
Πηγή: Θανάσης Καραμπάτσος – Documento
Απεχθάνομαι όσους υποκρίνονται τον καλό και τον ευαίσθητο. Ενοχλεί η υποκρισία των χρυσοποίκιλτων αμφίων και πρέπει να βρούμε τι υποκρύπτει κάθε ξαφνική ευαισθησία. Εκτιμητέα η ωμή αλήθεια. Όχι όμως και η ωμά κακότροπη συμπεριφορά, γιατί κι αυτή υποκρύπτει έλεγχο, εξουσία, υποτίμηση.
Μακριά από τα επιτηδευμένα συναισθήματα. Όταν βιάζουν τη ζωή σου (Τέμπη, ακρίβεια, υποκλοπές, παραλίες, μαφίες κ.λπ.), δεν μπορείς να δικαιολογήσεις κανέναν. Ειδικά όσους στο όνομα της υπεράσπισης των δικαιωμάτων και της ευαισθησίας εμφανίζονται σαν τις μαντάμ Σουσούδες να επιπλήττουν τον Μπίθουλα και να θρηνούν τη χαμένη «οικουμενική» αξιοπρέπεια. Ούτε όσους τους έβαλαν στη θέση του ελεγκτή συμπεριφορών επειδή ήθελαν να γίνουν «αρεστοί» στο ακροκεντρώο κοινό. «Όλοι οι άνθρωποι (όπως και τα πράγματα) μπορεί να είναι καλοί ή κακοί. Εξαρτάται από το ποιος αφηγείται κάθε φορά το παραμύθι: Η γιαγιά, ο λύκος ή η Κοκκινοσκουφίτσα» επισημαίνει η αρθρογράφος του Documento Χρύσα Κακατσάκη.
Την αξιοπρέπειά τους και τα δικαιώματά τους υπερασπίστηκαν οι Πολίτες του Παρισιού το 1879 όταν οι «επαναστάτες» αστοί έκλαιγαν τη μοίρα τους παρότι άφησαν τη Μαρία Αντουανέτα χωρίς κεφάλι επειδή δεν είχε να δώσει παντεσπάνι. Ποια ιστορία μαθαίνουμε και πώς φρίττουμε όταν την αφηγείται η Αντουανέτα και ποια όταν την ακούμε από τον πεινασμένο στα όρια του λιμού; Η αγαπημένη φίλη, συμφοιτήτρια και εκπαιδευτικός Μαρία Χατζ. μας δίνει την άλλη εικόνα από αυτή για την οποία έφριξαν οι υπέρμαχοι των «ιερών και των οσίων»:
Ποιοι φοβούνται το Παρίσι;
«Με αφορμή την ομολογουμένως εκρηκτική συζήτηση που ξεκίνησε ταυτόχρονα με την τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του Παρισιού, μια σειρά ερωτημάτων αναδύονται από τον Σηκουάνα όπως οι δέκα γυναικείες μορφές.
Ποιοι φοβούνται το Παρίσι; Γιατί; Προς τι η λυσσαλέα κριτική και σύγκριση με όλες τις προηγούμενες τελετές έναρξης Ολυμπιακών Αγώνων; Μήπως αυτό επεδίωκαν οι ίδιοι οι Γάλλοι; Θεωρώ ότι όλες οι απαντήσεις συγκλίνουν στη μια, αυτή που θα δοθεί για το πρώτο ερώτημα.
Πραγματικά, τι είναι αυτό που ενοχλεί περισσότερο; Η ασέβεια των Γάλλων απέναντι στον θεσμό; Ή μήπως η απήχηση αυτής της αυθάδειας; Μα θα έπρεπε να το περιμένει κανείς. Τι άλλο θα μπορούσε να εκφράσει το σύγχρονο Παρίσι, το ζυμωμένο με επαναστάσεις, κινήματα ανατρεπτικά και νεολαιίστικες εξεγέρσεις, ρεύματα καλλιτεχνικά, κουλτούρα τέχνης του δρόμου, μουσικές και αισθητικές αναπαραστάσεις που μόνο εκεί μπορούν να υπάρξουν; Κάτω από ποιες στερεοτυπικές απεικονίσεις θα μπορούσε να συνταχθεί η τελετή έναρξης μιας πόλης που ζει και αναπνέει αιώνες τώρα μέσα στις εξαίσιες αντιφάσεις της;
Τα υψικόρυφα βέλη των γοτθικών ναών της και τους υπονόμους της, τις αψίδες του θριάμβου και τους άστεγους της, τους κήπους, τα ανακτορικά μουσεία, την πυραμίδα της στο άπλετο φως και το δαιδαλώδες, βρόμικο μετρό της, το μεσαιωνικό παγανιστικό της πνεύμα και τον φιλοσοφικό υπαρξισμό της, την πάλαι ποτέ αποικιοκρατική της υπεροψία και τη δεδηλωμένη προσήλωση της στα αναφαίρετα δικαιώματα του Ανθρώπου και του Πολίτη.
Στο τρίπτυχο των συνθημάτων της, στην αλωμένη Βαστίλη, στους καταραμένους ποιητές της, στους κομμουνάρους και στις υπέροχες γυναίκες τους, στη Σιμόν και τη νεαρή μουσουλμάνα που φορά την απαγορευμένη μαντίλα της, στην πολιτική αλαζονεία ενός σκληροπυρηνικού δυτικού φιλελευθερισμού, στον φωταγωγημένο Πύργο της και τις άθλιες εργατικές βόρειες συνοικίες. Στα κίτρινα γιλέκα και στους ψηφοφόρους της Μαρί Λεπέν. Ατελείωτος ο κατάλογος των αντιθέσεων και των αντιφάσεων του Παρισιού. Ατελείωτος και εξοργιστικά μεγαλειώδης.
