
Του Γιώργη Γιαννακέλλη
Δυο μέρες τώρα παρακολουθούμε τις γνωστές «ευαίσθητες αστικές ψυχούλες» να παριστάνουν τις σκανδαλισμένες για τα «γαλλικά» του Ανεστιδη. Ξαφνικά ανακάλυψαν τη χυδαιότητα στον δημόσιο λόγο, ξαφνικά θυμήθηκαν το ήθος, την ευπρέπεια και τον πολιτικό πολιτισμό.
Μόνο που όσοι έχουμε στοιχειώδη μνήμη –και δεν καταναλώνουμε πολιτική με όρους TikTok– θυμόμαστε πολύ καλά ότι η χυδαιότητα δεν τους ενόχλησε ποτέ όταν προερχόταν από τη «σωστή» κοινωνική τάξη.
Θυμόμαστε, για παράδειγμα, τον εφοπλιστή Πάνο Λασκαρίδη να δηλώνει δημόσια ότι «έχεζε τον πρωθυπουργό». Οχι σε κάποια ιδιωτική συζήτηση, αλλά μπροστά σε μικρόφωνα. Τότε δεν είδαμε κανένα κύμα αγανάκτησης. Κανέναν τηλε-εισαγγελέα της ηθικής. Καμία ανάλυση περί «τοξικού λόγου».
Αντίθετα, ο ίδιος άνθρωπος, λίγα χρόνια αργότερα, μετατράπηκε θεσμικά σε «εθνικό ευεργέτη».
Στις 27 Μάη 2024, η τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου του απένειμε τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος της Τιμής «για την πολυσχιδή προσφορά του στην πατρίδα». Στην επίσημη προσφώνηση εξυμνήθηκε η συμβολή του στην Άμυνα, στον πολιτισμό, στην εκπαίδευση κ.ο.κ. Οι προηγούμενες δημόσιες «εκρήξεις» του ενάντια στον Μητσοτάκη απλώς… εξαφανίστηκαν από τη συλλογική μνήμη του συστήματος.
Και ερχόμαστε στον Δεκέμβρη του 2025, στη Λοριάν της Γαλλίας.
Εδώ χρειάζεται ακρίβεια:
Ο Λασκαρίδης δεν είχε κυβερνητικό ή θεσμικό ρόλο, ούτε εκπροσώπησε επίσημα το ελληνικό κράτος. Είχε όμως τιμητικό και απολύτως συμβολικό ρόλο: ήταν ανάδοχος (νονός) της φρεγάτας «Κίμων», στο πλαίσιο της τελετής ονοματοδοσίας του πλοίου τύπου Belharra που προορίζεται για το Πολεμικό Ναυτικό. Στο ίδιο πλαίσιο, παρέδωσε εθιμοτυπικά στον κυβερνήτη του πλοίου τον ιστορικό «Κανόνα του Κουντουριώτη».
Ο ρόλος ήταν συμβολικός, όχι κρατικός. Αλλά η σημειολογία είναι απολύτως πολιτική.
Γιατί σε αυτή τη χώρα, ένας πλουτοκράτης μπορεί:
– να βρίζει χυδαία τον πρωθυπουργό,
– να παραμένει ακλόνητος κοινωνικά,
– να παρασημοφορείται από την ανώτατη πολιτειακή αρχή,
– και να αναλαμβάνει ρόλους «τιμητικούς» σε κορυφαίες στρατιωτικές τελετές.
Χωρίς ποτέ να του ζητηθεί λογαριασμός.
Χωρίς ποτέ να θεωρηθεί «επικίνδυνος για τη δημοκρατία».
Χωρίς ποτέ να ενοχληθούν οι ευαίσθητες συνειδήσεις.
Αρα ας τελειώνουμε με την υποκρισία.
Το πρόβλημά τους δεν είναι τα «γαλλικά».
Είναι ποιος τα λέει.
Αν τα λέει ένας λαϊκός δεξιός άνθρωπος, ένας αγανακτισμένος, -πιθανόν και λαμόγιο, αλλά στην προκειμένη περίπτωση ελάχιστη σημασία έχει- ένας που δεν έχει πρόσβαση στα σαλόνια της εξουσίας, τότε πρόκειται για «παρακμή», «εκτροπή», «τοξικότητα».
Αν τα λέει ένας εφοπλιστής, ένας χορηγός του συστήματος, ένας άνθρωπος του μεγάλου κεφαλαίου, τότε απλώς… «εκφράζεται».
Και μετά βαφτίζεται νονός, ευεργέτης και πυλώνας της πατρίδας.
Αυτή είναι η πραγματική σαπίλα.
Και γι’ αυτό η υποκρισία τους βρωμάει περισσότερο από κάθε βρισιά.
Ας θυμηθούμε και το σχετικό κέντημα του προφήτή μας:



Αφήστε μια απάντηση