Στις 28 Μάρτη 1871, η Παρισινή Κομμούνα ανακηρύσσεται επίσημα σε κυβέρνηση.

Επιμέλεια Αργυρώ Κραββαρίτη

Στις 28 Μάρτη του 1871, μέσα από τις φλόγες του γαλλοπρωσικού πολέμου, ανακηρύσσεται πανηγυρικά η πρώτη εργατική επαναστατική κυβέρνηση, η Κομμούνα του Παρισιού. Για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας η κρατική εξουσία πέρασε, αν και για σύντομο χρονικό διάστημα, στα χέρια του προλεταριάτου, της πιο πρωτοπόρας, της μοναδικής μέχρι το τέλος επαναστατικής τάξης της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Στις 26 Μάρτη, εκλέγεται η Παρισινή Κομμούνα και στις 28 ανακηρύσσεται πανηγυρικά και επίσημα σε κυβέρνηση
Η Κεντρική Επιτροπή της Εθνοφρουράς από τις 18 έως τις 26 Μάρτη εκπληρώνει καθήκοντα προσωρινής κυβέρνησης. Η πραγματική ιστορία της Κομμούνας αρχίζει στις 27 Μάρτη, όταν η Κεντρική Επιτροπή παραδίνει την εξουσία στο εκλεγμένο Συμβούλιο της Κομμούνας και στις 28 Μάρτη ανακηρύσεται η πρώτη επαναστατική Κυβέρνηση. Η Κομμούνα που ίδρυσαν οι εργάτες του Παρισιού έζησε μόνον 72 μέρες, αλλά η σημασία της για τον παραπέρα απελευθερωτικό αγώνα της εργατικής τάξης ήταν τεράστια.

1. Κομμούνα 1871: η Σφίγγα κι ο Οιδίποδας

«Την αυγή της 18ης τού Μάρτη το Παρίσι ξεσηκώθηκε με το βροντερό σύνθημα “ Ζήτω η Κομμούνα! Τί είναι η Κομμούνα, αυτή η σφίγγα πού τρομοκρατεί τα μυαλά των αστών; »: μ’ αυτήν την εισαγωγή περνάει ο Μάρξ στο τρίτο μέρος -και το σημαντικότερο- της ανάλυσής του για την Κομμούνα.

Παρακάτω, περιέχονται οι απαντήσεις στο αίνιγμα πού έθεσε στους επαναστάτες των δύο τελευταίων αιώνων η Σφίγγα όλων των καιρών, η Ιστορία. Γιατί, η Κομμούνα δεν υπήρξε Σφίγγα παρά μόνο για τούς αστούς. Για τον Μάρξ, εκείνη η προλεταριακή επανάσταση των δύο μηνών έπαιξε το ρόλο τού Οιδίποδα λύνοντας το αίνιγμα πού κρύβει το μυστικό της τελικής μοίρας κάθε επανάστασης : το αίνιγμα της εξουσίας.

Το πρωί της 18ης Μαρτίου 1871 ο λαός τού Παρισιού αντιμετώπιζε το αμείλικτο ερώτημα : ποιά εξουσία ταιριάζει στη σοσιαλιστική επανάσταση; Η απάντησή του δόθηκε την ίδια στιγμή, και ήταν πεντακάθαρη: « Είναι η εξουσία πού αρνείται τον εαυτό της ». Έτσι γεννήθηκε η Κομμούνα.

Η Ιστορία δέχτηκε την απάντηση, αλλά δεν αυτοκτόνησε όπως η μυθική Σφίγγα. Υποσχέθηκε στον εαυτό της να θέτει το αίνιγμά της σε κάθε επανάσταση τού μέλλοντος, ώσπου να βρεθεί εκείνη πού θα αρνιόταν τη σωστή απάντηση – και θα βάδιζε στην καταστροφή της.

Ο Μάρξ ανέλαβε να κοινοποιήσει τη λύση πού έδωσε η Κομμούνα, και το έκανε με μεγάλη επιτυχία. Έτσι, κανείς δεν μπορεί να πει πώς όσοι ηγήθηκαν στις σοσιαλιστικές επαναστάσεις του 20ου αιώνα δεν ήταν ειδοποιημένοι. Τα ήξεραν όλα, τα ξαναγράφανε και τα ξαναλέγανε όποτε τα είχαν ανάγκη, και τα απαρνήθηκαν όταν ήρθε η ώρα της πραγματικής δοκιμασίας – η ώρα της πράξης, της οικοδόμησης μιας εξουσίας πού θα είχε μοναδικό σκοπό της ύπαρξής της την απαλλαγή της ανθρωπότητας από κάθε εξουσία.

Αυτό βέβαια αφορά πρωταρχικά την Οχτωβριανή Επανάσταση και το Κόμμα των Μπολσεβίκων, πού σήκωσε την ευθύνη του « καθοδηγητή » των επαναστατικών δυνάμεων και του « συλλογικού ηγεμόνα » στην οικοδόμηση της νέας κοινωνίας και της νέας εξουσίας, πού φερόταν ως εξουσία της εργατικής τάξης. Γι’ αυτό η μορφή της εξουσίας πού έχει το όνομα της Κομμούνας και γεννήθηκε στο Παρίσι του 1871 δεν έχει νόημα παρά μόνο όταν «διαβάζεται» παράλληλα με τη σοβιετική εξουσία. Η Σφίγγα των αστών κατόρθωσε τελικά να γίνει και του «υπαρκτού σοσιαλισμού» η Σφίγγα στα χέρια της εκδικητικής Ιστορίας.

Η κρίσιμη στιγμή για το Παρίσι και το λαό του ήρθε γύρω στις τρεις τα ξημερώματα της 18ης Μαρτίου όταν η πόλη, που αντιστεκόταν στην πολιορκία των πρωσικών στρατευμάτων, βρέθηκε αιφνιδιαστικά ανάμεσα σε δύο πυρά. Ο Θιέρσος, εφοδιασμένος με τη νομιμότητα πού του έδινε μια αντιδραστική Εθνοσυνέλευση , αποφάσισε την επιχείρηση αφοπλισμού της Εθνοφρουράς, δηλαδή της λαϊκής, δημοκρατικά οργανωμένης ένοπλης δύναμης πού αποτελούσε τον κορμό της άμυνας της πολιορκημένης γαλλικής πρωτεύουσας.

*Η σημαδιακή εκείνη μέρα ίσως ποτέ δεν θα ’παιρνε στην ιστορία τη θέση που πήρε αν ο στρατός του Θιέρσου δεν έπασχε από όλες τις αρρώστιες πού οδήγησαν τη Γαλλία στην επαίσχυντη ήττα του Σεντάν: οι δυνάμεις του πέτυχαν, τις πρώτες ώρες της επίθεσής τους, τούς στόχους τους, πού ήταν η κατάληψη των θέσεων όπου βρισκόταν ο κύριος όγκος του πυροβολικού της Εθνοφρουράς. Ευτυχώς για την Εθνοφρουρά, και για την Κομμούνα, ο στρατηγός ο επικεφαλής της επιχείρησης αφοπλισμού λησμόνησε να φέρει τα οχήματα πού θα μετέφεραν τα κανόνια, οι στρατιώτες υποχρεώθηκαν να τα σέρνουν με τα χέρια, κι αυτή η καθυστέρηση έσωσε την κατάσταση:

Ξημέρωσε, το Παρίσι ξύπνησε, ο λαός του άρχισε να αναταράζεται, εθνοφρουροί έτρεξαν στο Δημαρχείο και στα στρατόπεδα της Εθνοφρουράς φέρνοντας τις κακές ειδήσεις. Σάλπιγγες και ταμπούρλα σήμαιναν σε λίγο το συναγερμό, κι απ’ όλους τούς δρόμους άρχισαν να σπεύδουν προς τη Μονμάρτρη εθνοφρουροί πού ζώνανε βιαστικά τα όπλα τους, άντρες, γυναίκες, ακόμη και παιδιά, σε μια πρωτοφανή πανστρατιά.

Στην πρώτη γραμμή βρέθηκε η Επιτροπή Επαγρύπνησης τού 18ου Διαμερίσματος του Παρισιού, με πρωταγωνιστές δυο έξοχους επαναστάτες, τον Θεόφιλο Φερρέ καί τή Λουίζα Μισέλ. Στο βιβλίο της Η Κομμούνα η Λ. Μισέλ έδωσε μια ζωντανή περιγραφή εκείνου τού πρωινού:

Κατηφορίζω από τή Μονμάρτρη με το όπλο μου κάτω από το πανωφόρι μου, φωνάζοντας « Προδοσία! » Σχηματίστηκε μια φάλαγγα. Όλη η Επιτροπή Επαγρύπνησης ήταν εκεί: ο Φερρέ, ο Μορό, ο Άβρονσάρ, ο Λεμουσύ, ο Μπυρλό, ο Σενέρ, ο Μπουρντέιγ. Η Μονμάρτρη ξυπνούσε, σήμαινε ο συναγερμός, επέστρεψα, αλλά μαζί πια με τους άλλους, στη Μονμάρτρη για την επίθεση…

Την τελική λύση την έδωσε η συναδέλφωση του στρατού με το λαό: οι δυνάμεις πού έστειλε ο Θιέρσος δεν αποτελούνταν από πραιτωριανούς του Βοναπάρτη, αλλά από στρατευμένα παιδιά που αισθάνονταν όπως όλος ο εξεγερμένος λαός τού Παρισιού. Αψήφησαν τις απειλές και τις διαταγές τού στρατηγού τους να χτυπήσουν στο ψαχνό και ακολούθησαν το σύνθημα που έριξε ο λοχίας Βερταγκέρ (καλό είναι να μένουν στη μνήμη των ανθρώπων όσα ονόματα αφανών αγωνιστών της ελευθερίας έχουν διασωθεί): «Σύντροφοι, καταθέστε τα όπλα ! »

O στρατηγός Βιναί, επικεφαλής των δυνάμεων του Θιέρσου, αναγκάσθηκε να δώσει τη διαταγή της υποχώρησης. Την ίδια ώρα ένα συμβολικό γεγονός κορύφωνε την ένταση της ιστορικής εκείνης μέρας : Ο Βικτόρ Ουγκώ κήδευε τον γιο του Σαρλ. Όπως περιγράφει αυτή τη σκηνή ο Λισαγκαραί, μαχητής της Κομμούνας, δημοσιογράφος και συγγραφέας του κλασικού έργου Ιστορία τής Κομμούνας του 1871:

Στην πλατεία της Βαστίλλης απλώθηκε άκρα σιγή. Πίσω από μια νεκροφόρα που ερχόταν από το σταθμό της Ορλεάνης ένας γέρος με ξέσκεπο κεφάλι ακολουθούσε μια μακρά ποπμή: ο Βικτόρ Ούγκώ κήδευε στο νεκροταφείο Πέρ-Λασαίζ το σώμα του γιού του Σάρλ. Οι Εθνοφρουροί παρουσίασαν όπλα και άνοιξαν τα οδοφράγματα για να περάσουν η δόξα και ο θάνατος.
Συμβολική η στιγμή: δύο μήνες αργότερα περνούσαν, μέσα από τα ίδια οδοφράγματα, η δόξα και ο θάνατος της Κομμούνας.

