
Της Τ. Γ.
Αναζητώντας απαντήσεις για την απανθρωπιά που μας έχει πάρει φαλάγγι, για την εμετική συμπεριφορά των κυρ-Παντελήδων που κάθε φορά ξεπερνούν τον εαυτό τους, ανέτρεξα στο παρελθόν.
Αρχές δεκαετίας του ΄70 τότε που δεν υπήρχαν πλατιά τα Μέσα Μαζικής Εξαπάτησης, παραπληροφόρησης, προπαγάνδας, χειραγώγησης. Τότε που δεν “συγκατοικούσαμε” με τους αργυρώνητους στυλοβάτες της εξουσίας, τους μόνιμους διαστρεβλωτές της αλήθειας και της λογικής…
Τότε που τα σύκα ήταν σύκα, και η σκάφη, σκάφη, γιατί δεν υπήρχαν χυδαία ΑΡΔάκια να λοβοτομούν εγκεφάλους, να εξαϋλώνουν συνειδήσεις, να ξεπλένουν τη μισανθρωπιά, θυσία όλα στο βωμό του κέρδους των ολίγων και ισχυρών, που τους εξασφαλίζουν το βρώμικο παντεσπάνι τους…
Αλληλεγγύη και ενσυναίσθηση, δυο έννοιες που δεν υπήρχαν λεκτικά, μα εφαρμόζονταν στη πράξη, ίσως γιατί οι κοινωνίες τότε δεν θα μπορούσαν να λειτουργήσουν σαν ο ένας δεν συνέτρεχε το διπλανό του…
Σούρουπο γύριζε η μάνα απ΄ το λιομάζωμα, μα που χρόνος να ξαποστάσει. Η λάτρα του σπιτιού και των παιδιών δεν περίμενε …. Το τσουκάλι έπρεπε να μπει στη φωτιά,, συγύρισμα, σκούπισμα, πλύσιμο στη σκάφη και στο νεροχύτη … Σα χτύπησε η πόρτα, άνοιξε κατάκοπη. Για ελεημοσύνη είχε έρθει η τσιγγάνα. “Λίγο λάδι, ένα ψωμί, κάτι να μαγειρέψω στα παιδιά μου”. “Δεν έχω, φύγε”, είπε η μάνα κι έκλεισε την πόρτα. Κι ήταν η πρώτη φορά στη ζωή της που έκλεινε την πόρτα σε ικέτη. Νηστική έμεινε κείνο το βράδυ η μάνα. “Με πονά το στομάχι, από κείνη την ώρα που έδιωξα την τσιγγάνα. Δεν ξέρω πως το έκανα. Ήμουν πολύ κουρασμένη” είπε. Και δεν μας περίσσευαν στο σπίτι. Πολλές φορές η μάνα έδινε απ΄ το μερτικό της.
Έτσι μεγαλώσαμε… ‘Ετσι γίναμε άνθρωποι, έτσι μάθαμε πως κάθε ανθρώπινη ζωή έχει αξία και της οφείλουμε σεβασμό … Απ΄ τη μάνα, που δεν είχε τελειώσει το δημοτικό μα δεν πιάνουν χαρτοσιά μπροστά της όλα τα “άριστα” τίποτα, που τη σιχαμερή ζήση τους στηρίζουν στην εκμετάλλευση και την αναλγησία … Απ΄ τον πατέρα που καθημερινά φίλευε τον τρελό του χωριού, και δεν παρέλειπε να του ψήσει το καφεδάκι που του άρεσε…
Σε πείσμα λοιπόν των καιρών. όπου οι εξουσιαστές και τα υποτακτικά ανθρωπάκια προσπαθούν να γυρίσουν τη Ανθρωπότητα στα μαύρα χρόνια του φασισμού, στοχοποιώντας, λοιδορώντας και χλευάζοντας την ανθρωπιά και την αλληλεγγύη, εμείς θα ΑΝΤΙΣΤΕΚΟΜΑΣΤΕ και “Την πόρτα θα ανοίγουμε το βράδυ, Την λάμπα θα κρατούμε ψηλά , Να δούνε της γης οι θλιμμένοι Να ρθουνε να βρουν συντροφιά…”

0 Comments