Υπάρχουν πολιτικοί -και δεν είναι λίγοι- που το βουλευτικό αξίωμα το αντιλαμβάνονται ως οικογενειακό περιουσιακό στοιχείο, που περνά από γενιά σε γενιά. Ο Γιάννης Τραγάκης είναι ένας απ’ αυτούς.
Ο αρχαιότερος εν ενεργεία βουλευτής της Ελλάδας, με κοινοβουλευτική παρουσία που μετρά δεκαετίες, φέρεται να εξέφρασε το παράπονό του με τα εξής λόγια: «Υπηρετώ 42 ολόκληρα χρόνια το Κοινοβούλιο χωρίς ποτέ να έχω διατελέσει υπουργός ή υφυπουργός». Σαράντα δύο χρόνια βουλευτής και το παράπονο δεν είναι ότι η πολιτική παραμένει προνόμιο των λίγων, ότι η κοινωνία βουλιάζει στα προβλήματα ή ότι η κοινοβουλευτική εκπροσώπηση έχει απομακρυνθεί από τις ανάγκες των εργαζομένων. Το παράπονο είναι ότι ο ίδιος δεν αξιώθηκε να καταλάβει έναν υπουργικό θώκο!
Κι εδώ αρχίζει το πραγματικά ενδιαφέρον. Σύμφωνα με όσα έχουν γραφτεί στον Τύπο, το πολιτικό του γραφείο δεχόταν καθημερινά εκατοντάδες αιτήματα ψηφοφόρων, τα οποία, όπως αναφέρεται, είχαν κατηγοριοποιηθεί: το 80% αφορούσε δουλειές και διορισμούς, ενώ το υπόλοιπο 20% κλήσεις, μεταθέσεις φαντάρων και εξεύρεση κρεβατιού σε νοσοκομεία.
Μια μικρογραφία, δηλαδή, του πελατειακού κράτους: η εργασία, η στρατιωτική θητεία, ακόμη και η πρόσβαση στην περίθαλψη μετατρέπονται σε αιτήματα προς τον πολιτικό μεσάζοντα. Αντί να είναι αυτονόητα δικαιώματα, εμφανίζονται σαν εξυπηρετήσεις που εξαρτώνται από την παρέμβαση του βουλευτικού γραφείου. Κι έτσι συντηρείται ένας φαύλος κύκλος εξάρτησης: ο πολίτης ζητά ρουσφέτι, ο πολιτικός εμφανίζεται ως ευεργέτης και η ψήφος γίνεται το αντάλλαγμα για την «εξυπηρέτηση».
Και τώρα, καθώς ο Γιάννης Τραγάκης αποχωρεί από την εκλογική αρένα, έρχεται η επόμενη πράξη. Όπως ανακοινώθηκε, η κόρη του, Αργυρώ Τραγάκη, δημόσια υπάλληλος, προορίζεται να στελεχώσει το ψηφοδέλτιο της Νέας Δημοκρατίας στη Β΄ Πειραιώς.
Η εκλογική πελατεία, λοιπόν, μοιάζει να αντιμετωπίζεται σαν οικογενειακή παρακαταθήκη. Ο πατέρας μπορεί να μην έγινε υπουργός, αλλά η πολιτική διαδρομή του δημιουργεί ένα αναγνωρίσιμο όνομα, ένα δίκτυο σχέσεων και έναν μηχανισμό επιρροής. Και όλα αυτά αποτελούν πολύτιμη κληρονομιά.
Αυτός είναι ο νεποτισμός στην ελληνική πολιτική του εκδοχή: δεν χρειάζεται να παραδοθεί επίσημα κάποιο αξίωμα με συμβολαιογραφική πράξη. Αρκεί να μεταβιβαστεί το πολιτικό κεφάλαιο, να αξιοποιηθούν οι παλιές γνωριμίες και να παρουσιαστεί η οικογενειακή διαδοχή ως κάτι απολύτως φυσιολογικό.
Και βέβαια, η Νέα Δημοκρατία δεν ανακάλυψε τώρα την πολιτική οικογενειοκρατία. Την έχει υπηρετήσει διαχρονικά, με πολιτικά τζάκια που αναπαράγονται, επώνυμα που επανέρχονται και την εξουσία να κυκλοφορεί συχνά στους ίδιους οικογενειακούς κύκλους.
Στη δημοκρατία, οι ψήφοι δεν κληρονομούνται και οι πολίτες δεν αποτελούν οικογενειακή περιουσία. Τουλάχιστον στη θεωρία. Γιατί στην πράξη, το πολιτικό σύστημα των «αρίστων» εξακολουθεί να αποδεικνύει ότι, όταν πρόκειται για την αναπαραγωγή της εξουσίας, τα οικογενειακά δίκτυα παραμένουν ένα από τα ισχυρότερα προσόντα.
Κι ύστερα αναρωτιούνται γιατί τόσος κόσμος έχει απαξιώσει την πολιτική. Όταν η κοινοβουλευτική έδρα μοιάζει με οικογενειακή σκυτάλη και το ρουσφέτι παρουσιάζεται ως κανονικότητα, η απάντηση είναι μπροστά στα μάτια μας.



0 Comments