Αν ζούσε ο Λένιν

1neb45bΓράφει ο Ευελπίδης «Εύελ» Οικονομάκης

Σε αυτούς τους καιρούς βαθιάς κρίσης που έχουν δημιουργήσει οι καπιταλιστές, η ριζοσπαστική αριστερά στην Ελλάδα και αλλού έχει αποδειχθεί εντελώς ανίκανη να οδηγήσει την εργατική τάξη στην επανάσταση.

Γιατί συμβαίνει αυτό;

Θα προσπαθήσω να απαντήσω σε αυτήν την ερώτηση, και να προτείνω μια αλλαγή πορείας, την οποία ίσως κι ο Λένιν θα μπορούσε να προτείνει εάν ήταν ζωντανός.
Για να δούμε ποιες στρατηγικές είναι χρήσιμες σήμερα θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε μια διαλεκτική διαδικασία χρήσης των έργων περίπου σαράντα κορυφαίων επαναστατών, τόσο μαρξιστών και αναρχικών. Με τη μέθοδο αυτή, ακολουθούμε το παράδειγμα του «φιλόσοφου του σοσιαλισμού» του Γιόζεφ Ντίτσγκεν, ο οποίος ανέπτυξε τη θεωρία του διαλεκτικού υλισμού ανεξάρτητα από τον Μαρξ και τον Ένγκελς, και επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τον Λένιν.  Ο Ντίτσγκεν δεν τόνιζε τη διαφορά ανάμεσα σε αναρχικούς και σοσιαλιστές.  Οι λέξεις και η ζωή του υπογράμμισαν την ενότητα στην αριστερά κατά τη διάρκεια της Α’ Διεθνούς – προτού αναρχικοί, σοσιαλδημοκράτες και μαρξιστές διαχωριστούν.

 
Ας δούμε τη σημερινή κατάσταση. Σήμερα είμαστε πολύ πιο τυχεροί από τους Ρώσους μαρξιστές στις παραμονές της επανάστασης του 1917. Δεν υπάρχει κανένας λόγος (εκτός από αυστηρά ακαδημαϊκούς) να ασχοληθούμε σήμερα με τους θεωρητικούς πονοκεφάλους που βασάνιζαν τότε τους Ρώσους ριζοσπάστες.  Η Ελλάδα του 2013 δεν είναι η Ρωσία του 1917. Δεν υπάρχει ζήτημα σήμερα «παράκαμψης» ιστορικών σταδίων, δηλαδή την ιδέα του Λέον Τρότσκι της «διαρκούς επανάστασης», που ο Λένιν και οι Μπολσεβίκοι υιοθέτησαν το 1917 σε μια χώρα που δεν ήταν πλήρως καπιταλιστική.

Επίσης άνευ σημασίας για τους σκοπούς μας είναι η ανταλλαγή επιστολών μεταξύ του Φρήντριχ Ένγκελς και του «πρόδρομου του Λένιν», του συγγραφέα και κριτικού  Πετρ Τκατσέφ. Ο Τκατσέφ πίστευε ότι η Ρωσία θα μπορούσε να οικοδομήσει το σοσιαλισμό στη βάση της ρώσικης αγροτικής «κοινότητας» (obshchina). Απέρριψε τον Χέγκελ και την παρατεταμένη διαλεκτική του ως «μεταφυσικά σκουπίδια», και επέμεινε στην ανάγκη για μία επαναστατική ελίτ να πραγματοποιήσει ένα επαναστατικό άλμα (skachok) πάνω από κοινωνικοοικονομικά στάδια. Αυτή η συζήτηση καθρεφτίστηκε στης διαφορές του Γκεόργκι Πλεχάνοφ με τους Ρώσους Ιακωβίνους στα μέσα της δεκαετίας του 1880. Ο «πατέρας του ρωσικού μαρξισμού» είδε τον Ιακωβινισμό και τον Μπλανκισμό ως στρέβλωση της πραγματικής μαρξιστικής επανάστασης. Μαρξιστές, υποστήριζε ο Πλεχάνοφ – ειδικά στην καθυστερημένη Ρωσία στα τέλη του 19ου αιώνα – έπρεπε πρώτα να ασχοληθούν με καθημερινούς αγώνες και όχι με μεγαλύτερους επαναστατικούς στόχους. Περιττό να πούμε ότι, για τον Λένιν, επαναλαμβάνοντας τον Τκατσέφ, ο Πλεχάνοφ ήταν ένας αδύναμος καιροσκόπος, υποστηρικτής των κοινωνικοοικονομικών σταδίων λόγω φυσικής ροπής σε μία διαρκή στάση αναμονής. Η συζήτηση επαναλήφθηκε αργότερα ανάμεσα στον Λένιν, τον Τρότσκι, και τον «αποστάτη» και «πάπα του Μαρξισμού» Καρλ Κάουτσκι, ο οποίος επέμεινε να εξαπλωθεί πρώτα ο καπιταλισμός στη Ρωσία προτού επιχειρήσουν οι επαναστάτες να προχωρήσουν στην προσπάθεια εγκαθίδρυσης του σοσιαλισμού.

Δεδομένου ότι: δεν υπάρχει ανάγκη σήμερα να παρακάμψουμε ιστορικά στάδια και ο καπιταλισμός κυριαρχεί στην Ελλάδα και σχεδόν όλες τις χώρες του πλανήτη, ποια στρατηγική εξυπηρετεί καλύτερα τα καθήκοντα της αντικαπιταλιστικής επανάσταση; Ας εξετάσουμε την πιο ήπια – τη δημοκρατική, κοινοβουλευτική προσέγγιση.  Πολλοί επαναστάτες ενέκριναν αυτόν τον δρόμο,  συμπεριλαμβανομένων του Πάβελ Άξελροντ και Γιούρι Μάρτοφ, οι μεγαλύτεροι  Μενσεβίκοι θεωρητικοί.  Κατηγορηματικά αντίθετοι στη βία, υποστήριζαν την οργάνωση της εργατιάς και τον κοινοβουλευτισμό. Και οι δύο ήταν σταθερά κατά του είδους εκείνου του συγκεντρωτικού επαναστατικού κόμματος στο οποίο επέμενε ο Λένιν επειδή πίστευαν ότι αυτό θα οδηγούσε σε δεσποτισμό.  Ομοίως, ο Εδουάρδος Μπερνστάιν, ο ιδρυτής του εξελικτικού σοσιαλισμού και του ρεβιζιονισμού, δεν είχε υπομονή για την υλιστική θεωρία του Μαρξ, διαφώνησε με τον «νεαρό Μαρξ» του Κομμουνιστικού Μανιφέστου και της βίαιες Μπλανκιστικές τάσεις του, και προτίμησε τον πιο «ώριμο Μαρξ» ο οποίος δεν απέρριψε την ιδέα ότι ο σοσιαλισμός ήταν δυνατός μέσω ειρηνικών νομοθετικών μεταρρυθμίσεων σε δημοκρατικές κοινωνίες.

