«Πρέπει να υπάρχουν νεκροί στα σύνορα». Αυτή ήταν η ανατριχιαστική θέση που είχε διατυπώσει ο Θάνος Πλεύρης, ο σημερινός υπουργός Μετανάστευσης, συμπληρώνοντας πως όσοι καταφέρουν να επιβιώσουν θα πρέπει να ζουν μια κόλαση επί γης.
Δεν πρόκειται για κάποια ατυχή διατύπωση. Είναι η ωμή συμπύκνωση μιας πολιτικής που μετατρέπει τον ανθρώπινο πόνο σε εργαλείο εκφοβισμού, τον θάνατο σε μέσο αποτροπής και την απελπισία χιλιάδων ανθρώπων σε ευκαιρία για την καλλιέργεια του εθνικισμού και της ξενοφοβίας.
Σήμερα, το Αιγαίο γίνεται ξανά υγρός τάφος για ανθρώπους που αναζητούσαν μια διέξοδο από τον πόλεμο, τη φτώχεια και την απόγνωση.
Στη Σάμο, σύμφωνα με τις δημοσιογραφικές πληροφορίες, έξι μετανάστες έχασαν τη ζωή τους όταν το ταχύπλοο που τους μετέφερε ανετράπη περίπου 3,7 ναυτικά μίλια βόρεια του νησιού. Δεκατέσσερις άνδρες διασώθηκαν, ενώ οι έρευνες για τον εντοπισμό τυχόν αγνοουμένων βρίσκονται σε εξέλιξη.
Την ίδια ώρα, στη Μυτιλήνη, έξι άνθρωποι, ανάμεσά τους ένα βρέφος, ανασύρθηκαν νεκροί μετά τη σύγκρουση ταχύπλοου με περιπολικό σκάφος του Λιμενικού, στη θαλάσσια περιοχή νότια της Αγριελιάς. Οκτώ άνθρωποι διασώθηκαν.
Δεν γνωρίζουμε ακόμη όλες τις πραγματικές συνθήκες κάτω από τις οποίες εκτυλίχθηκαν αυτές οι δύο τραγωδίες. Γνωρίζουμε όσα μεταδίδονται μέχρι στιγμής από τα μέσα ενημέρωσης.
Υπάρχει, όμως, ένα ερώτημα που δεν μπορεί να θαφτεί κάτω από τα κύματα του Αιγαίου: πόσοι ακόμη άνθρωποι πρέπει να πνιγούν για να θεωρηθεί ότι η πολιτική της αποτροπής πέτυχε τον σκοπό της;
Γιατί όταν ένας υπουργός διακηρύσσει πως πρέπει να υπάρχουν νεκροί στα σύνορα, δεν περιγράφει απλώς μια σκληρή πραγματικότητα. Διατυπώνει μια αντίληψη για το ποια ανθρώπινη ζωή αξίζει προστασία και ποια μπορεί να αντιμετωπίζεται ως αναλώσιμη. Μια αντίληψη που κανονικοποιεί τη βαρβαρότητα και επιχειρεί να παρουσιάσει τον θάνατο απελπισμένων ανθρώπων ως αναγκαίο τίμημα για την προστασία των συνόρων.
Οι άνθρωποι που επιβιβάζονται σε σαπιοκάραβα και ταχύπλοα δεν εγκαταλείπουν τις πατρίδες τους για τουρισμό. Δεν ρισκάρουν τη ζωή των παιδιών τους επειδή αναζητούν μια περιπέτεια. Φεύγουν κυνηγημένοι από πολέμους, διώξεις, εξαθλίωση και συνθήκες που κάνουν την ίδια τους την ύπαρξη αφόρητη. Και πέφτουν στα χέρια διακινητών, εκτεθειμένοι σε θανάσιμους κινδύνους, μέσα σε ένα σύστημα που συχνά αντιμετωπίζει την προστασία τους ως δευτερεύον ζήτημα.
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η απάντηση δεν μπορεί να είναι περισσότερος φόβος, περισσότερη καταστολή, περισσότερη απανθρωπιά. Είναι η προστασία της ανθρώπινης ζωής, οι ασφαλείς δίοδοι, η τήρηση του δικαιώματος στο άσυλο και η πλήρης διερεύνηση κάθε περιστατικού στο οποίο άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους στα σύνορα.
Οι έξι νεκροί στη Σάμο και οι έξι στη Μυτιλήνη δεν είναι αριθμοί σε ένα αστυνομικό δελτίο. Είναι δώδεκα ανθρώπινες ζωές που χάθηκαν, ανάμεσά τους κι ένα βρέφος. Άνθρωποι με ονόματα, πρόσωπα, οικογένειες και όνειρα, που μπορεί να μην μάθουμε ποτέ.
Και κανένας πολιτικός, καμία κυβέρνηση και κανένα κρατικό αφήγημα περί «ασφάλειας» δεν δικαιούται να μετατρέπει τον θάνατό τους σε κάτι φυσιολογικό, αναπόφευκτο ή αποδεκτό.
Γιατί τα σύνορα μπορεί να χαράζονται στον χάρτη. Η ανθρώπινη ζωή, όμως, δεν χωράει σε εθνικιστικές γραμμές και πολιτικούς υπολογισμούς.
Οι νεκροί του Αιγαίου δεν είναι η «επιτυχία» της αποτροπής. Είναι το κατηγορητήριο μιας πολιτικής που οφείλει να λογοδοτήσει.


0 Comments