Όλοι τα γνωρίζουν αυτά. Δεν θα μπορούσαν να μην τα γνωρίζουν, το Παρίσι δεν χάνει την ευκαιρία να τα επιβεβαιώνει με αυταρέσκεια, αυθάδεια, ενοχλητική συχνά αυτοπεποίθηση. Από τη σφαγή του “Charlie Hebdo” μέχρι την προχθεσινή, αμφιλεγόμενη αναπαράσταση του Μυστικού Δείπνου, την γκροτέσκο μορφή του Διόνυσου και την επιδεικτική πασαρέλα, το Παρίσι επιμένει να προκαλεί κυρίως τη Δύση που το ίδιο γέννησε. Της βγάζει προβοκατόρικα τη γλώσσα, της στερεί κάθε ίχνος σοβαροφάνειας, της υποδεικνύει σκληρές γραμμές ευρωπαϊκής πολιτικής ενώ την ίδια στιγμή της πετάει το γάντι που δεν μπορεί εκείνη να σηκώσει. Ένα γάντι μεταλλικό μιας σιδεροντυμένης Ζαν ντ’ Αρκ, ένα γάντι που ο Φαντομάς περιφέρει στις στέγες της πόλης, ένα γάντι που ξεγυμνώνει τις ίδιες αυτές αστικές αξίες για τις οποίες η Δύση κομπάζει ξεδιάντροπα την ώρα που σφαγιάζει τον παλαιστινιακό λαό.
Ω, ναι, κανείς δεν μπορεί να κερδίσει το Παρίσι στο παιχνίδι αυτό. Γιατί το Παρίσι δεν έχει ανάγκη να απολογηθεί σε κανέναν. Δεν χρειάζεται να περιφρουρεί την ιστορία του αναπαράγοντάς την εμμονικά. Παράγει και εξάγει ιστορία, αναγεννιέται και περιφρονεί, ενσωματώνει κουλτούρες και δημιουργεί πολιτισμό καταφέρνει συγχρόνως να είναι ρομαντικό, ερωτικό, ανατρεπτικό, σκληρό, φωτεινό, μητρόπολη καπιταλισμού και σύμβολο επαναστάσεων, το Παρίσι δεν φοβάται κανέναν.
Γι’ αυτό ακριβώς το φοβούνται όλοι. Και αυτό τον φόβο τον ανέδειξε ολοκάθαρα η συγκυρία των Ολυμπιακών Αγώνων σε μια τελετή που μετατράπηκε σε αυτοεκπληρούμενη προφητεία για όσους τον έκρυβαν επιμελώς.
Στο μεταξύ το Παρίσι ανυψώθηκε με το αερόστατο του και χαμογελά τραγουδώντας ça ira!»
Ο Μαύρος Καβαλάρης
Στο ίδιο πνεύμα, μεταφέρουμε τη (σοφή) οπτική σε μια σημαντική στιγμή της τελετής που ανέπτυξε ο φίλτατος Δημήτρης Σταματόπουλος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας:
«Ο καβαλάρης με το μεταλλικό άλογο που διέσχισε χθες (σ.σ.: την Παρασκευή) τον Σηκουάνα, μου θύμισε τον τρίτο (ξεκινώντας από τα δεξιά) από τους τέσσερις ιππότες της Αποκάλυψης που εκείνος ο προφητικός Άλμπρεχτ Ντύρερ είχε εικονογραφήσει (σ.σ.: το έργο εικονίζεται κάτω) μεταξύ 1496-1498: είναι ο Μαύρος Καβαλάρης που κρατάει στα χέρια του ζυγαριά για να υποτάσσει τις κατώτερες τάξεις μέσω της ανταλλαγής. Έχουν προηγηθεί ο Λευκός (ο λιμός και η πανώλη) και ο Κόκκινος (πόλεμος). Στο τέλος θα ακολουθήσει ο Χλωμός, ο ίδιος ο Θάνατος, που θα κλείσει την κουρτίνα της σκηνής του κόσμου.
Ο Μαύρος Καβαλάρης-Καπιταλισμός είναι για τον Ντύρερ κακό της ίδιας τάξης με την πανώλη και τον πόλεμο. Ο ψηφιακός αινιγματικός καβαλάρης του Σηκουάνα ξορκίζει και αποκαθάρει τον καπιταλισμό. Η σημαία των Ολυμπιακών με τον καβαλάρη γίνεται το αντίθετό της: αντί οι Ολυμπιακοί να είναι η στιγμή που ακουμπούν όλοι τα όπλα κάτω, οι Ολυμπιακοί μετατρέπονται σε σύμβολο άγριου ανταγωνισμού και ενός διαρκούς πολέμου που η κοινωνία αυτή γεννά: στο μετά της Αποκάλυψης».
Χωνευτήρι και έμβολο-σύμβολο του συστήματος, το Παρίσι και οι Ολυμπιακοί Αγώνες συνεχίζουν να προκαλούν. Οι Αντουανέτες μίλησαν, οι συζητήσεις άναψαν.

0 Comments