Από τον Δεκέμβρη του 2008 στην Ελλάδα μέχρι τις σημερινές κοινωνικές εκρήξεις στη Γαλλία, την Ισπανία και την Αλβανία, ένα κρίσιμο πολιτικό ζήτημα επανέρχεται διαρκώς: πώς η μαζική λαϊκή αγανάκτηση μπορεί να ξεπεράσει τα όρια της διαμαρτυρίας και να μετατραπεί σε δύναμη κοινωνικού μετασχηματισμού;
Οι δρόμοι γεμίζουν, η οργή ξεχειλίζει, οι κυβερνήσεις αμφισβητούνται, η νεολαία συγκρούεται με τους κατασταλτικούς μηχανισμούς. Κι όμως, ύστερα από τις μεγάλες κοινωνικές εκρήξεις, η αρχική δυναμική υποχωρεί χωρίς να έχει διαμορφωθεί μια αντίστοιχη πολιτική και οργανωτική δύναμη ικανή να συνεχίσει τον αγώνα.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι λαοί δεν εξεγείρονται. Είναι ότι η εξέγερση, από μόνη της, δεν αρκεί για να ανατρέψει την κοινωνική πραγματικότητα που γεννά την οργή.
Από τον Δεκέμβρη του 2008 στις σημερινές κινητοποιήσεις
Τον Δεκέμβρη του 2008, η δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου πυροδότησε μια μεγάλη νεολαιίστικη εξέγερση. Χιλιάδες νέοι και εργαζόμενοι κατέβηκαν στους δρόμους, αμφισβήτησαν την κρατική καταστολή και εξέφρασαν μια κοινωνική δυσαρέσκεια που ξεπερνούσε κατά πολύ το συγκεκριμένο γεγονός.
Εκείνες οι ημέρες αποκάλυψαν τις δυνατότητες της αυθόρμητης λαϊκής δράσης. Ανέδειξαν, όμως, και τα όριά της. Η ριζοσπαστικοποίηση δεν μετατράπηκε σε μια διαρκή, συγκροτημένη πολιτική δύναμη με αντίστοιχη κοινωνική εμβέλεια.
Το ίδιο ερώτημα επανέρχεται σήμερα σε διαφορετικές συνθήκες και με διαφορετικές μορφές σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Στη Γαλλία, οι κοινωνικές συγκρούσεις και οι μαζικές διαμαρτυρίες αναδεικνύουν την ένταση της αντιπαράθεσης με τις κυβερνητικές πολιτικές. Στην Ισπανία, η λαϊκή δυσαρέσκεια αναζητά πολιτική έκφραση μέσα σε ένα σύνθετο πολιτικό τοπίο. Στην Αλβανία, οι εκρήξεις οργής φέρνουν στο προσκήνιο τη δύναμη της κοινωνικής αμφισβήτησης, αλλά και το πρόβλημα της διάρκειας και της πολιτικής της κατεύθυνσης.
Οι περιπτώσεις αυτές δεν είναι ίδιες. Δεν εξηγούνται όλες με τον ίδιο τρόπο ούτε οδηγούν αναγκαστικά στην ίδια κατάληξη. Αναδεικνύουν, ωστόσο, μια κοινή αντίφαση: η κοινωνική δυσαρέσκεια μπορεί να γίνει μαζική, χωρίς να έχει συγκροτηθεί η δύναμη που θα της δώσει σταθερό προσανατολισμό και συνέχεια.
Η κοινωνική οργή δεν έχει από μόνη της ταξικό πρόσημο
Εδώ βρίσκεται ένα ζήτημα που συχνά παρακάμπτεται: η οργή απέναντι στο υπάρχον σύστημα δεν σημαίνει αυτομάτως και συνειδητή αμφισβήτηση του καπιταλισμού.
