποιος θα τον αποκαταστήσει;

Δυστυχώς, με τις δικογραφίες – μαμούθ των 30, των 50 ή και των 70 ατόμων, το αποτέλεσμα είναι οι δίκες να γίνονται ύστερα από πολλά χρόνια ή να μη γίνονται ποτέ και όταν, μετά την παρέλευση του 18μηνου, οι «εγκληματίες» βγαίνουν έξω, να μην τους δίνεται καν η δυνατότητα ν’ αποκαταστήσουν τον δεινό κοινωνικό στιγματισμό τους. Περί ηθικής ικανοποίησης για την προφυλάκιση τους, ουδείς λόγος φυσικά.

Φυσική απόρροια αυτής της κατάστασης που δημιουργεί η νομική ζούγκλα είναι να προκύπτουν ποικίλες όσες δικαστικές πλάνες, χωρίς όμως ποτέ να συνδυαστούν με τη νομική – ηθική δικαίωση των θυμάτων της αστυνομικής αυθαιρεσίας.

Με αφορμή τη σύλληψη ή την απαγγελία κατηγοριών σε αστυνομικούς, γράφει σε συνδικαλιστικό σάιτ της αστυνομίας ο υποστράτηγος ε.α. Νίκος Μπέτσος
«Αν όμως εκπέσουν οι προσαρτώμενες κατηγορίες σε βάρος τους, τότε να αποδοθούν καθαροί στην κοινωνία και στην υπηρεσία τους – λαβωμένοι δυστυχώς από το κοινωνικό κόστος, γιατί συνήθως στην κοινωνία ισχύει ένα λαϊκό γνωμικό: καθαρό είναι ό,τι δεν λερώθηκε και όχι ό,τι επλύθη…».

Από εκεί, όμως, μέχρι τις επευφημίες αστυνομικών που είχαν συρρεύσει από Αγρίνιο και Βόλο στη θεσσαλονίκη την ημέρα της απολογίας των συναδέλφων τους υπάρχει τεράστια απόσταση. Στη θεσσαλονίκη, σύμφωνα με ρεπορτάζ της εφημερίδας «Μακεδονία», σε διάστημα μικρότερο των δυόμισι χρόνων, έχουν πραγματοποιηθεί οκτώ αστυνομικές επιχειρήσεις με… 183 συλλήψεις και περισσότερους από 250 κατηγορουμένους. Όλες είχαν ως βασικά ενοχοποιητικά στοιχεία τηλεφωνικές συνομιλίες που καταγράφονταν από τους αστυνομικούς που παγίδευαν επί μήνες τα τηλέφωνα των υπόπτων.

Η υπερβολική χρήση του κοριού έχει προκαλέσει έντονες συζητήσεις – και αμφισβητήσεις -, ειδικά για την εγκυρότητα των αποδεικτικών μέσων όταν αφορούν μόνο τηλεφωνικές συνομιλίες. Ακόμη και δικαστικοί λειτουργοί εξέφρασαν τις έντονες ενστάσεις τους ότι οι συνομιλίες δεν μπορούν να στηρίξουν από μόνες τους κατηγορίες, ειδικά κατά τη διαδικασία του ακροατηρίου.
Κι όμως, τους προφυλακίζουν, ανεξαρτήτως του αν ύστερα από 2 ή 6 ή 18 μήνες τούς αποφυλακίζουν με βουλεύματα. Οι δίκες δεν γίνονται ποτέ και το μόνο που μένει είναι ο κοινωνικός στιγματισμός. Και μαζί με τους αθώους βγαίνουν αγεληδόν αδιάκριτα και οι «πρόξενοι» – αλλά χωρίς ποτέ να κριθούν – βαρέων ποινικών αδικημάτων συγκρατηγορούμενοί τους.

Για λόγους οικονομίας χρόνου δεν υποκύπτουμε στον πειρασμό να μιλήσουμε για την πιθανότητα «στησίματος» ή αστυνομικής σκευωρίας. Αυτοί δεν είναι που έχουν και τα γένια και τα χτένια;
Το πειρασμό δεν απέφυγε όμως (ποιος άλλος;) ο υπουργός Ν. Δένδιας, ο οποίος ανήμερα την Πρωτοχρονιά δεν εφείσθη λόγων και πολιτικής εκμετάλλευσης του γεγονότος:
«Η πολύ μεγάλη αυτή επιτυχία της Ελληνικής Αστυνομίας είναι μία ακόμη ένδειξη της προσήλωσης, της συντριπτικής πλειοψηφίας των γυναικών και των ανδρών που υπηρετούν σε αυτή, στο έργο που η Πολιτεία τους εμπιστεύθηκε και στην αφοσίωση τους στην προστασία του κοινωνικού συνόλου. Στόχος είναι όχι μόνο ο εντοπισμός της απειροελάχιστης μειοψηφίας που μετέχει στην οργανωμένη παρανομία, αλλά και οιουδήποτε τυχόν την ανέχεται. Το μήνυμα είναι σε κάθε περίπτωση ένα: νομιμότητα παντού, από όλους και σε κάθε κατεύθυνση».
Πώς είπατε, υπουργέ μας;

Το άρθρο 27

Μια ακόμη φαλκίδευση του δυτικού νομικού πολιτισμού είναι το ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 27, που προβλέπει την έκδοση πιστοποιητικού μεταμέλειας σε άτομα που έχουν καταδικαστεί για υπόθεση ναρκωτικών, αλλά «διαπραγματεύονται» τη συνεργασία τους με μια αρμόδια διωκτική αρχή ώστε να τύχουν ευνοϊκότερης ποινικής μεταχείρισης, οδηγώντας την αστυνομία στη σύλληψη μελών και την κατάσχεση ποσοτήτων αναλογικά ανώτερων σε κάθε περίπτωση από αυτές για τις οποίες οι ίδιοι κατηγορήθηκαν.