Η ιστορία δεν έχει ευνοήσει αυτή τη προσέγγιση. Οι κίνδυνοι της ειρηνικής κοινοβουλευτικής προσέγγισης προκύπτει και από την περίπτωση του Πωλ Λαφάργκ, του γαμπρού του Μαρξ (παντρεύτηκε την δεύτερη κόρη του, τη Λάουρα). Ο Λαφάργκ εξελέγη στο γαλλικό Κοινοβούλιο το 1891, ενώ ήταν υπό κράτηση από την αστυνομία – ο πρώτος Γάλλος σοσιαλιστής να καταλάβει μια τέτοια θέση.  Παρά το γεγονός ότι ο ίδιος αρνήθηκε να λάβει μέρος σε οποιαδήποτε αστική κυβέρνηση και παρέμεινε ορθόδοξος μαρξιστής (παρά το πείραγμα του πεθερού του περί του αντιθέτου: “Je ne suis pas Marxiste”), η εκλογική επιτυχία του ενθάρρυνε το POF, το Εργατικό Κόμμα της Γαλλίας, να επικεντρωθεί στις εκλογικές δραστηριότητες και να εγκαταλείψει τις πολιτικές της εξέγερσης.

Ακόμη και ένας οικονομικός ντετερμινιστής όπως ο Πλεχάνοφ είπε (αν και το μετάνιωσε αργότερα), ότι «η επιτυχία της επανάστασης είναι ο getImage.do_6υψηλότερος νόμος … Το προλεταριάτο μπορεί να περιορίσει τα δικαιώματα των ανώτερων τάξεων. Αν σε μια έκρηξη επαναστατικού ενθουσιασμού ο κόσμος επιλέξει ένα πολύ καλό κοινοβούλιο … τότε θα το κάνουμε ένα μακράς πνοής κοινοβούλιο. Και αν οι εκλογές αποδειχθούν ανεπιτυχείς, τότε θα πρέπει να προσπαθήσουμε να το διαλύσουμε ».
Η Χιλή του Σαλβαδόρ Αλιέντε είναι το καλύτερο παράδειγμα για το πώς ο «ειρηνικός» δρόμος προς τον σοσιαλισμό αφήνει μια δημοκρατικά εκλεγμένη σοσιαλιστική κυβέρνηση εκτεθειμένη στη βία του κεφαλαίου και των φασιστών υπηρετών του.

Το θέμα της συμμετοχής επαναστατικών οργανώσεων σε κοινοβούλια έχει τελικά να κάνει με το πως κάποιος βλέπει το κράτος. Ο Φέρντιναντ Λασάλ, ο πολιτικός και εκλαικευτής του έργου του Μαρξ (το έκανε κατανοητό στους απλούς εργαζόμενους) απέρριψε την ιδέα ότι το κράτος ήταν ταξικό και το είδε ως ανεξάρτητο όργανο της δικαιοσύνης για την επίτευξη του σοσιαλισμού.  Ο Γενικός Σύλλογος Εργαζομένων Γερμανίας που ίδρυσε ο Λασάλ το 1861 – το πρώτο γερμανικό εργατικό κόμμα – είχε μόνο ένα σκοπό: να κερδίσει ισότιμη, καθολική και άμεση ψηφοφορία.  Ο Λασάλ επηρέασε ακόμη και τον Βίσμαρκ να αποδεχθεί το καθολικό δικαίωμα εκλέγειν κι εκλέγεσθαι για όλους τους άρρενες υπηκόους του Β’ Γερμανικού Ράιχ. Όπως ήταν αναμενόμενο, ο Μαρξ δεν πίστευε ότι ο Λασάλ ήταν ένας αληθινός κομμουνιστής.

Ομοίως, ο Νίκος Πουλαντζάς – που κατέληξε Ευρωκομμουνιστής – σημείωσε ότι το κράτος πρέπει να εξασφαλίσει τη συναίνεση των καταπιεσμένων. Αυτό επιτυγχάνεται μέσα από ταξικές συμμαχίες, όπως την Νέα Συμφωνία του προέδρου των ΗΠΑ Φράνκλιν Ντελόν Ρούσβελτ.  Αυτές οι συμμαχίες συμβάλουν στην εδραίωση της ηγεμονίας της αστικής τάξης και υπονομεύουν την ικανότητα του προλεταριάτου να οργανωθεί.

Αν δεχτούμε την θεωρία της αστικής ηγεμονίας του Αντόνιο Γκράμσι –υπάρχει κανείς που δεν την δέχεται πλέον;– η άρχουσα τάξη δεν καθιερώνει τον έλεγχο της μόνο μέσω της βίας και του πολιτικού και οικονομικού εξαναγκασμού, αλλά και μέσω της ιδεολογίας. Αναπτύσσει μια ηγεμονική κουλτούρα, μια «κοινή λογική» για όλους.  Οι εργάτες καταλήγουν να εξισώνουν τα δικά τους συμφέροντα με τα συμφέροντα των αστών και έτσι παύουν να είναι επαναστατική δύναμη.  Αυτό βέβαια είναι πολύ πιο εύκολο να το καταφέρει το κεφάλαιο αν αριστεροί συμμετέχουν στο κοινοβουλευτικό παιχνίδι.

Το ζήτημα της συμμετοχής των κομμουνιστών στα εθνικά κοινοβούλια είναι ένα ακανθώδες θέμα. Ο Λένιν δήλωσε ότι πιθανόν να μην είναι θεμελιώδες θέμα, δηλαδή περισσότερο ζήτημα τακτικής παρά αρχής. Η πολεμική του εναντίον αλλοεθνών κομμουνιστών στην  μπροσούρα του «Αριστερισμός: μια παιδική αρρώστια του Κομμουνισμού» είναι γνωστή.  Ο Λένιν ήταν υπέρ της χρήσης «όλων των μεθόδων του αγώνα», συμπεριλαμβανομένου του κοινοβουλευτικού. Αλλά ας μην ξεχνάμε ότι η πλειοψηφία των Μπολσεβίκων συσπειρώθηκε γύρω από τον Αλεξάνδρ Μπογδάνοφ σε αυτό το θέμα και ήταν αντίθετη με την συμμετοχή του ΡΣΔΕΚ στη Γ’ ρώσικη Δούμα (Κοινοβούλιο).  Ο Λένιν στο τέλος κέρδισε το επιχείρημα, αλλά το έκανε μέσω μίας προσωρινής συμμαχίας με τους Μενσεβίκους έναντι των Μπολσεβίκων. Φυσικά ήθελε να χρησιμοποιήσει τη Δούμα ως ένα βήμα για τη διάδοση επαναστατικής προπαγάνδας.