2. Κυρίαρχος o ένοπλος λαός

Η αποτυχία της επιχείρησης αφοπλισμού της Εθνοφρουράς έκανε τα μέλη της « Κυβέρνησης Εθνικής Σωτηρίας » του Θιέρσου να εγκαταλείψουν την πρωτεύουσα και να καταφύγουν στις Βερσαλλίες. Η εγκατάλειψη αυτή θεωρήθηκε ένδειξη πανικού. Πραγματικά, η συναδέλφωση του στρατού με τον εξεγερμένο λαό και η άρνηση των εθνοφρουρών να ανταποκριθούν στην έκκληση του Θιέρσου και να ταχθούν στο πλευρό της κυβέρνησης (ο ίδιος ο Θιέρσος αναγνώρισε αργότερα, μετά την πτώση της Κομμούνας, ότι μόλις 500 ως 600 εθνοφρουροί προσχώρησαν στις γραμμές του) επέτρεπαν μια τέτοια εκδοχή – κι αυτήν έσπευσαν να υιοθετήσουν οι εξεγερμένοι. Συχνά οι επαναστάτες έχουν την τάση να θεωρούν τις τακτικές υποχωρήσεις των αντιπάλων ως οριστική ήττα τους, και να υποτιμούν τη συσσωρευμένη πείρα των ταξικών τους εχθρών. Αυτή η υποτίμηση στάθηκε μια από τις κύριες αιτίες και για της Κομμούνας την ήττα.

Ο ίδιος ο Θιέρσος εξήγησε την τακτική σημασία της αποχώρησης της κυβέρνησής του από την πρωτεύουσα καταθέτοντας στην ερευνητική κοινοβουλευτική επιτροπή, μετά την ήττα της Κομμούνας:

«Στις 24 Φεβρουάριου [ 1848 ], ο βασιλεύς μου είχε ζητήσει, όταν τα πράγματα εξελίσσονταν πολύ άσχημα, τη γνώμη μου για το τί έπρεπε να κάνουμε. Του απάντησα ότι έπρεπε να εγκαταλείψουμε το Παρίσι, για να επιστρέφουμε με τον στρατηγό Μπυζό και 50.000 άνδρες. (…) Η πρότασή μου συνάντησε τότε σφοδρές αντιρρήσεις. Στις 24 Φεβρουάριου δεν μπόρεσα να πετύχω, αλλά εκείνη τη μέρα [στις 18 Μαρτίου 1871 ], κατανίκησα τις αντιρρήσεις χάρη στην ορθοφροσύνη και το θάρρος των συναδέλφων μου».

Το σχέδιο που ο Θιέρσος δεν μπόρεσε να θέσει σε εφαρμογή τις μέρες της δημοκρατικής επανάστασης του 1848, πέτυχε στην προλεταριακή επανάσταση του 1871. Θεωρήθηκε ιστορικό λάθος της Κομμούνας το ότι άφησε τις δυνάμεις της αντίδρασης να φύγουν από το Παρίσι ανενόχλητες και να εγκατασταθούν στις Βερσαλλίες από όπου ο Θιέρσος μπόρεσε να οργανώσει -και με την πρωσική βοήθεια- το στρατό που θα έπνιγε στο αίμα την επανάσταση.

Η κριτική είναι αιτιολογημένη. Ο Θιέρσος μπορεί να σύστησε την αποχώρηση των κυβερνητικών δυνάμεων σύμφωνα με το παλιό του σχέδιο, αλλά η ίδια η αποχώρηση είχε όλα τα στοιχεία της άτακτης υποχώρησης. Αν η Εθνοφρουρά κυνηγούσε τις δυνάμεις του Θιέρσου, θα τις διέλυε χωρίς μεγάλη προσπάθεια. Άλλωστε ο ίδιος εκείνος δειλός, πονηρός και μοιραίος άνθρωπος της Γαλλίας του περασμένου αιώνα είχε προετοιμάσει μια δεύτερη γραμμή υποχώρησης, πολύ πιο μακριά από το Παρίσι. Όταν η Κομμούνα κατάλαβε το λάθος της κι επιχείρησε να διώξει τον Θιέρσο από τις Βερσαλλίες με την επιχείρηση του Απρίλη, κινήθηκε χωρίς σχέδιο, ασυντόνιστα, και απέτυχε.

Ωστόσο σήμερα, για μας, στο τέλος του 20ου αιώνα και στην εποχή της κατάρρευσης του «υπαρκτού σοσιαλισμού», σημασία δεν έχει αυτή η κριτική, ούτε και η ιστοριογραφική έκθεση των γεγονότων. Σημασία έχει αυτό που ήταν και είναι η ουσιαστική συνεισφορά της Κομμούνας στο επαναστατικό-σοσιαλιστικό κίνημα : η λύση που έδωσε στο πρόβλημα της εξουσίας, στη μορφή και τη λειτουργία του προλεταριακού κράτους. Σ’ αυτό αποκλειστικά θα σταθούμε.

Με την εγκατάλειψη της πρωτεύουσας από την αντιδραστική κυβέρνηση, κυρίαρχος έμεινε ο ένοπλος λαός, δηλαδή η Εθνοφρουρά. Έτσι, φυσιολογικά πλέον, ο ένοπλος λαός πήρε τη θέση του μόνιμου στρατού και θεσμοθετήθηκε ως η ένοπλη δύναμη της προλεταριακής επανάστασης – και της προλεταριακής εξουσίας. Όπως λέει ο Μάρξ:

«Το Παρίσι, η έδρα της παλιάς κυβερνητικής ισχύος και ταυτόχρονα το κοινωνικό οχυρό της εργατικής τάξης της Γαλλίας, πήρε τα άρματα για να αποκρούσει την απόπειρα του Θιέρσου και των Αγροτικών να αποκαταστήσουν και να διαιωνίσουν την παλιά κυβερνητική εξουσία που τούς κληροδότησε η Αυτοκρατορία. Το Παρίσι μπόρεσε να αντισταθεί μόνο και μόνο επειδή, εξαιτίας της πολιορκίας, είχε απαλλαγεί από το στρατό και τον είχε αντικαταστήσει με μια Εθνοφρουρά, που ο κύριος όγκος της απαρτιζόταν από εργαζόμενους. Αυτό το γεγονός δεν είχε τώρα παρά να μετατραπεί σε θεσμό. Έτσι, το πρώτο διάταγμα της Κομμούνας ήταν η κατάργηση του μόνιμου στρατού και η αντικατάστασή του από τον ένοπλο λαό.»
(Μάρξ, Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία, Άπαντα Μάρξ -’Ένγκελς, ο.π., τ. 22, σ. 331)

Πραγματικά, το πρώτο διάταγμα της Κομμούνας, που εκδόθηκε στις 29 Μαρτίου και περιείχε τα πρώτα μέτρα της επαναστατικής κυβέρνησης, όριζε ότι: «Η Εθνοφρουρά είναι πλέον η μόνη ένοπλη δύναμη της πόλης, και η αναδιοργάνωσή της θα πραγματοποιηθεί άμεσα». Το ίδιο διάταγμα μιλούσε, λίγο γενικόλογα ακόμη, για αποκατάσταση και απλοποίηση των δημοσίων υπηρεσιών. Ήταν τα δυο μέτρα-κλειδιά του νέου κράτους που θα οικοδομούσε η Κομμούνα πάνω στα συντρίμμια του παλιού, γραφειοκρατικού και στρατοκρατικού, κρατικού μηχανισμού. Σ’ αυτό όμως, που είναι και το κύριο θέμα μας, θα επανέλθουμε, αφού πρώτα παρακολουθήσουμε ιστορικά τη γένεση της μορφής της εξουσίας που ονομάστηκε «Κομμούνα».

Είδαμε ότι η Κομμούνα εξέδωσε το πρώτο της διάταγμα στις 29 του Μάρτη. Αυτό σημαίνει ότι στις 18 του Μάρτη δεν μπορούμε να μιλάμε ακριβώς για « Κομμούνα », παρόλο που από κείνη τη σημαντική μέρα χρονολογείται η γέννησή της.

3. Η γένεση της Κομμούνας

Η 18η Μαρτίου βρήκε το Παρίσι με δύο οργανωμένες δυνάμεις, προπλάσματα της επαναστατικής εξουσίας: την Εθνοφρουρά, που αυτοδίκαια μπορούσε να έχει τον τίτλο του « ένοπλου λαού », και τούς αντιπροσώπους των Είκοσι Δημοτικών Διαμερισμάτων του Παρισιού, που αποτελούσαν ήδη μια μορφή λαϊκής αυτοδιοίκησης, έτοιμης να αναλάβει ευθύνες διακυβέρνησης.