Ενδεικτική του τι γίνεται και πώς γίνεται είναι μία από τις πολλές συνεντεύξεις που έδωσε ο διοικητής της δίωξης Ναρκωτικών Αγρινίου Φώτης Ντζιμάνης. Το όνομα και τη θέση τα αναφέρουμε, δεδομένου ότι ο ίδιος έδωσε τη συγκατάθεση του να δημοσιοποιηθούν τα στοιχεία του όσες φορές μίλησε με εκπροσώπους ΜΜΕ.

Ο Φ. Ντζιμάνης απέφυγε να μπει στην ουσία της υπόθεσης, καθώς, όπως είπε: «δεν έχω παρααβιάσει τη δικογραφία, παρά ξέρω μόνο όσα κι έχουν δημοσιευτεί στον Τύπο».
«Το ζήτημα είναι ότι εμείς κάναμε αστυνομικές επιχειρήσεις. Μας άκουγαν και καταγράφανε τις συνομιλίες μας. Και στις τρεις περιπτώσεις που κατηγορούμαι για τις βεβαιώσεις του άρθρου 27 συλλάβαμε εμπόρους και πιάσαμε μεγάλες ποσότητες, για τις οποίες εκδηλώθηκε τοπικό και εθνικής εμβέλειας δημοσιογραφικό ενδιαφέρον.

Δεν προέκυψε τίποτα σε βάρος μας. Κάναμε το σωστό. Δεν πήραμε ούτε χρήματα ούτε κάτι άλλο. Αν είχαμε πάρει, θα τα είχαν βρει, ή στις συνομιλίες έστω και κάποιο υπονοούμε χρηματισμού. Έχω τέσσερα παιδιά και βλέπω τους συναδέλφους και την κοινωνία κατά πρόσωπο. Με κατηγορούν επίσης πως πήρανμέρος σε κάποιες επιχειρήσεις και πολίτες.

Αν ξέρουν άλλο τρόπο, να έρθουν να μου τον πουν. Όσοι ασχολούνται με υποθέσεις ναρκωτικών ξέρουν πως πολλές φορές αυτό είναι αναπόφευκτο. Και όχι κατ’ ανάγκην με άτομα πα οποία βγάλαμε το χαρτί».

Για τα επίμαχα πιστοποιητικά του άρθρου 27 ξεκαθαρίζει πως τα υπέγραψε «μόνο όταν είχα το δεδομένο ότι οι υποθέσεις για τις οποίες πήραμε τις πληροφορίες βγήκαν. Υποβλήθηκαν αιτήματα μέσω δικηγόρων κι εκδόθηκαν».
Στην ερώτηση εάν έχουν ληφθεί προηγου-μένως καταθέσεις από τους «κομιστές» των πληροφοριών, λέει ότι δεν έγινε κάτι τέτοιο. «Κανονικά έπρεπε, για το τυπικό μέρος, να πά¬ρω κατάθεση από τον αρχιφύλακα (έχει ήδη προφυλακιστέο. Δεν το έκανα όμως γιατί δεν ήθελα να κλονιστεί η μεταξύ μας συνεργασία κι εμπιστοσύνη».
Αυτό λοιπόν το τόσο σοβαρό αλισβερίσι μεταξύ αστυνομικών και εμπόρων του λευκού θανάτου έχει εναποτεθεί στην πρωτοβουλία και την ερμηνεία εκάστου προϊσταμένου της όποιας τοπικής αστυνομικής υπηρεσίας.

Σε αυτό το επίπεδο τουλάχιστον, σύμφωνα με πληροφορίες, το κενό έρχεται να ρυθμιστεί με τον νέο νόμο για τα ναρκωτικά, στον οποίο θα καθίσταται υποχρεωτική η προηγούμενη λήψη κατάθεσης από τον άνθρωπο που δίνει την πληροφορία, ώστε στη συνέχεια να γνωστοποιείται αποκλειστικά και μόνο στην έδρα εκδίκασης της υπόθεσης του, για να κριθεί εάν θα εκληφθεί ως ευεργετικό υπέρ του στοιχείο.
Η σχετική ρύθμιση αποτελεί προϊόν εισηγήσεων στελεχών της Δίωξης Ναρκωτικών Αττικής, η οποία ως υπηρεσία έχει στιγματιστεί στο παρελθόν από παρόμοιες ύποπτες και δικαστικά ερευνητέες «καταχρήσεις»…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Current ye@r *