Η αγανάκτηση μπορεί να εκφράζεται μέσα από διαφορετικές πολιτικές κατευθύνσεις. Μπορεί να οδηγήσει σε συλλογικούς αγώνες, να τροφοδοτήσει ριζοσπαστικές διεκδικήσεις, αλλά μπορεί επίσης να διοχετευτεί σε προσωποκεντρικά εγχειρήματα, σε εθνικιστικές αντιλήψεις ή σε δυνάμεις που υπόσχονται απλώς μια διαφορετική διαχείριση της ίδιας κοινωνικής πραγματικότητας.
Η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν αποτελεί ιδιοκτησία κανενός πολιτικού χώρου. Το ποιος θα καταφέρει να την επηρεάσει και προς ποια κατεύθυνση εξαρτάται από την πραγματική παρουσία των πολιτικών δυνάμεων μέσα στην κοινωνία, την αξιοπιστία τους, τις οργανωτικές τους δυνατότητες και την ικανότητά τους να συνδέσουν τις άμεσες ανάγκες με μια συνολικότερη προοπτική.
Γι’ αυτό δεν αρκεί να διαπιστώνουμε ότι οι άνθρωποι είναι αγανακτισμένοι. Χρειάζεται να εξετάζουμε αν αυτή η αγανάκτηση μετατρέπεται σε συλλογική συνείδηση, αν δημιουργεί σταθερούς δεσμούς και αν αποκτά στόχους που υπερβαίνουν την εκτόνωση της στιγμής.
Τα Τέμπη και το αναπάντητο πολιτικό ερώτημα
Στην Ελλάδα, οι μεγαλειώδεις κινητοποιήσεις για το έγκλημα των Τεμπών έδειξαν ότι υπάρχει ένα βαθύ κοινωνικό ρήγμα. Η απαίτηση για δικαιοσύνη, η οργή για την απώλεια 57 ανθρώπινων ζωών και η δυσπιστία απέναντι στους κρατικούς μηχανισμούς έβγαλαν εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους στους δρόμους.
Αυτή η δυναμική δεν μπορεί να αποτιμηθεί μόνο με βάση το αν οδήγησε σε άμεσες πολιτικές ανακατατάξεις. Το γεγονός ότι μια κινητοποίηση δεν καταλήγει σε συγκεκριμένο πολιτικό αποτέλεσμα δεν ακυρώνει τη σημασία της ούτε εξαφανίζει τις αιτίες που την προκάλεσαν.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι γίνεται στη συνέχεια.
Πώς η απαίτηση για δικαιοσύνη συνδέεται με την πάλη ενάντια στην πολιτική που υποτάσσει την ασφάλεια, τις δημόσιες υποδομές και τις κοινωνικές ανάγκες στη λογική του κόστους και του κέρδους; Πώς η αμφισβήτηση της κυβερνητικής εξουσίας μετατρέπεται σε ευρύτερη αμφισβήτηση των κοινωνικών σχέσεων που αναπαράγουν τέτοιες καταστάσεις;
Αν αυτά τα ερωτήματα μείνουν αναπάντητα, η κοινωνική οργή περιορίζεται στην αναζήτηση υπεύθυνων προσώπων, στην εναλλαγή πολιτικών διαχειριστών ή στην προσδοκία ότι κάποιος νέος πολιτικός εκφραστής θα δώσει λύση για λογαριασμό της κοινωνίας.
Η δικαιοσύνη για τα Τέμπη και η απόδοση ευθυνών αποτελούν συγκεκριμένες και αναγκαίες διεκδικήσεις. Η σύνδεσή τους, όμως, με μια ευρύτερη κοινωνική πάλη απαιτεί οργάνωση, συλλογική δράση και πολιτική επεξεργασία.
Η ταξική πρωτοπορία δεν αυτοανακηρύσσεται
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το ζήτημα της οργανωμένης ταξικής πρωτοπορίας.
Δεν πρόκειται για μια δύναμη που εμφανίζεται έξω από τα κινήματα για να τους υποδείξει τι πρέπει να κάνουν. Ούτε για έναν μηχανισμό που διεκδικεί την πολιτική εκπροσώπηση των εργαζομένων χωρίς να λογοδοτεί σε αυτούς. Μια πραγματική πρωτοπορία κατακτά τον ρόλο της μέσα στους αγώνες, με την πολιτική παρέμβαση, την οργανωτική συνέπεια και την ικανότητά της να συμβάλλει στην ανάπτυξη της συλλογικής συνείδησης.