Στην οργάνωση της Εθνοφρουράς και της Αντιπροσωπείας των Είκοσι Διαμερισμάτων ήταν εμφανής ο ρόλος πού έπαιξαν τα μέλη του γαλλικού τμήματος της Α’ Διεθνούς. Παρ΄όλες τις περιπέτειες αυτού τού τμήματος στην περίοδο της Β’ Αυτοκρατορίας, παρά το γεγονός ότι με τον πόλεμο τα περισσότερα μέλη του είχαν σκορπίσει, το πνεύμα της Διεθνούς περνούσε στις οργανωμένες λαϊκές δυνάμεις μέσω κυρίως αγωνιστών πού ανήκαν σ’ αυτήν.
Αυτό δεν σήμαινε ότι όσοι ανήκαν στην πρώτη εκείνη διεθνή οργάνωση των εργαζομένων ήταν μαρξιστές.

Πολυκομματική και πολυφωνική, περιλάμβανε μαρξιστές, μπλανκιστές, προυντονιστές, γιακωβίνους, δημοκράτες σοσιαλιστές – τάσεις, οργανώσεις και άτομα που εκπροσωπούσαν όλο το φάσμα των σοσιαλιστών. Ο αγώνας για την ελευθερία και το σοσιαλισμό ήταν ο κοινός σκοπός που συνέδεε όλες αυτές τις δυνάμεις: η Πρώτη Διεθνής σε τίποτα δεν έμοιαζε με την Τρίτη Διεθνή.

Στην Κομμούνα, τη μεγαλύτερη επιρροή είχαν οι μπλανκιστές και οι προυντονιστές. Οι μπλανκιστές απαρτίσανε την « πλειοψηφία » και οι προυντονιστές τη « μειοψηφία », χωρίς να σβήνουν την επιρροή και των άλλων τάσεων στη διαμόρφωση εκείνης της πρώτης προλεταριακής εξουσίας. Είναι αυτονόητο ότι η ύπαρξη τόσων τάσεων δημιουργούσε αντιθέσεις και σε βασικά ζητήματα στόχων και προτεραιοτήτων, αλλά και σε καθημερινά, τρέχοντα, ακόμη και σε ασήμαντα μικροζητήματα.

Οι αντιθέσεις μάλιστα σε μικροζητήματα φαίνεται ότι ταλαιπώρησαν την Κομμούνα πολύ περισσότερο από τις διαφωνίες στα μεγάλα προβλήματα που αντιμετώπιζε. Ενδεικτική είναι η προσπάθεια του Μάρξ να παρέμβει για να τερματιστούν οι διαβρωτικές προσωπικές διαμάχες. Σε γράμμα του σε δύο από τους πιο διαλεχτούς κομμουνάρους, μέλη της Διεθνούς, τον Βαρλέν και τον Φράνκελ , έγραφε – στις 13 Μαΐου, λίγες μέρες πριν από την πτώση της Κομμούνας :

«Η Κομμούνα φαίνεται ότι χάνει πολύ χρόνο σε μπαγκατέλες και σε προσωπικές διαμάχες. Είναι φανερό πώς υπάρχουν ξένες προς τους εργάτες επιδράσεις. Όλα αυτά δεν θα είχαν σημασία αν θα είχατε τον καιρό να κερδίσετε το χαμένο χρόνο».

Οι αντιθέσεις στα σημαντικά ζητήματα πάντως- όπως ήταν η αντίθεση Κ.Ε. της Εθνοφρουράς και της Επιτροπής των Είκοσι Διαμερισμάτων στο θέμα των εκλογών που προκήρυξε η Εθνοφρουρά- ουδέποτε πήραν το χαρακτήρα εξοντωτικού εσωτερικού πολέμου για την επιβολή της μιας άποψης, έστω κι αν ήταν η άποψη της « πλειοψηφίας », για τη μονοπώληση της « ορθότητας » μιας θέσης, για την κατάκτηση της « ηγεμονίας ».

Τελικά υπερίσχυε το πνεύμα της ενότητας και της σύνθεσης, όπως το επέβαλλαν οι ανάγκες των κρίσιμων εκείνων ημερών και το δημοκρατικό πνεύμα που επικρατούσε στους κόλπους της Κομμούνας. Τις ώρες της μάχης με τον εχθρό ο μόνος « ανταγωνισμός » ήταν στον ηρωισμό και στη θυσία.

Η πιο ουσιαστική αντίθεση -που εκδηλώθηκε από τις πρώτες μέρες της κατάληψης της εξουσίας- ήταν η αντίθεση ανάμεσα στον δημοκρατικό «λεγκαλιστικό» και στον άκρως «επαναστατικό» τρόπο άσκησης της εξουσίας, που εκφράστηκε ως αντίθεση ανάμεσα στην Κεντρική Επιτροπή της Εθνοφρουράς, όπου οι προυντονικές επιδράσεις ήταν αρκετά ισχυρές, και στην Επιτροπή των Είκοσι Διαμερισμάτων, όπου ήταν εντονότερες οι μπλανκιστικές επιδράσεις.

Τις απόψεις της η Επιτροπή των Είκοσι Διαμερισμάτων τις είχε διατυπώσει από τον Φεβρουάριο, με τη «Διακήρυξη Αρχών» πού ψηφίστηκε στη Γενική Συνέλευση των Επιτροπών Επαγρύπνησης (19-23.2.1871). Σύμφωνα μ’ αυτήν την απόφαση, οι Επιτροπές έπρεπε να ανασυγκροτηθούν και να απομακρύνουν όλα τα στοιχεία που η νοοτροπία τους «δεν ήταν επαρκώς Σοσιαλιστική Επαναστατική». Κάθε μέλος έπρεπε να υπογράψει τη Διακήρυξη Αρχών πού ψηφίστηκε στη συνεδρία της 19 Φεβρουάριου, όπου είναι έκδηλες οι μπλανκιστικές αντιλήψεις:

Προσπάθεια να δημιουργηθεί ένα ηγετικό επαναστατικό κόμμα, «Σοσιαλιστικό Επαναστατικό», με τη δέσμευση όλων των μελών των Επιτροπών ότι θα ανήκουν σ’ αυτό, άρνηση της αρχής της πλειοψηφίας και επιβολή της εξουσίας της «επαναστατικής μειοψηφίας», άρνηση των εκλογικών διαδικασιών και των αντιπροσωπευτικών σωμάτων κλπ. Η Διακήρυξη της Επιτροπής των Είκοσι Διαμερισμάτων περιείχε ωστόσο μια πρώτη σκιαγραφία του προλεταριακού κράτους, που σημαίνει: συντριβή του αστικού κράτους και δημιουργία μιας εξουσίας τελείως νέας στη μορφή και στο περιεχόμενο, που θα ασκείται άμεσα από τούς εργαζόμενους, με κυρίαρχο το ρόλο του προλεταριάτου και με σκοπό την εξάλειψη των τάξεων και κάθε εκμετάλλευσης, συνεπώς την εξαφάνιση και της ίδιας της εξουσίας.

Ο πρώτος λόγος πάντως, όταν η εξουσία βρέθηκε στα χέρια του λαού στις 18 του Μάρτη, ανήκε στην Εθνοφρουρά, που ήταν ο οπλισμένος για την προάσπιση της ελευθερίας της πατρίδας λαός, γέννημα της πολεμικής συγκυρίας, όταν o στρατός βρισκόταν στο μέτωπο και ανατέθηκε στο λαό η φρούρηση των πόλεων. Με την ντροπιασμένη ήττα του Ναπολέοντα Γ’, την κατάρρευση της Δεύτερης Αυτοκρατορίας και την ανακήρυξη της Δημοκρατίας, και μπροστά στην αντιδραστικότητα και τις συνθηκολόγες διαθέσεις της «Κυβέρνησης Εθνικής Σωτηρίας», ο ρόλος της Εθνοφρουράς στο κυκλωμένο από τα πρωσικά στρατεύματα Παρίσι άλλαζε: Έγινε ο «ένοπλος λαός» που αγωνίζεται ταυτόχρονα και για την προάσπιση της ανεξαρτησίας της χώρας του και για την απαλλαγή του λαού από τους εκμεταλλευτές του και για το στέριωμα της δημοκρατίας και για την ανάδειξη του ένοπλου λαού σε θεσμό της πραγματικής δημοκρατίας με την κατάλυση του στρατοκρατικού στηρίγματος της αστικής εξουσίας.

Μέσα από τις αποφάσεις και τις διακηρύξεις της Εθνοφρουράς μπορεί να παρακολουθήσει κανείς μια εξέλιξη που κόβει, κυριολεκτικά, την ανάσα, καθώς μέρα με τη μέρα, ακόμη και ώρα με την ώρα, συντελείται μια ραγδαία ωρίμαση της πολιτικής συνείδησης αυτών των ανθρώπων που, εργάτες, τεχνίτες και μικροεπαγγελματίες στη μεγάλη πλειονότητά τους, ανακάλυπταν μέσα από την πράξη καi θεμελίωναν τη θεωρία και την πρακτική της επαναστατικής εξουσίας.

Βλέπουμε την Κ.Ε. της Εθνοφρουράς, σε προκήρυξή της, της 4ης Μαρτίου, να υπογραμμίζει για πρώτη φορά την υπεροχή του ένοπλου λαού έναντι των μόνιμων στρατών στην αποτελεσματική υπεράσπιση της πατρίδας. Λίγες μέρες αργότερα, στις 10 Μαρτίου, σε νέα συνέλευση, ή Κ.Ε. θέτει πλέον ανοιχτά το αίτημα της κατάργησης του μόνιμου στρατού:

«Όχι πια μόνιμοι στρατοί, άλλα ολόκληρο το έθνος οπλισμένο. (…) Τέρμα στην καταπίεση, στην υποδούλωση, στη δικτατορία κάθε λογής. Κυριαρχία του έθνους, πολίτες ελεύθεροι, πού θα διοικούνται κατά τη δική τους βούληση».
Λύτες ήταν οι θέσεις των οργανωμένων λαϊκών δυνάμεων στο πολιορκημένο Παρίσι τον Μάρτη του 1871. Στην άλλη όχθη βρίσκονταν οι δυνάμεις της αντίδρασης, οχυρωμένες στην Εθνοσυνέλευση όπου κυριαρχούσαν οι εκπρόσωποι του κεφαλαίου, των ευγενών της επαρχίας και της υπαίθρου, των νοσταλγών της Αυτοκρατορίας, της συνθηκολόγησης με τους Πρώσους και της παλινόρθωσης της μοναρχίας. Η ρήξη γινόταν αναπόφευκτη, κι ο Θιέρσος την επέσπευσε με την επιχείρηση αφοπλισμού της Εθνοφρουράς, την αυγή της 18 Μαρτίου.

