Οι φτωχοί επιτρέπεται να λιγουρεύονται τον πλούτο, αρκεί να μην κυκλοφορούν φορώντας τα σύμβολά του.
Πηγή: Χριστιάνα Στυλιανού – Κουτί της Πανδώρας
Χαζεύω βιντεάκια από τη Γαλλία και βλέπω ανθρώπους να υπερασπίζονται καταστήματα λες και φυλάνε τις Θερμοπύλες. Μια κυρία ανοίγει τα χέρια στην είσοδο, φωνάζοντας στα πιτσιρίκια που μπαίνουν μέσα. Καταλαβαίνω να φοβάσαι για το μαγαζί σου, για το μεροκάματο που μπορεί να χάσεις. Αλλά να γίνεσαι εθελοντής σωματοφύλακας μιας πολυεθνικής; Πότε αποκτήσαμε μερίδιο στα κέρδη της και δεν μας ενημέρωσε κανείς;
Έχετε περάσει από την Hermès στο κέντρο της Αθήνας; Κόσμος περιμένει για πράγματα που κοστίζουν περισσότερα από τον μισθό μας. Κανείς δεν αναρωτιέται αν χρειάζονται άλλη μια τσάντα. Έχουν λεφτά, τα ξοδεύουν, δικαίωμά τους. Μόλις όμως δούμε έναν πιτσιρικά να βγαίνει από ένα κατάστημα με κάτι ακριβό εν μέσω μιας εξέγερσης, μας πιάνει η έγνοια για τις ανάγκες του. Ψωμί δεν ήθελες, αγόρι μου; Την τσάντα τι την ήθελες;
Γιατί τα brands είναι τα σύμβολα του πλούτου, κάτι σαν τα οικόσημα των αριστοκρατών, ραμμένα πια πάνω σε τσάντες και πουκάμισα. Τα φοράς και περιμένεις να αναγνωρίσουν οι υπόλοιποι τη θέση σου. Φανταστείτε τώρα έναν υπηρέτη να εμφανίζεται στο σαλόνι φορώντας το στέμμα του βασιλιά. Εκεί αρχίζει το σκάνδαλο. Πώς τόλμησε αυτός να φορέσει το διακριτικό εκείνου; Πώς θα ξεχωρίζουμε τους από πάνω, αν κυκλοφορούν και οι από κάτω με τα ίδια παράσημα;
Απ’ ότι φαίνεται η κοινωνία έχει συγκεκριμένες απαιτήσεις από τους φτωχούς. Πρέπει να παραμένουν φτωχοί και εμφανισιακά, σαν τον Ιησού της Ναζαρέτ, με κουρέλια και σανδάλια. Κάτι σαν sans-culottes, αλλά χωρίς την κακή συνήθεια να κάνουν επαναστάσεις. Να τρώνε τη φασολάδα τους όπως στις παλιές ελληνικές ταινίες, να περισσεύει κι ένα πιάτο για την αξιοπρέπεια και να λένε και ευχαριστώ. Οι πλούσιοι μπορούν να μείνουν όπως είναι. Μην πειράξουμε και τους κοινωνικούς συσχετισμούς επειδή κάποιοι πεινάνε.
Και βέβαια θέλουν ακριβές μάρκες. Τι περιμέναμε; Τα μεγαλώνουμε με διαφημίσεις, βιτρίνες και influencers που επιδεικνύουν όσα αγόρασαν και μετά τους ζητάμε να επιθυμούν αποκλειστικά όσπρια; Τους λέμε ότι αξίζεις όσο κοστίζουν τα παπούτσια σου. Κι όταν απλώνουν το χέρι, θυμόμαστε ότι η ευτυχία βρίσκεται στα «απλά πράγματα». Να το πούμε και στους πελάτες της Hermès, μήπως γλιτώσουν την αναμονή.
Οι Καταστασιακοί, γράφοντας για την εξέγερση του Watts, είχαν πιάσει την κοροϊδία. Μοστράρεις στους ανθρώπους έναν κόσμο γεμάτο αγαθά και περιμένεις να συμβιβαστούν με τον αποκλεισμό τους. Τους καλλιεργείς την όρεξη, αλλά απαιτείς να ξέρουν πότε πρέπει να καταπίνουν το σάλιο τους.
Θυμάμαι τον Δεκέμβρη του 2008, στην Πανεπιστημίου, πιτσιρίκια με καλυμμένα πρόσωπα να φορούν γούνες που παρακάτω έκαιγαν. Δεν άλλαξε ο κόσμος επειδή κάηκαν μερικές γούνες, ούτε κάθε λεηλατημένη τσάντα γίνεται λάβαρο ελευθερίας. Μπορεί αύριο να μεταπουληθεί και να ξαναρχίσει η ίδια ιστορία.



0 Comments