Αλλά ας κάνουμε απολογισμό της ιστορικής πραγματικότητας. Νωρίτερα το ΡΣΔΕΚ είχε μποϊκοτάρει τη Δούμα υπέρ μιας επαναστατικής κυβέρνησης με βάση τα Σοβιέτ. Η στάση του κόμματος όμως άλλαξε μετά το 1906, όταν τα σοβιέτ είχαν καταστραφεί από την τσαρική καταστολή. Και τι πραγματικά κατάφεραν να πετύχουν οι Μπολσεβίκοι βουλευτές το 1907 – 1914, όταν ήταν παρόντες στην Γ’ και Δ’ Δούμα;  Ελάχιστα, παρά τις προσπάθειες του Λένιν να εκμεταλλευθεί την εκλογική «επιτυχία» τους. Στο τέλος και οι πέντε (!) Μπολσεβίκοι βουλευτές συνελήφθησαν λίγες εβδομάδες μετά την αρχή του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και στάλθηκαν σε φυλακές στη Σιβηρία. Ύστερα φυσικά ήρθε η επανάσταση του Φλεβάρη του 1916 και τα Σοβιέτ πάλι βγήκαν στο προσκήνιο. Έτσι, το κοινοβουλευτικό πείραμα συνετρίβη  μεταξύ των πραγματικά επαναστατικών και αποτελεσματικών δράσεων των Σοβιέτ του 1905 και του 1917.

vladimir-nekrasov-we-are-for-peaceΔεδομένης της σημερινής κατάστασης, ειδικά σε χώρες όπως η Ελλάδα, όπου εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι έχουν κατ ‘επανάληψη περικυκλώσει την Βουλή  βρίζοντας ολόκληρο το θεσμικό όργανο και όλους που συμμετέχουν σε αυτό, είναι  σαφές ότι το ζήτημα της συμμετοχής σε εκλογές έχει γίνει πραγματικά ένα θεμελιώδες ζήτημα, ένα θέμα στρατηγικής. Είναι πολύ πιο δύσκολο σήμερα να διαφωνήσουμε με την Σίλβια Πάνκχερστ.  Στην έκθεσή της στην εργατική εφημερίδα Workers’ Dreadnοught για τη συμμετοχή της στο Β’ Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς στη Μόσχα το 1920, έγραψε: «Πιστεύουμε ότι οι κομμουνιστές μπορούν καλύτερα να απεξαρτήσουν τις μάζες από την πίστη τους στον αστικό κοινοβουλευτισμό με την άρνηση να συμμετάσχουμε σε αυτόν.»

Πράγματι, περισσότερα από 90 χρόνια μετά τον «Αριστερισμό» του Λένιν, φαίνεται ότι η ιδέες εκείνων που είχαν πληγεί από αυτή την «παιδική διαταραχή» είναι ακόμα ζωντανές, ενώ αυτές των πιο «ορθολογικών» και «υγειών» στοιχείων έχουν πεθάνει και θαφτεί.  Ο κομματικός πατριωτισμός δεν έχει οδηγήσει την εργατική τάξη πουθενά.
Φυσικά είναι μια πολύ κακή ιδέα οι επαναστάτες να συνάπτουν συμμαχίες με τους εκπροσώπους της αστικής τάξης σε λαϊκούς συνδυασμούς του τύπου Λαϊκών Μετώπων.  Δεν χρειάζεται να υπενθυμίσω στον  αναγνώστη τη φρικτή εμπειρία από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 στην Κίνα όταν η επανάσταση σταματήθηκε από την Κομιντέρν του Στάλιν, και μάλιστα διέταξε τους Κινέζους κομμουνιστές να κάνουν μια καταστροφική συμμαχία με το εθνικιστικό Κουομιντάγκ (ΚΜΤ), που πολύ σύντομα όχι μόνο τους πρόδωσε αλλά και τους κατέσφαξε.  Ο Βέλγος αναρχικός που έγινε μπολσεβίκος, ο Βήκτορ Σέρζε, παραπονέθηκε εκείνη την εποχή για την γραμμή του κόμματος και διώχτηκε από το ΚΚΣΕ.
Ας αφήσουμε λοιπόν τέτοιες συμμαχίες στους bobos (bourgeois bohemians), όπως τον Τσίπρα και τον κόσμο του Σύριζα. Εάν ένα ριζοσπαστικό κόμμα που ισχυρίζεται ότι εκπροσωπεί την εργατική τάξη ενώνεται στην ίδια κυβέρνηση με τον ταξικό εχθρό, αυτό απλώς διευκολύνει την αστική τάξη να επιβάλει την ηγεμονία της.  Πώς μπορείς να κάνεις επανάσταση όταν οι «εταίροι» σου στην κυβέρνηση είναι ο ταξικός εχθρός;

Ένα συναφές ζήτημα είναι η Μαρία και η Μάρθα του καπιταλισμού – ο εθνικισμός και ο πατριωτισμός. Είναι πάντα πολύ κακή τακτική να προσπαθούν αριστεροί να συνδυάζουν αριστερές ιδέες με εθνικιστικές. Ο Τζέιμς Κόνολι της Ιρλανδίας το προσπάθησε, και τα αποτελέσματα ήταν καταστροφικά. Ποια ήταν η πορεία της ελληνικής αριστεράς σε αυτό το πλαίσιο; Υπήρχε ελάχιστο διεθνιστικό συναίσθημα στον ΕΛΑΣ. (Αλβανοί αγρότες φορούσαν κόκκινα αστέρια στα καπέλα τους σε ένδειξη αλληλεγγύης με τον Κόκκινο Στρατό, κάτι που ήταν σπάνιο μεταξύ των ανταρτών στην Ελλάδα.)  Το ίδιο το όνομα της οργάνωσης – ΕΛΑΣ – μιλά από μόνο του.