Με την αποτυχία του εγχειρήματος και τη φυγή της κυβέρνησης του Θιέρσου στις Βερσαλλίες, ο λαός του Παρισιού βρέθηκε κυριολεκτικά απροετοίμαστος, με την εξουσία στα χέρια, στην πρωτεύουσα της επανάστασης: ούτε πολιτικές δυνάμεις με έτοιμο πρόγραμμα ούτε «καταξιωμένες» πολιτικές προσωπικότητες υπήρχαν για να πάρουν την ηγεσία και να «οδηγήσουν» ή να «καθοδηγήσουν» την επανάσταση. Όπως τονίζουν και οι συγγραφείς της Κομμούνας του 1871, στις διακηρύξεις και τις τοιχοκολλήσεις των πρώτων ημερών του Μαρτίου δεν υπήρχαν ανάμεσα στα ονόματα των μελών της Κεντρικής Επιτροπής της Εθνοφρουράς παρά δύο σχετικά γνωστά ονόματα: του Βαρλέν καί του Ασσί. O Ζύλ Βαλλές, δημοσιογράφος και συγγραφέας, από τις εξέχουσες μορφές της Κομμούνας, έγραφε στις 19 Μαρτίου, δίνοντας μια γλαφυρή εικόνα των μελών της επαναστατικής κυβέρνησης:
«Δεν γνωρίζω κανέναν. Μου λένε τα ονόματα τους, δεν τα έχω ξανακούσει. Είναι οι αντιπρόσωποι των ταγμάτων (σ.σ.: της Εθνοφρουράς ), γνωστοί μόνο στις συνοικίες τους. Κέρδισαν την επιτυχία με το λόγο και με την πράξη τους στις, συχνά ταραχώδεις, συνελεύσεις από τις όποιες προήλθε η ομοσπονδιακή οργάνωση.

(…) Αυτή τη στιγμή δεν βρίσκονται παρά έξι ή επτά σ’ αυτή τη μεγάλη αίθουσα (του Δημαρχείου) όπου εδώ και λίγον καιρό χόρευε η Αυτοκρατορία με τις χρυσοποίκιλτες στολές και τις βραδινές τουαλέτες. Σήμερα, μισή ντουζίνα αγόρια με χοντροπάπουτσα, με μάλλινους σκούφους, χωρίς επωμίδες και αορτήρες, είναι η κυβέρνηση…»
Τέτοιοι ήταν οι άνθρωποι πού έκαναν την Κομμούνα, και έστησαν την πρώτη στην Ιστορία και τη γνησιότερη λαϊκή-προλεταριακή εξουσία.

4. Πρώτη πράξη, η προκήρυξη εκλογών

Το πρόβλημα της «νομιμοποίησης» της εξουσίας ορθώθηκε από τις πρώτες ώρες της 18ης Μαρτίου μπροστά στις οργανωμένες λαϊκές δυνάμεις με τη μορφή διλήμματος: αυτήν την εξουσία πού έπεσε στα χέρια τους μέσα σε λίγες ώρες όφειλαν να την κρατήσουν επαναστατικώ δικαίω ή έπρεπε να ασκήσουν προσωρινά και μόνο καθήκοντα και να προχωρήσουν σε μια μορφή νόμιμης εξουσίας. Τη λύση την υπαγόρευσε και πάλι η ίδια η επαναστατική ανάγκη.

Τη νύχτα της 18ης προς 19η Μαρτίου μέλη της Εθνοφρουράς έκαναν, με τη δική τους επαναστατική πρωτοβουλία, τις αναγκαίες κινήσεις: ο Μπρυνέλ, που ήταν αξιωματικός και οδηγήθηκε από τις γνώσεις του της τακτικής, κατέλαβε το Δημαρχείο, κι αυτή την ενέργεια επικύρωσε η Κ.Ε. της Εθνοφρουράς, δηλώνοντας ότι θα παρέμενε σ’ αυτό. Η δεύτερη απόφασή της ήταν να άρει την κατάσταση πολιορκίας και να προκηρύξει δημοτικές εκλογές από όπου και θα αναδεικνυόταν το Συμβούλιο της Κομμούνας του Παρισιού. Τις αποφάσεις της αυτές τις κοινοποιούσε στην πρώτη της, πανηγυρική προκήρυξη:

«Πολίτες, ο λαός του Παρισιού αποτίναξε το ζυγό που προσπάθησαν να του επιβάλουν. ’Ήρεμος, ψύχραιμος χάρη στη δύναμή του, αντιμετώπισε χωρίς φόβο και χωρίς προκλήσεις τους αναίσχυντους τρελούς που θέλησαν να μας αφαιρέσουν την ιερή παρακαταθήκη των ελευθεριών μας. Τους ευχαριστούμε όλους, και τώρα το Παρίσι και η Γαλλία ας βάλουν μαζί τις βάσεις μιας Δημοκρατίας πού θα ανακηρυχθεί με όλες τις συνέπειές της, ως η μόνη κυβέρνηση πού θα κλείσει για πάντα την εποχή των εισβολών και των εμφύλιων πολέμων. Αίρεται η κατάσταση πολιορκίας. Ο λαός του Παρισιού καλείται στα τμήματά του για να εκλέξει τις Κομμούνες του. Η ασφάλεια των πολιτών είναι εξασφαλισμένη με τη συμβολή της Εθνοφρουράς.»

Σε προκήρυξή της προς την Εθνοφρουρά, η Κ.Ε. καλούσε τους εθνοφρουρούς να προετοιμάσουν τις εκλογές για να επιβληθεί «η αληθινή Δημοκρατία», και δήλωνε την πρόθεσή της να παραμείνει στο Δημαρχείο «εν ονόματι του λαού».

Η απόφαση για τις εκλογές προκάλεσε την αντίδραση της Επιτροπής των Είκοσι Διαμερισμάτων και την εκδήλωση των πρώτων, μείζονος σημασίας, διαφωνιών. Σε έντονη παρέμβασή του ο Ναπιά-Πικέ, αντιπρόσωπος του 1ου Διαμερίσματος, στη συνεδρία της 21ης Μαρτίου κατηγόρησε την Κ.Ε. της Εθνοφρουράς ότι δεν έκανε «παρά μόνο λάθη» , και υποστήριξε τη θέση της Διακήρυξης Αρχών του Φλεβάρη:

Τo 1ο Διαμέρισμα ήθελε επαναστατικά μέτρα και όχι εκλογές. Να εξεταστεί αν αύριο το πρωί δεν θα ήταν απολύτως επείγον να μετατραπεί η Κ.Ε. της Εθνοφρουράς σε Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας, με τη συμμετοχή ορισμένων μελών της Αντιπροσωπείας των Είκοσι Διαμερισμάτων.

Τελικά η Αντιπροσωπεία των Είκοσι δήλωσε ότι δεχόταν τις αποφάσεις της Εθνοφρουράς, όχι γιατί αναγνώρισε την ορθότητα τους αλλά για να μη δώσουν, με τη διαφωνία τους, όπλα στην αντίδραση. Η κατηγορία ότι η Κ.Ε. της Εθνοφρουράς «προσχώρησε στη νομιμότητα», επομένως «δεν μπορούσε πια να κάνει επανάσταση», ακούστηκε πολλές φορές από την πλευρά της Αντιπροσωπείας των Είκοσι Διαμερισμάτων, αλλά οι κατηγορίες για «λεγκαλιστικές αυταπάτες» της Κομμούνας επαναλήφθηκαν από πολλές πλευρές ως και στον αιώνα μας.

Στη σταλινική περίοδο η κριτική στην Κομμούνα παίρνει τη «σκληρότερη» μορφή της, φτάνει ως την επίθεση εναντίον της ίδιας της έννοιας της ελευθερίας, πού την ταυτίζει με την αστική ιδεολογία. Τυπικό δείγμα αυτής της κριτικής είναι το άρθρο του Βικτόρ Λεντύκ στην επετειακή έκδοση της Pensee του 1951.

Γράφει ο Λεντύκ:
«Άν η Κομμούνα -κι αυτό αποτελεί την αιώνια δόξα της- είναι η σκιαγράφηση της δικτατορίας τού προλεταριάτου, οι άνθρωποι που τη ζούνε δεν έχουν, εκτός από κάποιες εξαιρέσεις, καθαρή εικόνα των πραγματικών θεωρητικών δεδομένων τού αγώνα τους. Πολύ απέχουν από τη συστηματική κριτική των άξιών που προτείνει η κυρίαρχη τάξη. Οι κυριότερες από τις αδυναμίες, τα μοιραία λάθη της Κομμούνας, απορρέουν από την ιδεολογική σύγχυση, της οποίας θύμα είναι η εργατική τάξη, ακόμη κι όταν εξορμά εναντίον της αστικής τάξης πραγμάτων.

Δεν υπάρχει πιο πειστικό παράδειγμα αυτής της σύγχυσης και των καταστροφικών της συνεπειών από αυτό που έχει ως αντικείμενό του την έννοια της ελευθερίας, η οποία κληρονομήθηκε από την αστική ιδεολογία και έγινε δεκτή χωρίς σε βάθος κριτική από τους κομμουνάρους. Σε όλη τη διάρκεια της Κομμούνας θα δούμε τούς πρωταγωνιστές της να σκοντάφτουνε πάνω σ’ αυτό το εμπόδιο. Ενώ δημιουργούν έναν καινούργιο τύπο Κράτους, ενώ ασκούν ουσιαστικά τη δικτατορία της πλειοψηφίας πάνω στη μειοψηφία στηριγμένοι στην ένοπλη δύναμη του προλεταριάτου, επικαλούνται συνεχώς, όχι τις αρχές της πάλης των τάξεων που εφαρμόζουν στην πράξη, αλλά τις αρχές πού είχε εισαγάγει η αστική τάξη στη δική της πολιτική πάλη. Βλέπουν στην ελευθερία το κλειδί που αρκεί για να ανοίξει τις πόρτες τού καινούργιου κόσμου, για να λύσει όλα τα προβλήματα. Κι ακόμη, είναι γι’ αυτούς η υπέρτατη αξία και η μόνη που μπορεί να νομιμοποιήσει την πράξη τους».

