Υπάρχουν φράσεις που επιστρέφουν σαν κακόγουστη επανάληψη.
Το 2013 η Real News κυκλοφορούσε με το πρωτοσέλιδο: «Ποιοι και πώς έκαψαν τη Marfin». Η εικόνα που δημιουργούνταν στην κοινή γνώμη ήταν σαφής: οι ένοχοι είχαν βρεθεί.
Το αποτέλεσμα είναι γνωστό. Οι συγκεκριμένοι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν.
Δεκατρία χρόνια αργότερα, ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη Μιχάλης Χρυσοχοΐδης δηλώνει στα ΝΕΑ ότι «η υπόθεση είναι δεμένη» και ότι «οι συλλήψεις δεν έγιναν στον αέρα».
Η διαφορά είναι ότι αυτή τη φορά δεν αρκεί μια πολιτική διαβεβαίωση.
Ο υπουργός αποφαίνεται πριν από το δικαστήριο;
Ο Χρυσοχοΐδης υποστηρίζει ότι υπάρχει αποδεικτικό υλικό και ότι η νομιμότητα τηρήθηκε απολύτως.
Αυτό, όμως, δεν είναι το επίδικο.
Το επίδικο είναι αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό υλικό αρκεί για να αποδειχθεί πέρα από κάθε εύλογη αμφιβολία η ενοχή των κατηγορουμένων.
Αυτό δεν το αποφασίζει ο υπουργός.
Το αποφασίζουν οι δικαστές.
Κι όμως, ο ίδιος δεν περιορίζεται να πει ότι η υπόθεση παραπέμφθηκε στη Δικαιοσύνη. Επιλέγει έναν χαρακτηρισμό που δημιουργεί δημόσια βεβαιότητα: «η υπόθεση είναι δεμένη».
Μια αντίφαση που δεν περνά απαρατήρητη
Στην ίδια συνέντευξη ο υπουργός δηλώνει ότι: «Η έρευνα συνεχίζεται και θα συνεχίζεται έως ότου όλοι οι δράστες συλληφθούν».
Αν, λοιπόν, υπάρχουν ακόμη αταυτοποίητοι δράστες και η έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη, πώς μπορεί ταυτόχρονα να διακηρύσσεται ότι η υπόθεση είναι ήδη «δεμένη» ως προς τους συγκεκριμένους κατηγορούμενους;
Η συνέχιση της έρευνας δεν αναιρεί αναγκαστικά τη δυνατότητα να υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για όσους έχουν ήδη συλληφθεί. Όμως η πολιτική βεβαιότητα δεν υποκαθιστά τη δικαστική απόδειξη.
Η παραδοχή που εκθέτει την ΕΛ.ΑΣ.
Ο Χρυσοχοΐδης παραδέχεται ευθέως ότι στο παρελθόν υπήρξαν «αστοχίες».
Η παραδοχή αυτή γεννά εύλογα ερωτήματα.
Πώς είναι δυνατόν μια υπόθεση που χαρακτηρίζεται σήμερα «δεμένη» να χρειάστηκε δεκαέξι χρόνια για να φτάσει σε συλλήψεις;
Αν το αποδεικτικό υλικό υπήρχε, γιατί δεν αξιοποιήθηκε νωρίτερα;
Ποιος ευθύνεται για αυτές τις «αστοχίες»;
Καμία απάντηση.
Τα επιχειρήματα της υπεράσπισης δεν εξαφανίζονται με πολιτικές δηλώσεις
Ακόμη πιο προβληματικό είναι ότι ο υπουργός αποδίδει κάθε αναφορά στην αθωωτική απόφαση του 2016 σε προσπάθεια «απαξίωσης της δικογραφίας».
Δεν είναι έτσι.
Η υπενθύμιση της προηγούμενης αποτυχίας των διωκτικών αρχών δεν αποδεικνύει ότι και η σημερινή δικογραφία είναι εσφαλμένη. Υπενθυμίζει όμως ότι σε αυτή την υπόθεση έχουν υπάρξει στο παρελθόν συλλήψεις που δεν οδήγησαν σε καταδίκες. Γι’ αυτό και είναι θεμιτό να εξετάζεται με αυστηρότητα κάθε νέα κατηγορία.
Άλλωστε, οι συνήγοροι υπεράσπισης –και ειδικά ο Θανάσης Καμπαγιάννης– έχουν ήδη αντικρούσει δημόσια βασικά σημεία του κυβερνητικού αφηγήματος, υποστηρίζοντας ότι η δικογραφία δεν περιέχει άμεση ταυτοποίηση των φυσικών αυτουργών και ότι οι δημόσιες δηλώσεις περί «δεμένης υπόθεσης» δεν ανταποκρίνονται στο περιεχόμενο της δικογραφίας.
Αυτά τα επιχειρήματα δεν αντιμετωπίζονται με επικοινωνιακές διαβεβαιώσεις.
Αντιμετωπίζονται μέσα στη δικαστική αίθουσα.
Η Δικαιοσύνη ακόμα και η αστική δεν απονέμεται με συνεντεύξεις
Η κοινωνία απαιτεί να αποδοθεί δικαιοσύνη για τον θάνατο των τριών εργαζομένων της Marfin. Και τελικά γιατί δεν δίνεται μια πειστική απάντηση, σε όλους αυτούς, ανάμεσα τους και το ΚΚΕ, που κάνουν λόγο ότι ο εμπρησμός Marfin, οφείλεται σε προβοκάτσια των μυστικών υπηρεσιών;
Η ιστορία της υπόθεσης έχει ήδη διδάξει πόσο επικίνδυνο είναι να προεξοφλείται η ενοχή ανθρώπων πριν μιλήσουν τα δικαστήρια.
Γι’ αυτό η φράση «η υπόθεση είναι δεμένη» δεν μπορεί να γίνει δεκτή ως δεδομένο.
Είναι μια πολιτική εκτίμηση, που ουσιαστικά μπορεί να εκληφθεί και σαν πίεση στους τακτικούς δικαστές για να καθορίσουν την δικαστική ετυμηγορία



0 Comments