Το αυθόρμητο και το συνειδητό δεν είναι αντίπαλες έννοιες. Το αυθόρμητο εκφράζει την άμεση αντίδραση στην καταπίεση και την αδικία. Το συνειδητό αφορά την κατανόηση των βαθύτερων αιτιών, τη διαμόρφωση κοινών στόχων και την οργανωμένη προσπάθεια αλλαγής των κοινωνικών συσχετισμών.
Το ένα δεν μπορεί να υποκαταστήσει το άλλο. Χωρίς τη ζωντανή λαϊκή συμμετοχή, η πολιτική οργάνωση κινδυνεύει να αποκοπεί από την κοινωνική πραγματικότητα. Χωρίς πολιτική επεξεργασία και οργανωτική συνέχεια, οι αυθόρμητες εκρήξεις κινδυνεύουν να εξαντληθούν χωρίς να αλλάξουν τους όρους που τις γέννησαν.
Η σύνδεση αυτών των δύο στοιχείων δεν αποτελεί μια αυτόματη διαδικασία. Απαιτεί παρουσία στους χώρους δουλειάς, στα σωματεία, στις γειτονιές, στα σχολεία και στα πανεπιστήμια. Απαιτεί συμμετοχή στους πραγματικούς αγώνες, επεξεργασία της συλλογικής πείρας, δημοκρατική λειτουργία και διαμόρφωση ενός πολιτικού σχεδίου που να συνδέει τις άμεσες διεκδικήσεις με την προοπτική της κοινωνικής χειραφέτησης.
Από τη διαμαρτυρία στην ανατροπή
Οι κοινωνικές εκρήξεις δεν αποτελούν εγγύηση ανατροπής, αλλά ούτε και ματαιότητα. Ανοίγουν δυνατότητες, μεταβάλλουν συνειδήσεις, αποκαλύπτουν αντιφάσεις και δημιουργούν εμπειρίες συλλογικής δράσης. Το αν αυτές οι δυνατότητες θα αξιοποιηθούν εξαρτάται από τις συγκεκριμένες συνθήκες, τους κοινωνικούς συσχετισμούς και την πολιτική και οργανωτική δουλειά που ακολουθεί.
Η αλλαγή κυβέρνησης δεν ταυτίζεται με την κοινωνική ανατροπή. Η εκλογική καταγραφή μιας δυσαρέσκειας δεν ισοδυναμεί με την οικοδόμηση λαϊκής δύναμης. Και η σύγκρουση στον δρόμο, όσο μαχητική κι αν είναι, δεν αρκεί από μόνη της για να αμφισβητήσει τις υλικές βάσεις της καπιταλιστικής εξουσίας.
Αυτό δεν μειώνει τη σημασία της διαμαρτυρίας. Αναδεικνύει την ανάγκη να αποκτήσει διάρκεια, βάθος και συλλογική πολιτική κατεύθυνση.
Η κοινωνική οργή μπορεί να ανοίξει ρωγμές στο σύστημα. Χωρίς οργανωμένη ταξική δύναμη, όμως, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι αυτές οι ρωγμές θα διευρυνθούν.
Το ζητούμενο δεν είναι να περιμένουμε την επόμενη κοινωνική έκρηξη ούτε να πανηγυρίζουμε απλώς για τη μαζικότητά της. Είναι να συμβάλλουμε ώστε οι εργαζόμενοι και τα λαϊκά στρώματα να αποκτούν σταθερούς δεσμούς, κοινή συνείδηση και τη δυνατότητα να παρεμβαίνουν συλλογικά στις εξελίξεις.
Γιατί η οργή είναι η αρχή. Η οργάνωση, η πολιτική συνείδηση και η συλλογική δράση είναι όσα μπορούν να της δώσουν προοπτική.


0 Comments