Οι σταλινικής εμπνεύσεως κριτικοί της Κομμούνας καταλαμβάνονται από ρίγη αγανακτήσεως στο άκουσμα και μόνο της λέξης ελευθερία. Στο βάθος, με τελείως αντιιστορικό τρόπο, ψέγουν την Κομμούνα γιατί δεν εφάρμοσε τη «δικτατορία τού προλεταριάτου» όπως την εννοούσε και την εφάρμοζε το σταλινικό σύστημα και αποδίδουν στα κληρονομημένα από τη Γαλλική Επανάσταση « ταμπού » την προσήλωση των κομμουνάρων « στην εξίσωση “ελευθερία = σοσιαλισμός ” ενώ το σωστό είναι “ σοσιαλισμός = ελευθερία”»,πως λέει ο Λεντύκ. Είναι χαρακτηριστική η απορία του γιατί η Κομμούνα είχε αφήσει ελεύθερο ως και τον αστικό Τύπο, επειδή δεν επέτρεπε στον εαυτό της « να πλήξει την ελευθερία τού Τύπου » έστω κι αν αυτός ό Τύπος τη χτυπούσε και τη συκοφαντούσε.

Ωστόσο, στις εκλογές για την ανάδειξη των δημοτικών αρχών των διαμερισμάτων του Παρισιού και του Συμβουλίου της Κομμούνας κέρδισε τη συντριπτική πλειοψηφία των δήμων του Παρισιού, παρά την «ελευθερία» που αναγνώριζε και στους εχθρούς της. Από το μυαλό του Λεντύκ, και όλων των όμοια μ’ αυτόν σκεπτόμενων, δεν πέρασε ποτέ η ιδέα πως οι κατακτήσεις της Γαλλικής Επανάστασης ήταν κατακτήσεις και του γαλλικού προλεταριάτου, είχαν βαθιά ριζώσει στη συνείδησή του, και έβρισκαν το δρόμο τους και στην επαναστατική εξουσία του.

Ο Μάρξ θεώρησε λάθος της Κομμούνας την άμεση προκήρυξη των εκλογών, αλλά για άλλο λόγο, που συνδέεται με το πρώτο και βασικό λάθος της: αντί να καταδιώξει τις δυνάμεις του Θιέρσου και να εμποδίσει την εγκατάστασή τους στις Βερσαλλίες, ασχολήθηκε με την προετοιμασία των εκλογών. Σ’ αυτήν την κριτική κανείς δεν μπορεί να έχει αντίρρηση.

5. Ό λαός γιορτάζει την -εκλογική- νίκη του

Οι εκλογές έγιναν στις 26 Μαρτίου, και ο λαός του Παρισιού απέκτησε, με την ελεύθερη έκφραση της θέλησής του, το Συμβούλιο της Κομμούνας, αυτό που απλούστερα ονομάστηκε μονολεκτικά « Κομμούνα ». Το αποτέλεσμα ήταν θριαμβευτικό για τους υποψήφιους του παρισινού λαού που κατόρθωσε, μέσα σ’ εκείνες τις συνθήκες του επαναστατικού αναβρασμού, να οργανώσει ελεύθερες, με όλη τη σημασία της λέξης, εκλογές: υποψήφιοι ήταν και αστοί, πρώην δήμαρχοι και αντιδήμαρχοι. Οι αστικές συνοικίες του Παρισιού έδωσαν την προτίμησή τους σε 15 απ’ αυτούς – οι περισσότεροι από τούς οποίους παραιτήθηκαν με διάφορα προσχήματα. Π.χ., ένας από τούς πιο κυνικούς εκλεγμένους αστούς παραιτήθηκε μ’ αυτό το αιτιολογικό: «Η εντολή μου ήταν για την άσκηση καθαρά δημοτικών καθηκόντων. Εφόσον εδώ γίνεται λόγος για την κατάργηση των νόμων και για μια Κομμούνα-Πολεμικό Συμβούλιο, δεν έχω δικαίωμα να παραμείνω».

Στις 28 Μαρτίου βγήκαν τα τελικά αποτελέσματα, και ο κατάλογος των εκλεγμένων πια μελών της Κομμούνας ανακοινώθηκε στις 200 χιλιάδες λαού που είχαν συγκεντρωθεί μπροστά στο Δημαρχείο. Ο Ρανβιέ, μέλος της Κ.Ε. της Εθνοφρουράς, εκλεγμένος αντιπρόσωπος του 20ου Διαμερίσματος στο Συμβούλιο της Κομμούνας, μπόρεσε να πει μόνο δυο λόγια στους συγκεντρωμένους πολίτες και εθνοφρουρούς:

«Η καρδιά μου είναι πλημμυρισμένη από τόση χαρά που δεν μπορώ να βγάλω λόγο. Επιτρέψτε μου μόνο να δοξάσω το λαό του Παρισιού για το μεγάλο παράδειγμα που έδωσε σήμερα στον κόσμο.»

Κι όταν διαβάστηκε ο κατάλογος αυτών που αποτελούσαν πια την Κομμούνα του Παρισιού κι αντήχησε η Μασσαλιώτιδα, κι έγινε η επίσημη ανακήρυξη της Κομμούνας σε εξουσία του επαναστατημένου λαού, καμιά περιγραφή δεν θα μπορούσε να αποδώσει τον ενθουσιασμό, τη χαρά, τη συγκίνηση του λαού που πανηγύριζε τη δική του νίκη.

Την ίδια μέρα η Κεντρική Επιτροπή της Εθνοφρουράς παρέδινε την εξουσία στην Κομμούνα. Η προκήρυξή της είναι ένα ανεπανάληπτο ιστορικό ντοκουμέντο:
«Πολίτες, σήμερα παραβρεθήκαμε στην πιο μεγαλειώδη λαϊκή συγκέντρωση που είδαν ποτέ τα μάτια μας, που συγκλόνισε ποτέ τις ψυχές μας: το Παρίσι άνοιγε το βιβλίο της Ιστορίας σε μια λευκή σελίδα κι απόθετε σ’ αυτήν το πανίσχυρο όνομά του. (…) Οι κατάσκοποι που έχουν γλιστρήσει μέσα στις γραμμές μας, ας πάνε να τούς περιγράψουνε το μεγαλειώδες θέαμα ενός λαού που ανακτά την κυριαρχία του και, υπέρτατη φιλοδοξία, την ανακτά κραυγάζοντας: «Τη ζωή μας για την Πατρίδα!». Πολίτες, στα χέρια σας αποθέτουμε το έργο που μας αναθέσατε, κι αυτή την τελευταία στιγμή της εφήμερης εξουσίας μας, πριν να επανέλθουμε οριστικά στις αρμοδιότητες της Επιτροπής της Εθνοφρουράς, αρμοδιότητες που τα γεγονότα μας είχαν υποχρεώσει να εγκαταλείψουμε, θέλουμε να σας πούμε ένα ευχαριστώ».

*Η επόμενη παράγραφος της προκήρυξης έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί σ’ αυτήν περιέχεται ή πολιτική φιλοσοφία της Κ.Ε. της Εθνοφρουράς – που συγκέντρωσε τα πυρά της σταλινικού τύπου κριτικής και θεωρήθηκε η κύρια αιτία της ήττας της Κομμούνας:

«Βοηθούμενοι στο έργο μας από τον θαυμαστό πατριωτισμό σας κι από τη φρόνησή σας, φέραμε σε πέρας, χωρίς να προσφύγουμε στη βία αλλά και χωρίς αδυναμία, τους όρους της εντολής μας. Παρόλο που την πορεία μας εμπόδιζε η πίστη στη νομιμότητα που μας απαγόρευε να λειτουργήσουμε ως κυβέρνηση, κατορθώσαμε ωστόσο, στηριγμένοι πάνω σας, να προετοιμάσουμε μέσα σε οκτώ ημέρες μια ριζική επανάσταση. Γνωρίζετε τις πράξεις μας, και τις υποβάλλουμε στην κρίση σας με την περηφάνια του επιτελεσθέντος καθήκοντος. Πριν όμως περάσουμε από το δικαστήριο της γνώμης σας, θέλουμε να πούμε πώς τίποτα δεν έφτασε σε πέρας παρά μόνο από σάς: θέλουμε να διακηρύξουμε με όλη τη δύναμη της φωνής μας πως εσείς, ο απόλυτος και νόμιμος κύριος, δείξατε τη δύναμή σας κυρίως με τη μεγαλοψυχία σας κι ότι, αν απαιτήσατε και επιβάλατε τις διεκδικήσεις σας, ποτέ δεν κάνατε χρήση αντιποίνων».

Τις θέσεις της Εθνοφρουράς συμπληρώνει η δήλωσή της προς τούς εκλεγμένους αντιπροσώπους στην Κομμούνα:
«Εκλεγμένοι πολίτες του Παρισιού, η Κεντρική Επιτροπή σάς παραδίνει τις επαναστατικές εξουσίες της.

Επανερχόμαστε στα καθήκοντα που ορίζονται από τον κανονισμό μας. H Κ.Ε. δεν πρόκειται να αναμειχθεί στις πράξεις της Κομμούνας, της μόνης νόμιμης εξουσίας. Θα τις κάνει σεβαστές και θα περιορισθεί στην αναδιοργάνωση της Εθνοφρουράς».

Μ’ αυτή τη διακήρυξη η Κ.Ε. της Εθνοφρουράς ολοκλήρωνε τη φυσιογνωμία της Κομμούνας-προτύπου το προλεταριακού κράτους. Με την παραίτησή της από κάθε άσκηση εξουσίας πλουτίζει την εξουσία του προλεταριάτου με ένα σημαντικό στοιχείο : ακόμη κι όταν ο μόνιμος στρατός έχει αντικατασταθεί από τον ένοπλο λαό, δεν παύει να είναι επικίνδυνη, και γι’ αυτό ανεπίτρεπτη, ή ανάμειξη των όπλων στη διακυβέρνηση.

