

Η εικόνα που περιγράφεται –και που αναπαράγεται καθημερινά στα κεντρικά δελτία ειδήσεων– δεν αφήνει περιθώρια για εφησυχασμό. Η Ανατολική Μεσόγειος μετατρέπεται με ραγδαίο ρυθμό σε ζώνη άμεσης εμπλοκής ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και η Ελλάδα, με ευθύνη της κυβέρνησης και των διαχρονικών επιλογών του αστικού πολιτικού συστήματος, έχει μετατραπεί σε κρίκο αυτής της επικίνδυνης αλυσίδας.
Το ιρανικό πλήγμα κατά της βρετανικής βάσης στο Ακρωτήρι, η εκκένωση στρατιωτικών περιοχών στην Κύπρο, η αναστολή λειτουργίας του αεροδρομίου Πάφου, αλλά και η αποστολή ελληνικών φρεγατών και F-16 στη Μεγαλόνησο, συνθέτουν μια εικόνα που υπερβαίνει τα όρια ενός «μακρινού» πολέμου. Όταν η Τεχεράνη δηλώνει ανοιχτά πως «αν χρειαστεί θα επιτεθεί σε οποιαδήποτε αμερικανική βάση στην Ευρώπη» και όταν στην ίδια την Ελλάδα λειτουργούν και επεκτείνονται αμερικανοΝΑΤΟϊκές εγκαταστάσεις, τότε ο κίνδυνος δεν είναι θεωρητικός. Είναι υπαρκτός.
Η Ελλάδα ως ορμητήριο
Τα τελευταία χρόνια, με αλλεπάλληλες συμφωνίες «αμυντικής συνεργασίας», η χώρα έχει παραχωρήσει κρίσιμες στρατιωτικές υποδομές στις ΗΠΑ και στο ΝΑΤΟ. Από τη Σούδα μέχρι την Αλεξανδρούπολη, από τη Λάρισα μέχρι το Στεφανοβίκειο, η ελληνική επικράτεια χρησιμοποιείται ως κόμβος μεταφοράς στρατευμάτων, οπλικών συστημάτων και επιχειρησιακής υποστήριξης.
Αυτές οι εγκαταστάσεις δεν είναι «ουδέτερες». Σε περίπτωση γενικευμένης σύγκρουσης, αποτελούν δυνητικούς στόχους αντιποίνων. Η λογική είναι απλή και σκληρή: όποιος προσφέρει έδαφος και διευκολύνσεις σε μια πολεμική μηχανή, καθίσταται μέρος της.
Ο μύθος της «ασφάλειας μέσω συμμαχιών»
Για χρόνια καλλιεργήθηκε η ιδέα ότι η βαθύτερη εμπλοκή στους ευρωατλαντικούς σχεδιασμούς προσφέρει «ασπίδα προστασίας». Όμως η πραγματικότητα δείχνει το αντίθετο. Οι ανταγωνισμοί ΗΠΑ–Ιράν, η ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή, η όξυνση των γεωπολιτικών συγκρούσεων, δεν αφήνουν περιθώρια για «επιλεκτική ουδετερότητα».
Όταν οι μεγάλες δυνάμεις συγκρούονται, οι βάσεις και τα στρατιωτικά στηρίγματα μετατρέπονται αυτομάτως σε πιθανούς στόχους. Η Ελλάδα δεν είναι απλός παρατηρητής. Είναι κρίσιμος κόμβος.
Ποιος πληρώνει το τίμημα;
Το τίμημα δεν το πληρώνουν οι κυβερνήσεις ούτε οι στρατιωτικές ηγεσίες. Το πληρώνουν οι λαοί. Οι εργαζόμενοι που βλέπουν δισεκατομμύρια να κατευθύνονται σε εξοπλισμούς, ενώ η υγεία, η παιδεία και η κοινωνική πρόνοια υποχρηματοδοτούνται. Το πληρώνουν οι νέοι που καλούνται να υπηρετήσουν σε μια στρατηγική που δεν αποφάσισαν. Το πληρώνουν οι τοπικές κοινωνίες που μετατρέπονται σε «στόχους υψηλής αξίας».
Η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται σε τεχνικά στρατιωτικά δεδομένα. Είναι βαθιά πολιτική. Ποιανού τα συμφέροντα υπηρετεί η μετατροπή της χώρας σε προκεχωρημένο φυλάκιο; Ποιανού ασφάλεια διασφαλίζεται; Σίγουρα όχι του ελληνικού λαού.
Ο πόλεμος είναι στην γειτονιά μας
Όταν οι ίδιες οι ειδήσεις μιλούν για «κόκκινο συναγερμό», όταν στρατιωτικές κινήσεις και διπλωματικές απειλές κλιμακώνονται, τότε δεν μιλάμε για ένα μακρινό μέτωπο. Μιλάμε για μια σύγκρουση που ακουμπά άμεσα την περιοχή μας.
Το ερώτημα που τίθεται δεν είναι αν «θα μας αγγίξει» η κρίση. Το ερώτημα είναι αν θα συνεχίσουμε να αποδεχόμαστε τη βαθύτερη εμπλοκή ή αν θα διεκδικήσουμε μια πολιτική απεμπλοκής, ειρήνης και ανεξαρτησίας από τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς.
Σε μια εποχή που η φωτιά εξαπλώνεται επικίνδυνα, η ανάγκη για λαϊκή εγρήγορση, για αντιπολεμικό κίνημα και για ρήξη με τη λογική των βάσεων και της πολεμικής εμπλοκής, δεν είναι ιδεολογική πολυτέλεια. Είναι όρος επιβίωσης.
Γιατί όταν οι βάσεις γίνονται στόχοι, οι λαοί γίνονται όμηροι.

0 Comments