Το ΚΚΕ και το ΕΑΜ δεν είχαν ποτέ το ιδανικό της ταξικής αδελφοσύνης των λαών των Βαλκανίων. Και σήμερα, όταν η Ελλάδα έχει όλες τις προϋποθέσεις για τη μετακίνηση προς αυτή την κατεύθυνση ως ηγέτης – περιλαμβανομένων και των εκατοντάδων χιλιάδων πολύ καλά αφομοιωμένων Αλβανών και άλλων λαών των Βαλκανίων στην ελληνική κοινωνία – η αριστερά δεν δείχνει ούτε την φαντασία, ούτε την επιθυμία να ενσωματώσει τα μη-ελληνικά στοιχεία της εργατικής τάξης. Και αυτοί οι άνθρωποι αριθμίζονται πάνω από ένα εκατομμύριο, τουλάχιστον το 11% του εργατικού δυναμικού της χώρας!

Ο πιο σημαντικός λόγος για τον οποίο ο κόσμος εντάχθηκε στον ΕΛΑΣ ήταν ο πατριωτισμός και όχι η ταξική πάλη. Αυτό είναι κατανοητό δεδομένου του κοινωνικο-οικονομικού προφίλ της πλειοψηφίας του πληθυσμού της χώρας στη δεκαετία του 1940. Υπήρξε σχετική ισότητα στην ελληνική lenin1ύπαιθρο, κάτι που πηγάζει από το γεγονός ότι η Ελλάδα, ειδικά μετά την αγροτική μεταρρύθμιση του Βενιζέλου, δεν είχε ούτε αριστοκρατία γαιοκτημόνων ούτε ακτήμονες αγρότες. Οι Έλληνες αγρότες είχαν μια έντονη αίσθηση της ανεξαρτησίας τους και δεν λέγανε κανέναν «αφέντη». Αυτό ήταν καλό για τον μικροαστικό εθνικισμό, αλλά όχι για τον σοσιαλισμό.  Και ας μην γελιόμαστε: οι καπεταναίοι και αντάρτες σεβόντουσαν την ιδιωτική ιδιοκτησία!

Υπάρχει ένας τεράστιος αριθμός Ελλήνων θεωρούν ότι το ΕΑΜ / ΕΛΑΣ είναι ένα καλό μοντέλο για τον αγώνα σήμερα. Αυτή η άποψη είναι εντελώς λανθασμένη. Όπως το HUK στις Φιλιππίνες ή οι Παρτιζάνοι στην Ιταλία, ή το FLN στην Αλγερία στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, το ΕΑΜ δεν αγωνίστηκε για τον κομμουνισμό, αλλά για ένα διπλό πόλεμο απελευθέρωσης – για την εθνική απελευθέρωση από τους εξωτερικούς καταπιεστές, και για μία εσωτερική κοινωνική μεταρρύθμιση.  Ευτυχώς η Ελλάδα δεν είναι πλέον μια κατά κύριο λόγο αγροτική χώρα.

Ο οικονομικός ντετερμινισμός – ο διαλεκτικός υλισμός του Μαρξ – δεν οδηγεί αυτομάτως στο σοσιαλισμό. Ο καπιταλισμός είναι πολύ πιο ευέλικτος από τον καιρό του Μαρξ. Οι αυτοκρατορίες που υπάρχουν σήμερα, οι ΗΠΑ, η ΕΕ, και τώρα τα αυτοαποκαλούμενα BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα & Νότια Αφρική) –αν και ανταγωνιστικές  μεταξύ τους–  είναι σαφώς σε θέση να ενωθούν προκειμένου να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους ενάντια σε εκείνα της εργατιάς.  Εμείς οι επαναστάτες δεν μπορούμε να υιοθετήσουμε μια στάση laissez faire αλά Κάουτσκη, Πλεχάνοφ, Μάρτοβ, Άξελροντ, και Μπερνστάιν.  Ο Μαρξ δεν το έκανε ποτέ.  Πρέπει διαρκώς να προωθούμε την επανάσταση, γιατί αυτή δεν θα συμβεί από μόνη της.

Εφόσον λοιπόν απορρίπτουμε τον ειρηνικό, εκλογικό και κοινοβουλευτικό δρόμο, τι άλλες επιλογές υπάρχουν;  Χρειαζόμαστε μια εξαιρετικά συγκεντρωτική και συνωμοτική οργάνωση; Ο Ρώσος νιχιλιστής και προστατευόμενος του Μιχαήλ Μπακούνιν (ο οποίος τον αποκαλούσε «τιγράκι» του) Σεργκέι Νετσάγιεφ, ο συγγραφέας του Κατήχησης του Επαναστάτη, είδε την αδίστακτη ανηθικότητα της εκκλησίας και κράτους και επέμεινε ότι οι επαναστάτες έπρεπε να διεξάγουν τον αγώνα ανελέητα, χρησιμοποιώντας κάθε μέσο δυνατόν, συμπεριλαμβανομένης της τρομοκρατίας. Χρησιμοποιούσε ψέματα, πονηριά και ραδιουργίες, μεταξύ άλλων Ιησουιτικών μεθόδων.  Ο Νετσάγιεφ ανέβασε τον φανατισμό του σε τέτοιο σημείο υπερβολής όπου και συμμετείχε στη δολοφονία ενός συναδέλφου στην συνωμοτική ομάδα «Λαϊκή Εκδίκηση» (Narodnaia Rasprava) (το γεγονός αυτό ήταν η βάση του μυθιστορήματος του Ντοστογιέφσκι, «Οι Δαιμονισμένοι»). Έστελνε σε μέλη της διανόησης ελαττωματικώς κωδικοποιημένα επαναστατικά κείμενα, ούτως ώστε αυτά να συλληφθούν και να τιμωρηθούν και, κατά συνέπεια, να ριζοσπαστικοποιηθούν! Σίγουρα δεν χρειαζόμαστε τέτοιου είδους θεωρητικά ανενδοίαστους και ολέθριους ανάμεσά μας.  Η πολιτική δολοφονία στραγγίζει την ενέργεια των επαναστατών και προκαλεί τέτοια δριμεία κρατική καταστολή που κάθε οργανωτική δουλειά καθίσταται αδύνατη.  Όπως είπε ο Λένιν μετά την εκτέλεση του αδελφού του Αλέξανδρου το 1887 στο Σλίσσελμπουργκ για οργάνωση της απόπειρας δολοφονίας του τσάρου 554713_107770802696983_1238168591_nΑλέξανδρου Γ’: my poidem drugim putyem – «εμείς θα πάρουμε άλλο δρόμο».

Φυσικά υπάρχουν στοιχεία από συνωμοτικές οργανώσεις που ο σημερινός επαναστάτης θα πρέπει να εγκρίνει.  Όλοι μας πρέπει να είμαστε λίγο σαν τον Λέο Ντζοτσίχες, ιδρυτικό μέλος των Σπαρτακιστών στο Βερολίνο.  Πάρα πολύ λίγα είναι γνωστά γι ‘αυτόν, λόγω της μυστικότητας και συνωμοτικού ύφους του έργου του. Τέτοιες συνήθειες είναι απαραίτητες ειδικά αν θέλουμε να αποφύγουμε διείσδυση από ασφαλίτες και προβοκάτορες, για τους οποίους η Λουίζ Μισέλ, «η κόκκινη λύκαινα» της Κομμούνας του Παρισιού κάποτε αστειεύτηκε: «Μας αρέσει να έχουμε προβοκάτορες μέσα στο κόμμα, επειδή πάντα προτείνουν τις πιο επαναστατικές κινήσεις.» Αλλά δεν είναι καθόλου αστείο όταν σε βάζουν μέσα.  Ένας επαναστάτης στην φυλακή είναι άχρηστος για τον αγώνα.  Ας ξεχάσουμε το facebook (εγώ προσωπικά δεν το έχω χρησιμοποιήσει ποτέ!) και τα τηλέφωνα.  Χαρτί και μολύβι!

Έχουμε δει τα μελαγχολικά αποτελέσματα τέτοιων οργανώσεων όπως η Ερυθρές Ταξιαρχίες, το RAF, και η 17 Νοέμβρη. Ρομαντικό υλικό για ταινίες, και τίποτα παραπάνω.  Τέτοιες τακτικές είναι αντιπαραγωγικές και ως εκ τούτου επιζήμιες για την επανάσταση.  Παρόμοιες οργανώσεις ελπίζουν να καταλάβουν την εξουσία στο όνομα του λαού. Αυτό τελικά είναι η αδυναμία τους. Οι εργάτες πρέπει να κάνουν οι ίδιοι την επανάσταση. Αν και δεν είναι ευρέως κατανοητό (ειδικά από τους bobos) υπάρχει ένας βαθιά ψυχολογικός παράγοντας που υπονομεύει τις κλασσικές θεωρίες του κοινωνικού περιβάλλοντος. Οι κοινωνικές συνθήκες δεν μετράνε καθόλου, εκτός και αν οι άνθρωποι που τις χρησιμοποιούν τις έχουν δημιουργήσει οι ίδιοι.  Το καλό και το κακό στους ανθρώπους λειτουργούν αυτόνομα. Βάλτε ένα άτομο στις καλύτερες δυνατές συνθήκες, και θα τις καταστρέψει. Γιατί; Επειδή δεν τις δημιούργησε ο ίδιος – γιατί δεν είναι συνθήκες του. Ο άνθρωπος από την φύση του απεχθάνεται τη πεφωτισμένο δεσποτισμό.

Κεντρικοποιημένες συνωμοτικές οργανώσεις είχαν τη θέση και το ρόλο τους στην ιστορία, κυρίως το μπολσεβίκικο κόμμα του Λένιν.  Η Ρωσία του 1917 ήταν κατά κύριο λόγο μια αγροτική χώρα με βιομηχανική εργατική τάξη μόνο σε μερικές πόλεις, μια χώρα όπου ο Λένιν και άλλοι διανοούμενοι μπορούσαν να παρέχουν ζωτικής σημασίας ηγεσία. Μια οργάνωση όπως οι μπολσεβίκοι ήταν τέλεια για την κατάληψη της εξουσίας, αλλά δεν ήταν τόσο καλή για τη δημιουργία του σοσιαλισμού.  Έζησα στη Σοβιετική Ένωση δώδεκα χρόνια. Το σοβιετικό πείραμα απέτυχε για λόγους που συνάδουν με το κλασικό μαρξισμό.

Πολλοί επαναστάτες παρείχαν κριτική υποστήριξη στο μπολσεβίκικο καθεστώς, τουλάχιστον πριν τα τέλη της δεκαετίας του 1920, όταν ο Στάλιν άρχισε να επιβάλει την προσωπική του δικτατορία. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ, αν και υποστήριζε το νέο καθεστώς, περιέγραψε τρεις βασικούς λόγους για τους οποίους θα αποτύγχανε: η καταστολή της Συντακτικής Συνέλευσης τον Ιανουάριο του 1918, η μπολσεβίκικη υποστήριξη για την διανομή των γαιών των παλαιών φέουδων στις κοινότητες των αγροτών, και η πολιτική στήριξης του δικαιώματος όλων των λαών στην εθνική ανεξαρτησία και στην «αυτοδιάθεση». Πώς; Έτσι ακριβώς! Μια επαναστατική σοσιαλιστική κυβέρνηση δεν μπορεί να μοιράζει γη στους αγρότες. Ο μικρογαιοκτήμονας αντικειμενικά είναι ένας μικροαστός, άρα εχθρός του σοσιαλισμού.  Σοσιαλισμός σημαίνει να μοιράζεσαι, κάτι που δεν είναι δυνατόν όταν υπάρχει ιδιωτική ιδιοκτησία.  (Παρεμπιπτόντως, κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου της Ρωσίας ο Νέστωρ Μαχνό ήταν για το Λευκό αντεπαναστατικό στρατό ένας μικροαστός επαναστάτης ενώ για το Κόκκινο στρατό ήταν ένας μικροαστός αντεπαναστάτης.) Ούτε ο σοσιαλισμός δίνει σε κανέναν το δικαίωμα να δημιουργεί το δικό του έθνος. (Μόνο στο πλαίσιο αυτό είναι καλό πράγμα η «παράκαμψη» ιστορικών σταδίων.) Ο εθνικισμός είναι ο εχθρός μας. Για τους πραγματικούς κομμουνιστές η μόνη πατρίδα μας είναι η επανάσταση.  
 
Πως αντέδρασαν ο Λένιν και ο Τρότσκι στην κριτική που τους έκανε η Λουξεμπούργκ;  Αναγνώρισαν ότι η κριτική της ήταν κλασική μαρξιστική, αλλά υποστήριξαν ότι οι συνθήκες στη Ρωσία το 1917 απαιτούσαν μια διαφορετική προσέγγιση.

82095-rojaluxemburgΗ αποτυχία του Σοβιετικού πειράματος οφείλεται σε αυτούς τους παράγοντες. Επίσης εξαιρετικά σημαντική ήταν η απόφαση του Στάλιν το 1925 να υποστηρίξει την θεωρία του «σοσιαλισμού σε μια χώρα». Ο Μαρξ και ο Ένγκελς είχαν περιγράψει τον καπιταλισμό ως ένα διεθνές φαινόμενο. Ο Λένιν πήγε την ανάλυσή τους παραπέρα με το βιβλίο του Ιμπεριαλισμός: το Ανώτατο Στάδιο του Καπιταλισμού.

Ο Λένιν και ο Τρότσκι γνώριζαν καλά ότι η ανατροπή του καπιταλισμού έπρεπε να επιτευχθεί σε διεθνή κλίμακα. Ήλπιζαν ότι η γερμανική εργατική τάξη θα ξεσηκωνόταν και θα ένωναν τις δυνάμεις τους μαζί – για να ανάψουν μια ευρωπαϊκή φωτιά κατά των αστών. Αυτό δεν συνέβη (και η Λουξεμπούργκ, που ήταν επικριτική της Ρωσικής Επανάστασης, ήταν ακόμη πιο επικριτική όσον αφορά την «πλήρη αποτυχία του διεθνούς προλεταριάτου», όπως την χαρακτήρισε).

Ακόμα και σε μια χώρα τόσο τεράστια όσον η Σοβιετική Ένωση, η οποία κάλυπτε το ένα έκτο της επιφάνειας της γης, δεν ήταν δυνατόν να μην διαφθαρεί ο σοσιαλισμός από μια γραφειοκρατική ελίτ.  Αυτός είναι ο ορισμός του σταλινισμού: η θεωρία του σοσιαλισμού σε μια χώρα σε συνδυασμό με μια συντηρητική και παρασιτική γραφειοκρατία.

Ο Στάλιν νίκησε τον Χίτλερ, ναι. Αυτός είναι ο κύριος λόγος που οι φίλοι μου στο ΚΚΕ υποστηρίζουν τον Στάλιν σαν αγαθά αρνιά πριν την σφαγή. Αλλά μόνο όσοι δεν έχουν μάτια να δουν και αυτιά για να  ακούσουν μπορούν να αρνηθούν ότι η προλεταριακή επανάσταση στη Ρωσία (δηλαδή στο Πέτρογκραντ και στη Μόσχα) προδόθηκε. Ακριβώς όπως οι τσάροι πριν από αυτόν, ο Στάλιν ήθελε πάνω απ ‘όλα την αύξηση της δύναμης του κράτους. Ο σοσιαλισμός και τα δικαιώματα των εργαζομένων ήταν δευτερεύον θέματα για τον «χοζιάιν» ή «αφεντικό» όπως αγαπούσε να τον αποκαλούν. Αλλά ας μην ξεχνάμε ότι ακόμα και ο Τρότσκι, ο μεγαλύτερος εχθρός του Στάλιν, και ίσως περισσότερο ορθόδοξος μαρξιστής από τον Λένιν, βρήκε αιτιολογίες για να υποστηρίξει το Σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότωφ του Αυγούστου 1939 τη συμφωνία μεταξύ του Στάλιν και του Χίτλερ. Αυτό εξαγρίωσε πολλούς μαρξιστές, συμπεριλαμβανομένης της ρωσο-αμερικανίδας  γραμματέα του Τρότσκι στο Μεξικό, την Ράια Ντουναιέφσκαια, η οποία τα έσπασε με τον Τρότσκι πάνω σε αυτό το ζήτημα.  Ήταν έντονα ενάντια της ιδέας ότι η Σοβιετική Ένωση παρέμεινε ένα «εργατικό κράτος» μετά από το Σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μόλοτοφ.

Ένα άλλο μέλος τον Σπαρτακιστών της Γερμανίας, ο οποίος, μαζί με την Λουξεμπούργκ, τον Καρλ Λίμπκνεχτ, Λέο Ντζοτσίχες, Πωλ Λέβι και Φράνζ Μέχρινγκ (ο οποίος έγραψε την κλασική βιογραφία του Μαρξ), προσέφερε κριτική υποστήριξη στην Σοβιετική Ένωση, ήταν ο Όττο Ρούχλε.  Ανέπτυξε μια πρώιμη κομμουνιστική κριτική του μπολσεβικισμού βλέποντας τον λενινισμό ως κατάλληλο για την ανατροπή του τσαρισμού, αλλά όχι για την προλεταριακή επανάσταση. Παρά τις προθέσεις τους, οι Μπολσεβίκοι κατάφεραν κάτι πολύ πιο παρόμοιο με τις αστικές επαναστάσεις της Ευρώπης παρά με μια προλεταριακή επανάσταση.

Όταν ζούσα στη Σοβιετική Ένωση, συνάντησα έναν βετεράνο του Κόκκινου Στρατού,ο οποίος ήταν υπολοχαγός με τις δυνάμεις του Στρατάρχη Γκεόργκι Ζούκοφ όταν μπήκαν στο Βερολίνο τον Απρίλιο του 1945. Αυτός ο τύπος ήταν μοναδικός γιατί όταν παρήλαυνε στις 9 Μαΐου -Ημέρα της Νίκης– δεν φορούσε οποιαδήποτε μετάλλια ή διακριτικά αξιωματικών –όπως συνήθιζαν οι πρώτοι επαναστάτες. Αλλά ήταν ένας ανάμεσα σε εκατομμύρια. Η διάκριση στη Σοβιετική Ένωση, ιδιαίτερα στη μετέπειτα μεταπολεμική εποχή, μεταξύ της κεφαλής και του σώματος, μεταξύ των διανοουμένων και των εργαζομένων, μεταξύ των αξιωματικών και των απλών οπλιτών, αντιστοιχούσε στην δυαδικότητα μίας ταξικής κοινωνίας. Μια κατηγορία ανθρώπων εκπαιδεύεται για να κυριαρχεί, μια άλλη για να κυριαρχείται. Η σοβιετική γραφειοκρατία προσπάθησε βέβαια να εξομαλύνει αυτή την αντίφαση με την επινόηση του όρου «rabochaia intelligentsia» ή «εργατική  διανόηση», αλλά αυτό ήταν μια γελοία προσπάθεια να κρυφτεί πίσω από το δάχτυλό της.

Εδώ η γνώμη του πολωνικού αναρχικού Ιαν Ματσάζσκι (ψευδώνυμο Α. Βόλσκι) είναι διδακτική. Εφάρμοσε μια μαρξιστική μεθοδολογία κατά τον Καρλ Κάουτσκι, λέγοντας ότι τα συμφέροντα των διανοούμενων -συμπεριλαμβανομένων των μαρξιστών – ήταν αντίθετα με αυτά των εργατών, διότι η μη παραγωγική εργασία των διανοουμένων εξαρτάται από την από μέρους τους επιδίωξη απόκτησης κληρονομικού μονοπωλίου της εκπαίδευσης σε βάρος των εργαζομένων. Πρότεινε οι εργαζόμενοι να κρατάνε την απόσταση τους από διανοούμενους, ακόμη και ριζοσπαστικούς διανοούμενους.  Προσπάθησε να συνδέσει τον αναρχισμό και τον μαρξισμό με την εφαρμογή της μαρξιστικής κριτικής της κατηγορίας που κυριαρχείται από την ιδεολογία στο ίδιο τον μαρξισμό.  Ο Βόλσκι πρόβλεψε έναν «κρατικό καπιταλισμό» για κάθε επανάσταση με επικεφαλής διανοούμενους, οι οποίοι παίρνουν τον έλεγχο του κρατικού μηχανισμού και καταπιέζουν την εργατική τάξη, πράγμα το οποίο με τη σειρά του προωθεί τον  καπιταλισμό στις τελευταίες μέρες του.

Η «συμβολή» του Λένιν στον μαρξισμό είναι βέβαια η ιδέα του επαναστατικού κόμματος.  Έτσι, η Σοβιετική Ένωση δεν ήταν πραγματικά μια ένωση εργατικών συμβουλίων (Σοβιέτ). Ήταν μια ένωση υπό την ηγεσία του ΚΚΣΕ. Ο Ολλανδός συμβουλιακός κομμουνιστής Αντόν Πάνεκουκ σημείωσε ότι η αποτυχία της ρωσικής επανάστασης οφείλεται στο γεγονός ότι αφού ο Λένιν και οι Μπολσεβίκοι ήρθαν στην εξουσία τα Σοβιέτ ακρωτηριάστηκαν. Αντί των εργατικών συμβουλίων – των σοβιέτ – οι μπολσεβίκοι εγκαθίδρυσαν την κυριαρχία του κόμματός τους και οι εργαζόμενοι απομακρύνθηκαν από την κεντρική πολιτική σκηνή.  Ό,τι και να πει κανείς για τη Σοβιετική Ένωση, δεν ήταν αυτό που το όνομα υπονοεί. (Και φυσικά η Επιτροπή Δημόσιας Ασφάλειας του Ροβεσπιέρου ακούγεται πιο δημοκρατική και ριζοσπαστική από την Επιτροπή Κρατικής Ασφάλειας –Kommitet Gosudarstvennoi Bezopasnosti, ή KGB.)  

Βλέπουμε λοιπόν ότι υπάρχουν κομμουνιστές, οι οποίοι, όπως και οι αναρχικοί, απορρίπτουν το ρόλο του κόμματος. Ο Ρούχλε ήταν ένας αιώνιος imagesαουτσάιντερ.   Ήταν εναντίον του συνδικαλιστικού κινήματος με τα αυστηρά οικονομικά αιτήματά του, ήταν κατά του λενινιστικού κόμματος, ήταν σε αντίθεση με την καπιταλιστική δημοκρατία και φυσικά μισούσε το φασισμό. Είπε χαρακτηριστικά: «Η επανάσταση δεν είναι υπόθεση κόμματος.» Εάν ζούσε ο Καρλ Μαρξ, ποιος ξέρει τι θα έλεγε; Ένα πράγμα είναι σίγουρο: θα υποστήριζε – όπως και ο Μπακούνιν – τα εργατικά συμβούλια, δηλαδή, τα σοβιέτ. Ας μην ξεχνάμε ότι και οι δύο άνδρες υποστήριξαν την Κομμούνα του Παρισιού – την πρώτη εργατική κυβέρνηση – με την ίδια θέρμη.

Ποιος, λοιπόν, είναι ο ρόλος για ανθρώπους που θεωρούν τους εαυτούς τους επαναστάτες; Πόσους επαναστάτες (αναρχικούς και μαρξιστές), ξέρουμε που είναι πραγματικοί προλετάριοι; Σίγουρα υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα σε κάποιον που εργάζεται σε ένα βιβλιοπωλείο και ένα εργαζόμενο στα ναυπηγεία Ελευσίνας.  Φυσικά το ΚΚΕ και οι περισσότεροι μαρξιστές σήμερα παρουσιάζουν το επιχείρημα (που το «συμπεραίνουν» από τον Μαρξ, αν και ποτέ δεν το έκανε ο ίδιος) ότι επειδή όλη η μισθωτή εργασία είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης είναι όλη ως εκ τούτου δυνητικά επαναστατική. Ωραία, αλλά τι είδους μισθωτής εργασίας είναι δυνητικά πιο ισχυρή σε μια απεργία (και κάθε απεργία περιέχει το σπόρο της επανάστασης); Τυπικά μιλώντας, όποιος κερδίζει ένα μισθό είναι ένας εργαζόμενος. Οι άνθρωποι στα γραφεία με τους άσπρους γιακάδες, οι δάσκαλοι και οι δασκάλες, οι γιατροί του ΙΚΑ, και πάει λέγοντας…είναι εργαζόμενοι. Το πρόβλημα όμως είναι ότι το ΚΚΕ έρχεται επικίνδυνα κοντά στο να υιοθετεί την άποψη του Χέρπερτ Μαρκούζε, του κυρίου θεωρητικού της Νέας Αριστεράς και των φοιτητικών κινημάτων στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και στις αρχές της δεκαετίας του 1970 στη Γερμανία, τη Γαλλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.  Ο Μαρκούζε πήρε την αντικειμενοποίηση του Μαρξ (η παραγωγή των αντικειμένων, η οποία οδηγεί στην αποξένωση του εργάτη από το προϊόν που παράγει) περαιτέρω: ο καπιταλισμός και οι εργαζόμενοι πιέζονται τόσο σκληρά από την εκβιομηχάνιση, που βλέπουν τους εαυτούς τους ως επεκτάσεις των αντικειμένων που παράγουν: οι ίδιοι αναγνωρίζουν τον εαυτό τους σε βασικά προϊόντα τους, και «βρίσκουν την ψυχή τους» στα αυτοκίνητά τους, της ηλεκτρονικές συσκευές, τα τηλέφωνα και παρόμοια γκάτζετ. Υποστήριζε ότι οι πλούσιες τεχνολογικές κοινωνίες ελέγχονται και χειραγωγούνται πλήρως, με τον κάθε εργαζόμενο να καταλήγει απλώς καταναλωτής προϊόντων. Η πίεση του καταναλωτισμού οδηγεί στη ολική ενσωμάτωση της εργατικής τάξης στον καπιταλισμό. Πολιτικά κόμματα και συνδικαλιστικές οργανώσεις χάνουν ραγδαία τη δύναμη της αρνητικής ή κριτικής σκέψης. Το συμπέρασμα του Μαρκούζε; Ότι η εργατική τάξη δεν είναι πλέον μια ανατρεπτική δύναμη που μπορεί να κάνει επανάσταση. Η λύση που πρότεινε; Μια συμμαχία μεταξύ ριζοσπάστες διανοούμενους και ομάδες που δεν έχουν ακόμη ενσωματωθεί στη σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία – οι κοινωνικά περιθωριοποιημένοι, οι απόβλητοι, η εκμεταλλευόμενοι και διωγμένοι από άλλες φυλές και χρώματα, οι άνεργοι και οι μη-απασχολήσιμοι.

Συμφωνούμε με τον Μαρκούζε ότι «το προλεταριάτο, όπως ο Μαρξ το κατανόησε έχει γίνει μια μυθολογική ιδέα στην προηγμένη καπιταλιστική κοινωνία»; Όχι, καθόλου.  Τα γεγονότα στους δρόμους της Αθήνας, της Λισαβόνης, της Μπαρτσελονας, και πολλές άλες πόλεις ας έχουν δείξει ξεκάθαρα ότι οι εργάτες όχι μόνο δεν είναι μια «ιδέα», αλλά μια ενδεχομένως τεράστια επαναστατική δύναμη.  Εάν υιοθετούσαμε τα λεγόμενα του Μαρκούζε αυτό θα μπορούσε να μας οδηγήσει πίσω στο είδος τον ανοησιών που υιοθέτησε ο Πετρ Λαβρόφ.  Αυτός ο Ρώσος πίστευε ότι οι εκμεταλλευόμενοι (και στην περίπτωση της Ρωσίας, όταν έγραφε στα τέλη του 19ου αιώνα, αυτοί ήταν οι αγρότες), θα πρέπει να καθοδηγούνται από τους διανοούμενους οι οποίοι, κατά τα λεγόμενά του, «είναι καθαροί».  Ο Πωλ Μάτικ, ένας γερμανοαμερικανός συμβουλιακός κομμουνιστής απέρριψε κατηγορηματικά την άποψη του Μαρκούζε, και έφθασε στο σημείο να προτείνει ότι ο μαρξισμός ήταν το τελευταίο καταφύγιο ορισμένων στοιχείων της αστικής τάξης!
 
Έτσι, θέτουμε εκ νέου το ερώτημα: ποιος είναι ο ρόλος των επαναστατών, αν όχι να οδηγήσουν τους εργαζόμενους στην κατάληψη της εξουσίας; Να συμφωνήσουμε ότι ένα επαναστατικό κόμμα από μόνο του δεν αρκεί, ότι δεν μπορεί να καταλάβει την εξουσία στο όνομα του προλεταριάτου, και στη συνέχεια να δημιουργήσει το σοσιαλισμό μεγαλόψυχα για την εργατική τάξη; Καλώς.  Έχουμε συμφωνήσει ότι ο σοσιαλισμός συνεπάγεται τον άμεσο πολιτικό έλεγχο των οικονομικών θεσμών από τους ίδιους τους εργαζόμενους;  Ότι ο σοσιαλισμός πρέπει να είναι δημοκρατικός και ότι η βελτίωση της ζωής – η δημιουργία του σοσιαλισμού – δεν πρέπει να αφεθεί στα αυτόματη λειτουργία της οικονομίας; Πολύ καλά. Δεν μπορούμε να είμαστε οικονομικοί μοιρολάτρες. Η δημιουργία του σοσιαλισμού είναι το καθήκον της συνειδητής κοινωνικής δραστηριότητας από τους ίδιους τους εργαζόμενους.Συμφωνούμε με τον Μαξιμιλιέν Ρούμπελ, ο οποίος έμεινε έκπληκτος από την έλλειψη συνοχής και την σύγχυση γύρω από τον «επιστημονικό σοσιαλισμό» του Μαρξ, και ήταν πολεμικός στην κριτική του ενάντια στις ιδεολογίες του «μαρξισμού», οι οποίες ήταν σε αντίθεση με την άποψη που υπογράμμιζε την «αυτο-κίνηση» της εργατικής τάξης πάνω απ ‘όλα;  Πάρα πολύ ω ραία.  Συμφωνούμε όλοι ότι ο κομμουνισμός θα πρέπει να επιτευχθεί από τους ίδιους τους εργαζόμενους, δημοκρατικά οργανωμένοι σε συμβούλια;  Εξαιρετικά. Το επαναστατικό κόμμα μπορεί να είναι ή μπορεί να μην είναι απαραίτητο, αλλά εάν είναι αναγκαίο, δεν μπορεί να είναι ενεργό μόνο του. Ο κοινός παρονομαστής είναι τα εργατικά συμβούλια (Σοβιέτ).  Χωρίς τα συμβούλια το παιχνίδι είναι χαμένο πριν αρχίσει!  

 
Έτσι, αν το έργο των επαναστατών δεν είναι να κάνουν επανάσταση στο όνομα των εργαζομένων, τι στο καλό είναι τότε το έργο τους; Η απάντηση είναι απλή: είναι να κάνουν ό,τι είναι δυνατόν για να παρακινήσουν τους εργαζόμενους να σχηματίσουν σοβιέτ και να καταλάβουν την εξουσία. Πιστεύω ότι εάν ο Λένιν ζούσε σήμερα θα συμφωνούσε με αυτή τη στρατηγική. Αλλά πώς μπορεί να επιτευχθεί αυτό το τρομερά φιλόδοξο έργο; Σίγουρα όχι με την σύγχυση των εργαζομένων με δεκάδες μικροσκοπικών επαναστατικών οργανώσεων που όλες αντ-αγωνίζονται να γίνουν οι «αρχηγοί» της επανάστασης! Όχι με την πώληση «επαναστατικών εφημερίδων» στο προλεταριάτο. Έτσι κι αλλιώς οι εργάτες δεν εντυπωσιάζονται, και ως επί το πλείστον αποφεύγουν τους «επαναστάτες». Είναι μήπως η ίδια η Αριστερά η αιτία για την ανικανότητα της να καθοδηγήσει το λαό, στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες;  Επειδή «ψοφάει» να καθοδηγήσει δεν οδηγεί τίποτα παρά τον ίδιο τον άχρηστο εαυτό της.

Υπάρχουν πολύ πιο αποτελεσματικοί τρόποι να ξεσηκώσουμε την εργατιά από το λήθαργο της ώστε να αρχίσει η ίδια να δρα επαναστατικά.   
Αλλά σχετικά με αυτό το ενδιαφέρον θέμα στο επόμενο άρθρο μου.  

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Current ye@r *