Έτσι η Κομμούνα, που καταργεί το χωρισμό των εξουσιών όπως τον καθόρισε η πολιτική σκέψη του 18ου αιώνα και κατοχυρώθηκε από τη Γαλλική Επανάσταση, εισάγει έναν άλλο χωρισμό: η καθαρά κυβερνητική εξουσία χωρίζεται από το ένοπλο τμήμα της, έστω κι αν αυτό είναι « ένοπλος λαός » με εκλεγμένους αξιωματικούς, βάζοντας μ’ αυτόν τον τρόπο φραγμό σε κάθε κίνδυνο αναβίωσης του μιλιταρισμού και κάθε τάσης βοναπαρτισμού.

Ο γιορτασμός από το λαό της εκλογικής του νίκης έδινε ένα χτύπημα -που θα μπορούσε να είναι συντριπτικό για πάντα- στον μπλανκισμό και στην περιφρόνησή του προς την εκλογική διαδικασία, στο δόγμα του ότι οι « επαναστατικές μειοψηφίες » επιβάλλουν τη θέλησή τους πάνω στην πλειοψηφία από μόνο το λόγο ότι ανακηρύσσουν τον εαυτό τους σε μοναδικούς άξιους να αναλαμβάνουν την επαναστατική εξουσία και να αναδεικνύουν τα όργανα της εξουσίας.

Στην πραγματικότητα ο μπλανκισμός ήταν η « αριστοκρατική » αντίληψη πως η επαναστατική συνείδηση αποτελεί προνόμιο των λίγων φωτισμένων επαναστατών, που αποκτούν έτσι το δικαίωμα να χειραγωγούν το λαό, αποκλείοντάς του το δικαίωμα της μεγάλης πολιτικής κινητοποίησης και πολιτικής συνειδητοποίησης που είναι η εκλογική διαδικασία. Σ’ αυτήν την αντίληψη έχει ασκήσει πολύ αξιοπρόσεχτη κριτική η Ρόζα Λούξεμπουργκ, όταν το Μπολσεβίκικο Κόμμα ματαίωσε τις εκλογές της Συντακτικής Συνέλευσης και ανακήρυξε τα Σοβιέτ σε μοναδικά όργανα εξουσίας (βλ. σχετικά Ρ. Λούξεμπουργκ, Η Ρωσική Επανάσταση).

Μερικά χρήσιμα, ίσως, συμπεράσματα

Η «τιμιότητα», που, στην αρχή, τη χαρακτηρίζει «βλακεία» των κομμουνάρων ο Μάρξ, δεν μπορεί παρά να συνδεθεί με τις διακηρύξεις της Κ.Ε. της Εθνοφρουράς της 28 Μαρτίου, μέρας ανακήρυξης της Κομμούνας σε εκλεγμένη και νόμιμη εξουσία. ‘Οπως είδαμε, σ’ εκείνη τη διακήρυξη η Κ.Ε. τονίζει ότι η επανάσταση που συντελέστηκε από τις 18 ως τις 28 Μαρτίου ήταν ειρηνική, έγινε χωρίς τη χρήση βίας, κι ότι η εργατική τάξη του Παρισιού επέδειξε μεγαλοψυχία και δεν έκανε χρήση αντιποίνων.

‘Ολα αυτά μαζί συνθέτουν αυτό πού από χρόνια αρχαία αποτελούσε αρετή τού « δήμου » : την ανθρωπιά και την επιείκεια. Μας παραπέμπουν στον Αριστοτέλη, που μας παραδίνει πως οι Αθηναίοι δεν έδιωξαν από την πόλη τους φίλους του τυράννου Πεισίστρατου, όσους δεν είχαν πάρει μέρος στις ταραχές, « χρώμενοι τη ειωθυία του δήμου πραότητι » – ακολουθώντας τη συνήθη στη δημοκρατία επιείκεια. Ανάλογη επιείκεια έδειξαν οι Αθηναίοι και στην πολύ πιο βαριά περίπτωση, των Τριάκοντα τυράννων, που και ξενοκίνητοι ήταν – όργανο της νικήτριας στον Πελοποννησιακό πόλεμο Σπάρτης, και πνίξανε την Αθήνα στο αίμα όταν πήρανε την εξουσία και κλεφταράδες και φονιάδες αποδειχτήκανε, δολοφονώντας δημοκρατικούς πολίτες για να πάρουνε την περιουσία τους.

‘Όταν οι δυνάμεις της δημοκρατίας, με τον Θρασύβουλο επικεφαλής, απαλλάξανε τούς Αθηναίους από την τυραννία των Τριάκοντα, καθόλου δεν σκεφτήκανε να προβούνε σε αντίποινα. Αντίθετα, επιτρέψανε στους ολιγαρχικούς, φίλους των Τριάκοντα, να πάνε να εγκατασταθούνε στην Ελευσίνα, και ψηφίσανε νόμο που απαγόρευε την αναμόχλευση των περασμένων και τις αντεκδικήσεις – «των δέ παρεληλυθότων μηδενί προς μηδένα μνησικακεΐν»- με εξαίρεση όσους είχαν λάβει αξιώματα, αλλά και γι’ αυτούς ίσχυε το «δεδικασμένο», δεν μπορούσαν να τούς δικάσουν δυο φορές για τα αδικήματά τους – « μηδέ προς τούτους, εάν διδώσιν ευθύνας».

Πουθενά ο Μάρξ δεν επικρίνει την Κομμούνα γιατί απέρριψε τη χρήση της επαναστατικής τρομοκρατίας – η μόνη περίπτωση πού εξετάζει το θέμα είναι όταν η Κομμούνα, πολύ αργά πια, όταν είχε κριθεί η τύχη της, αποφάσισε να κάνει μερικές εκτελέσεις ομήρων. Αντίθετα, ο Λένιν προσάπτει στο προλεταριάτο την «υπερβολική μεγαλοψυχία» που έδειξε στους εχθρούς του αντί να τους εξοντώσει. Σε άρθρο του δημοσιευμένο στις 23 Μαρτίου 1908 έγραφε:
«Το δεύτερο λάθος είναι η υπερβολική μεγαλοψυχία του προλεταριάτου. Αντί να εξοντώσει τους εχθρούς του, προσπάθησε να επιδράσει ηθικά πάνω τους, περιφρόνησε τη σημασία των καθαρά πολεμικών ενεργειών στον εμφύλιο πόλεμο και αντί να στεφανώσει τη νίκη του στο Παρίσι με μια αποφασιστική επίθεση στις Βερσαλλίες, αργοπόρησε και έδωσε στην κυβέρνηση των Βερσαλλιών τον καιρό να συγκεντρώσει τις σκοτεινές δυνάμεις και να προετοιμαστεί για τη ματωμένη βδομάδα του Μάη».
( Απαντα, τ. 16, σ. 476)

Η τρομοκρατία, η πιο άγρια και αδίστακτη, χρησιμοποιήθηκε από τον Θιέρσο, που έριξε τις δυνάμεις των μισθοφόρων του Βοναπάρτη πάνω στο λαό του Παρισιού με σαδιστική εκδικητική μανία. Έχοντας μεθοδικά προετοιμάσει τη συναλλαγή του με τον Βίσμαρκ, δήλωνε με κομπασμό στην Εθνοσυνέλευση ότι οι Βερσαλλίες «είχαν φτάσει στο στόχο τους» και ήταν πλέον εξασφαλισμένη η νίκη «της τάξεως, της δικαιοσύνης και του πολιτισμού».

Μια μέρα πριν, στις 21 Μαΐου, ο στρατηγός Ντουαί έμπαινε στο Παρίσι επικεφαλής των «πραιτωριανών του Βοναπάρτη» πού ο Βίσμαρκ είχε προσφέρει απελευθερώνοντάς τους, με αντάλλαγμα την υπογραφή της συνθήκης ειρήνης με τούς όρους που ο ίδιος επέβαλλε. Καθώς η αποφασιστική στιγμή πλησίαζε -γράφει ο Μάρξ- ο Θιέρσος δήλωσε στην Εθνοσυνέλευση ότι «θα ήταν ανελέητος», και στις «βοναπαρτικές συμμορίες» έδωσε την «άδεια» να πάρουν την εκδίκησή τους από το Παρίσι όσο και όπως βάσταγε η ψυχή τους. Αυτό που επακολούθησε, λέει ο Μάρξ, μπορεί να παραλληλιστεί μόνο με όσα έγιναν στη Ρώμη τον καιρό του Σύλλα και των «τριουμβιράτων»:
«Οι ίδιες αθρόες, εν ψυχρώ, σφαγές. Η ίδια περιφρόνηση για την ηλικία και το φύλο στη σφαγή. Το ίδιο σύστημα βασανιστηρίων των αιχμαλώτων. Οι ίδιες προγραφές, που αυτή τη φορά ήταν προγραφές μιας ολόκληρης τάξης. Το ίδιο άγριο κυνηγητό για να βρεθούν όσοι από τούς ηγέτες διέφυγαν, και να μη γλιτώσει ούτε ένας. Οι ίδιες καταδόσεις πολιτικών και ιδιωτικών εχθρών. Η ίδια αδιαφορία στο σφαγιασμό ανθρώπων τελείως άσχετων με τη διαμάχη. Η μόνη διαφορά είναι ότι οι Ρωμαίοι δεν είχαν μυδραλλιοβόλα για να εκτελούν τούς προγεγραμμένους σωρηδόν, κι ότι δεν είχαν «στα χέρια τους το νόμο», ούτε στο στόμα τους την επίκληση του «πολιτισμού».
( «Απαντα, τ. 22, σ. 349)

«Απέναντι στις φρικαλεότητες των μισθοφόρων του Βοναπάρτη, ο λαός του Παρισιού αντέταξε έναν ηρωισμό χωρίς προηγούμενο:
Η αυτοθυσία στον ηρωισμό με τον όποιο ο πληθυσμός του Παρισιού -άνδρες, γυναίκες και παιδιά- αγωνίστηκε επί οκτώ ήμερες, από την είσοδο των δυνάμεων των Βερσαλλιών, αντανακλά το μεγαλείο της δικής τους υπόθεσης, όσο τα καταχθόνια έργα των στρατιωτικών αντανακλούν το εγγενές πνεύμα αυτού του πολιτισμού που υπηρετούν ως μισθοφόροι υπερασπιστές του. Λαμπρός, αλήθεια, πολιτισμός που κύριο πρόβλημά του είναι πώς να απαλλαγεί από τούς σωρούς των πτωμάτων πού άφησε πίσω του μετά τη μάχη».
(ό.π., σ. 348)

«Ο αστικός πολιτισμός και η αστική δικαιοσύνη στάθηκαν στο ύψος των προγόνων τους – πολιτισμών των ταξικών κοινωνιών: εμφανίζονται με όλο το θλιβερό τους φώς κάθε φορά που « οι σκλάβοι και οι υπηρέτες αυτού του είδους της τάξεως εξεγείρονται εναντίον των αφεντάδων τους». Ομολογουμένως η γαλλική αστική τάξη του 1871 δεν πρωτοτύπησε σε φρικαλεότητες:
‘Ολες οι μάχες των κυρίαρχων τάξεων εναντίον των τάξεων των παραγωγών πού απειλούν τα προνόμιά τους είναι γεμάτες από τις ίδιες φρικαλεότητες. (…) Υιοθέτησαν πάντοτε το παλιό αξίωμα της περιπλανώμενης ιπποσύνης, ότι κάθε όπλο είναι κοίλο όταν χρησιμοποιείται εναντίον των πληβείων».
(ό.π., σ. 531).

Η « τρομοκρατία » ήρθε αργά;

Η Κομμούνα σε κάθε περίπτωση διακήρυξε την αποστροφή της προς τις τρομοκρατικές μεθόδους, πού θεωρούσε πως ανήκαν στην αστική τάξη και δεν είχαν θέση στην πρακτική της προλεταριακής επανάστασης. Και στο τέλος, τις ώρες της έσχατης απελπισίας της, όταν οι ορδές του Θιέρσου έπεσαν με μανία πάνω στο λαό του Παρισιού, κατέφυγε κι αυτή σε πράξεις -καθαρά αμυντικής- τρομοκρατίας, πράξεις που ο εχθρός της επέβαλλε. Άλλα τότε ήταν πια αργά, δεν μπορούσαν να φέρουν κανένα αποτέλεσμα, και το μόνο πού άφησαν πίσω τους ήταν το ερώτημα:

Θα ήταν διαφορετική η τύχη της Κομμούνας αν είχε εφαρμόσει από την αρχή την επαναστατική τρομοκρατία; Ερώτημα πού πήρε γενικότερη μορφή όταν τέθηκε στις επαναστάσεις του 20ου αιώνα : η πείρα και του 1848 και του 1871 έδειξε πως η αστική τάξη είναι αδίστακτη στις μεθόδους κατάπνιξης των επαναστάσεων, επομένως αυτή επιβάλλει τη βία στους επαναστάτες, διδάσκοντάς τους πως αν η επανάσταση δεν χρησιμοποιήσει τη βία, είναι καταδικασμένη.

Το δίδαγμα το έλαβε ό Λένιν. Με αφετηρία τη μείζονα πρόταση, πώς η επανάσταση είναι εμφύλιος πόλεμος, επομένως ο εμφύλιος πόλεμος δεν είναι λιγότερο «πόλεμος» από τις συγκρούσεις μεταξύ κρατών -αντίθετα, είναι σκληρότερος, γιατί σ’ αυτόν δεν υπάρχουν συνθήκες ειρήνης, η ήττα σημαίνει θάνατο για τους ηττημένους-, δούλεψε με τη μέθοδο και την αντίληψη στρατιωτικού ηγέτη για την προετοιμασία του και με την ίδια μέθοδο και αντίληψη τον διεξήγαγε όταν ήρθε η ώρα του:

Μελέτη του χώρου – της γενικής κατάστασης στην τσαρική Ρωσία και της κατάστασης που διαμόρφωναν κάθε στιγμή οι ιστορικές συνθήκες. Ξεκαθάρισμα του κύριου, του στρατηγικού στόχου, και τακτική ανοιχτή, ευλύγιστη, ικανή για επίθεση και υποχώρηση, ταγμένη στην υπηρεσία τού στρατηγικού στόχου, με πλήρη αίσθηση τού παράγοντα «χρόνος ». Διάταξη των -κοινωνικών- δυνάμεων και των εφεδρειών, εσωτερικών και διεθνών. Και: οργάνωση στρατού, του « στρατού της επανάστασης », οργανωμένου ιεραρχικά και αυστηρά πειθαρχημένου, με τα μόνιμα στελέχη του, τις μονάδες της πρώτης γραμμής, και τη δυνατότητα να κινητοποιεί σε μια πανστρατιά τις πλατιές κοινωνικές δυνάμεις, για τη γενική επίθεση στον κατάλληλο χρόνο. Επίθεση οργανωμένη σύμφωνα με όλους τούς κανόνες του πολέμου, που χρησιμοποιεί όλες τις μεθόδους με πρωταρχικό σκοπό την εξόντωση του αντιπάλου και την « ουδετεροποίηση », ή και την διά του τρόμου παράλυση, των -πραγματικών ή «δυνάμει»- παθητικών εφεδρειών του εχθρού.

Παρ’ όλα αυτά, η νικηφόρα επανάσταση του Οχτώβρη γνώρισε ήττες συντριπτικές εβδομήντα χρόνια μετά το θρίαμβό της, αφήνοντας και πάλι ανοιχτό το πρόβλημα της επανάστασης, των μεθόδων της και της εξουσίας της. Άν δεχτούμε τη θέση του Μάρξ ότι η Κομμούνα ήταν «ένα νέο σημείο εκκίνησης με παγκόσμια ιστορική άξια», θα πρέπει να επανεξετάσουμε όλο το πρόβλημα της σοσιαλιστικής επανάστασης θέτοντας, έστω και ως «υπόθεση εργασίας » το ερώτημα αν η διεξαγωγή και, προπαντός, η εξουσία πού εγκαθίδρυσε η επανάσταση του Οχτώβρη είχαν την Κομμούνα ως «σημείο εκκίνησης». Υποχρεωτικά, λοιπόν, πρέπει να ξαναδούμε τα προβλήματα αυτά όπως τα έθεσε η Κομμούνα, με πρώτο το πρόβλημα της επαναστατικής τρομοκρατίας.

Η αλήθεια είναι πως κάποια δείγματα υπάρχουν στη λιγόχρονη ζωή της Κομμούνας, που η προπαγάνδα του Θιέρσου τα διόγκωσε και τα χρησιμοποίησε σαν προσχήματα για να εξαπολύσει τη σφαγή 35.000 και την εξορία και το διωγμό αναρίθμητων κομμουνάρων. Στις 18 του Μάρτη δύο στρατηγοί τουφεκίστηκαν – ο Λεκόντ και ο Κλεμάν Τομά. Ο δεύτερος ήταν ένας από τους ονομαστούς «χασάπηδες » στην κατάπνιξη της εξέγερσης του Ιουνίου 1848. ‘Όταν έγινε γνωστή η σύλληψή τους, πολλοί, ανάμεσά τους και μέλη της Κ.Ε. της Εθνοφρουράς, προσπάθησαν να τούς σώσουν. Τη στιγμή πού οι κύριοι ένοχοι είχαν ήδη φύγει για τις Βερσαλλίες, ήταν φανερό πως δεν είχε νόημα η εκτέλεση δύο που δεν ανήκαν στους πρωταγωνιστές. Τελικά, μέσα στη σύγχυση εκείνων των πρώτων ωρών, οι δύο στρατηγοί τουφεκίστηκαν – κι από κείνη τη στιγμή η αντίδραση έβαλε στο μέτωπο των επαναστατημένων το στίγμα «δολοφόνων».

Αυτό ήταν και το μοναδικό « έγκλημα » του εξεγερμένου λαού του Παρισιού, την αποφασιστική μέρα της κατάληψης της εξουσίας. Την απόδειξη τη δίνει ο ίδιος ο Θιέρσος όταν, στις 8 του Μάη, δήλωνε σε αντιπροσωπεία «συμφιλιωτικών» εκπροσώπων των μεσαίων στρωμάτων που ζητούσαν μια συμβιβαστική λύση για να λήξει ο εμφύλιος πόλεμος ότι, αν οι επαναστάτες αποφασίσουν να συνθηκολογήσουν, θα βρούνε τις πύλες του Παρισιού ανοιχτές για να φύγουν όλοι «εκτός από τους δολοφόνους των στρατηγών Κλεμάν Τομά καί Λεκόντ». Αυτός ήταν ο μόνος όρος πού έθετε ο Θιέρσος σ’ εκείνη την υποκριτική εκδήλωση συμφιλιωτισμού, όταν πλέον είχε συμφωνήσει με τον Βίσμαρκ για τους όρους της συναλλαγής και δεν περίμενε παρά την άφιξη των «πραιτωριανών» του Βοναπάρτη για να επιτεθεί στο Παρίσι.

Παρά την καλυμμένη υποκρισία της, η δήλωση εκείνη του Θιέρσου είναι εύγλωττη και για έναν άλλο λόγο – ότι δεν κάνει χρήση του θέματος των «ομήρων». Πραγματικά, στις 5 και στις 6 του ’Απρίλη η Κομμούνα δημοσίευσε αποφάσεις της με τις όποιες δήλωνε ότι, αν συνεχίσει η κυβέρνηση των Βερσαλλιών να εκτελεί αιχμαλώτους, θα αναγκαζόταν να προχωρήσει σε αντίποινα.

Η απόφαση της 5ης Απριλίου κατάγγελλε τα εγκλήματα της κυβέρνησης του Θιέρσου και δήλωνε ότι θα αναγκαζόταν να ακολουθήσει το «οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος» όσο κι αν αυτό ήταν αντίθετο με τις αρχές της. Η απόφαση της 6ης Απριλίου όριζε τις διαδικασίες που θα ακολουθούσε η Κομμούνα για να διαπιστώσει την ενοχή κάθε ύποπτου για συνεργασία με τις Βερσαλλίες.  Άν κρινόταν ένοχος, θα κρατούνταν ως «όμηρος του λαού του Παρισιού». Σε περίπτωση εκτέλεσης αιχμαλώτου πολέμου από την κυβέρνηση των Βερσαλλιών, η Κομμούνα θα εκτελούσε τριπλάσιο αριθμό ομήρων.

Τα δύο αυτά διατάγματα εκδόθηκαν μετά τα γεγονότα της 2ας και 3ης Απριλίου, όταν οι κομμουνάροι επιχείρησαν μια -καθυστερημένη και κακά οργανωμένη, γι’ αυτό και ατυχή- επίθεση κατά των Βερσαλλιών. Σ’ αυτήν έχασαν τη ζωή τους ικανοί ηγέτες της Κομμούνας, ανάμεσά τους ο Γουσταύος Φλουρένς, ο «κόκκινος ιππότης» όπως τον είχε αποκαλέσει ο Ουγκώ και αγωνιστής της Κρητικής Επανάστασης του 1866. Απώλεια για την Κομμούνα ήταν και η σύλληψη και η εκτέλεση του Ντυβάλ στην ίδια επιχείρηση.

‘Ενας συνταγματάρχης πού ήταν παρών, ο Λαμπέρ, καταθέτοντας σε ερευνητική κοινοβουλευτική επιτροπή, έδωσε μια χαρακτηριστική για τη γενναιότητα και το ήθος των κομμουνάρων περιγραφή της εκτέλεσης του Ντυβάλ:
Όταν πιάστηκε η μονάδα του Ντυβάλ, ο στρατηγός Βιναί ρώτησε : «Υπάρχει κάποιος αρχηγός εδώ;» Βγήκε κάποιος από τις γραμμές και είπε: « Εγώ είμαι αρχηγός. Είμαι ο Ντυβάλ ». Τότε ο Βιναί είπε: « Τουφεκίστε τον!» Πέθανε γενναία. Παρουσιάστηκε ένας άλλος και είπε: « Είμαι ο αρχηγός του Επιτελείου του Ντυβάλ ». Τουφεκίστηκε κι αυτός.

Ο διάσημος γεωγράφος και γενναίος κομμουνάρος Ελισαίος Ρεκλύ που αιχμαλωτίστηκε κι αυτός, έδωσε μια συμπληρωματική περιγραφή, χαρακτηριστική του «ήθους» των ανθρώπων των Βερσαλλιών:
Αμέσως μετά την εκτέλεση του Ντυβάλ ένας από τούς ιππείς της συνοδείας του Βιναί ρίχτηκε στο πτώμα, του έβγαλε τις μπότες κι άρχισε να φωνάζει μπροστά στον στρατηγό: «Ποιος θέλει τις μπότες του Ντυβάλ;».

Ένας άλλος στρατηγός, ο Γκαλιφέ, διέταξε να εκτελεστούν τρεις εθνοφρουροί πού βρέθηκαν απομονωμένοι. Ο ίδιος εκείνος συνταγματάρχης Λαμπέρ ομολόγησε ότι άφησε να εκτελεστούν μπροστά του δύο αιχμάλωτοι. ‘Αλλοι πέντε, ανάμεσά τους κι ένα αγόρι δεκαπέντε χρόνων, εκτελέστηκαν στις 2 ’Απριλίου. Στις «Αναμνήσεις» του ένας άλλος βερσαλλιέρος έγραφε πως όσους αιχμαλώτους έπιασαν κατά την επιχείρηση της 2 ’Απριλίου «τούς αραδιάζανε στον τοίχο μιας μάντρας και τούς τουφεκίζανε». ‘Ετσι, απλά ! Αυτές οι εκτελέσεις αιχμαλώτων έκαναν την Κομμούνα να εκδώσει τα δύο διατάγματα για αντίποινα, στις 5 και 6 ’Απριλίου. Τα διατάγματα αυτά έμειναν ωστόσο ανενεργά -η Κομμούνα δίσταζε να προχωρήσει σε τέτοια μέτρα- αλλά είχαν κάποιο αποτέλεσμα: μετρίασαν το ζήλο των Βερσαλλιών να θανατώνουν όποιον έπεφτε στα χέρια τους.

Το δισταγμό της Κομμούνας να απαντήσει στη βαρβαρότητα των αντιπάλων της με αντίστοιχη βαρβαρότητα ο Μάρξ τον κατανοεί απολύτως, με την ιστορική αναδρομή του στην αναβίωση αυτών των «εθίμων»:
*Η αστική τάξη κι ο στρατός της επανέφεραν, τον Ιούνιο του 1848, ένα έθιμο που είχε πολύν καιρό εκλείψει από την πολεμική πρακτική – την εκτέλεση των ανυπεράσπιστων αιχμαλώτων. Αυτό το αληθινή «πρόοδο του πολιτισμού» ! Από το άλλο μέρος, οι Πρώσοι στη Γαλλία επανέφεραν την πρακτική της σύλληψης ομήρων – αθώων ανθρώπων που υποχρεώνονταν, με τη ζωή τους, να πληρώσουν για πράξεις άλλων. ‘Οταν, όπως είδαμε, ο Θιέρσος εφάρμοσε από την αρχή της σύγκρουσης την ανθρωπιστική πρακτική της εκτέλεσης των αιχμαλώτων κομμουνάρων, η Κομμούνα, για να προστατέψει τη ζωή τους, αναγκάστηκε να καταφύγει στην πρωσική πρακτική της σύλληψης ομήρων.

Οι όμηροι της Κομμούνας ήταν σημαντικοί. Ανάμεσα τους ο αρχιεπίσκοπος Παρισίων, ο τραπεζίτης Ζεκέρ κ.ά., αλλά και κοινοί, πληρωμένοι κατάσκοποι των Βερσαλλιών. * Η Κομμούνα όχι μόνο ανέβαλλε την εκτέλεσή τους, αλλά επανειλημμένα ζήτησε από τις Βερσαλλίες την ανταλλαγή του αρχιεπισκόπου και των ιερέων πού κρατούσε ως όμηρους με τον Μπλανκί, που βρισκόταν στα χέρια του Θιέρσου από τις 17 Μαρτίου. Ο Θιέρσος « αρνήθηκε πεισματικά την ανταλλαγή», γιατί, όπως εξηγεί ο Μάρξ, «ήξερε ότι με τον Μπλανκί θα έδινε έναν ηγέτη στην Κομμούνα, ενώ ο αρχιεπίσκοπος θα εξυπηρετούσε καλύτερα τούς σκοπούς του νεκρός», κι έτσι «ο πραγματικός εκτελεστής του αρχιεπισκόπου ήταν ο Θιέρσος».

Τελικά, στις 24 Μαΐου, όταν οι δυνάμεις των Βερσαλλιών είχαν μπει στο Παρίσι, καταλάμβαναν το ένα μετά το άλλο τα οδοφράγματα των κομμουνάρων και επιδίδονταν σε άγριες σφαγές και ομαδικές εκτελέσεις, τότε, κάτω και από την πίεση των οικογενειών των αναρίθμητων θυμάτων, ο Φερέ, υπεύθυνος της Γενικής Ασφάλειας, αποφάσισε την εκτέλεση των όμηρων, σύμφωνα με τα διατάγματα του Απριλίου. Το εκτελεστικό απόσπασμα το αποτελούσαν αποκλειστικά εθελοντές πού εκδικούνταν το θάνατο των παιδιών και των πατεράδων τους. Έτσι, εκτελέστηκαν ο αρχιεπίσκοπος Παρισίων, ο ιερέας της εκκλησίας της Μαντελέν, τρεις Ιησουίτες, συνολικά 68 όμηροι.

Οι νεκροί της Κομμούνας ήταν δεκάδες χιλιάδες, αλλά ο χαρακτηρισμός των «σφαγέων» δόθηκε από τον Θιέρσο και τους ομοίους του στους κομμουνάρους, σύμφωνα με την αιώνια μοίρα των ηττημένων. Και βέβαια, η εκτέλεση των 68 όμηρων δεν άλλαζε την πορεία των γεγονότων, πού είχε πλέον προδιαγραφεί. Η τρομοκρατία ήρθε πολύ αργά, ή έτσι κι αλλιώς είναι μάταιη στην επανάσταση; Το ερώτημα μένει ως τώρα ανοιχτό, αλλά η αμείλικτη πραγματικότητα κρατάει αρκετά κλειδιά.

Οι δυνάμεις του Θιέρσου μπήκαν στο Παρίσι στις 22 Μαΐου όχι επειδή η Κομμούνα αρνήθηκε να εφαρμόσει την «επαναστατική τρομοκρατία». Μπήκαν γιατί η Κομμούνα είχε αφήσει αφύλακτη τη δική της Κερκόπορτα, από όπου εισέβαλαν ανενόχλητα οι σφαγείς του Μάκ Μαόν, και γιατί ο Βίσμαρκ επέτρεψε στους πραιτωριανούς του Βοναπάρτη να περάσουν μέσα από τις πρωσικές γραμμές για να μπουν στο Παρίσι. Η κατάληψη του Παρισιού ολοκληρώθηκε μέσα σε μια βδομάδα όχι γιατί η Κομμούνα δεν εκτέλεσε έγκαιρα τους ομήρους της, αλλά γιατί δεν πέτυχε να συντονίσει τις δυνάμεις της. Και πάντα βαραίνει στην τύχη της το αρχικό σφάλμα, ότι άφησε τον Θιέρσο να φύγει ανενόχλητος στις Βερσαλλίες κι από κει να οργανώσει την αντεπανάσταση.

Ακόμη και οι φωτιές που κατακάψανε τις τελευταίες μέρες της άμυνας το Παρίσι δεν ήταν παρά μια πράξη απελπισίας των κομμουνάρων. Και πάλι, ελάχιστες οφείλονταν σ’ αυτούς. Πολλές ήταν αποτέλεσμα του πυροβολικού του Θιέρσου, αλλά αποδόθηκαν όλες, όπως ήταν επόμενο, στους κομμουνάρους.
Πηγή: Η κομμούνα του 1871, Επανάσταση του 21ου αιώνα; Έλλη Παππά, εκδόσεις Άγρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *