Δημοσκοπήσεις, δημόσιο χρήμα και εκλογές: όταν η «ουδετερότητα» γίνεται πρόβλημα – Με αφορμή την εξαγορά της MRB

Γράφει ο Συνεργάτης

Η δημοσκοπική αγορά στην Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ ένας αποστειρωμένος τεχνοκρατικός χώρος. Διαχρονικά συνδέθηκε με πολιτικά κέντρα, μιντιακά συμφέροντα και –κυρίως– με οικονομικές εξαρτήσεις που δύσκολα συμβιβάζονται με την έννοια της ανεξαρτησίας. Καθώς πλησιάζουμε προς τις επόμενες εκλογές, το ζήτημα επανέρχεται με ιδιαίτερη ένταση.

Τις τελευταίες εβδομάδες έχουν δημοσιευτεί πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες η MRB, εταιρεία που για μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης έχει καταγραφεί ως σχετική «εξαίρεση αξιοπιστίας» στον χώρο των δημοσκοπήσεων, περνά σε νέο επιχειρηματικό σχήμα. Σύμφωνα με οικονομικά ρεπορτάζ, η MRB φέρεται να εξαγοράζεται ή να ενσωματώνεται σε όμιλο που δραστηριοποιείται έντονα στον χώρο της επικοινωνίας, της διαφήμισης και των έργων για δημόσιους φορείς.

Το κρίσιμο σημείο δεν είναι προσωπικό. Είναι δομικό.

Διότι τα ίδια δημοσιεύματα αναφέρουν ότι η εταιρεία Choose, που συνδέεται με το νέο σχήμα, έχει τα τελευταία χρόνια αναλάβει σειρά έργων επικοινωνίας και ψηφιακών υπηρεσιών για κρατικούς και ευρύτερους δημόσιους φορείς. Σε αναλύσεις και σχόλια του οικονομικού Τύπου γίνεται λόγος για συμβάσεις και συνεργασίες με δημόσιο χαρακτήρα, με συνολικό οικονομικό αποτύπωμα που –σύμφωνα με εκτιμήσεις αρθρογράφων– φτάνει σε δεκάδες εκατομμύρια ευρώ μέσα σε μια πενταετία.

Χωρίς να υπάρχει συγκεντρωτική, επίσημη δημόσια λίστα όλων των συμβάσεων, τα ίδια ρεπορτάζ κάνουν λόγο για έργα επικοινωνίας, καμπάνιες δημόσιων οργανισμών, ψηφιακές υπηρεσίες και συμβάσεις που σχετίζονται με κρατικούς μηχανισμούς ή φορείς υπό δημόσια εποπτεία. Σε ορισμένες περιπτώσεις αναφέρονται ποσά που αγγίζουν ή ξεπερνούν τα 5 εκατ. ευρώ ανά έργο, ενώ συνολικά γίνεται λόγος –πάντα σε δημοσιογραφικό επίπεδο– για κύκλο εργασιών από δημόσιες συμβάσεις που θα μπορούσε να προσεγγίζει τα 25–30 εκατ. ευρώ τα τελευταία χρόνια.

Ακόμη κι αν κάποιος αποδεχτεί ότι όλα τα παραπάνω έγιναν «νόμιμα και κανονικά», το πολιτικό ερώτημα παραμένει αμείλικτο: μπορεί μια δημοσκοπική εταιρεία να θεωρείται ανεξάρτητη όταν εντάσσεται σε επιχειρηματικό οικοσύστημα με τόσο ισχυρή παρουσία στο πεδίο του δημόσιου χρήματος και των κρατικών έργων;

Δεν χρειάζεται να υπάρχει άμεση παρέμβαση ή τηλεφώνημα. Η ίδια η οικονομική εξάρτηση, η προσδοκία συνέχισης συμβάσεων, η ανάγκη διατήρησης «καλών σχέσεων» με το εκάστοτε σύστημα εξουσίας, αρκούν για να επηρεάσουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο παράγονται μετρήσεις, ερμηνείες και «τάσεις».

Η εμπειρία προηγούμενων εκλογικών αναμετρήσεων είναι αποκαλυπτική. Οι δημοσκοπήσεις λειτούργησαν όχι μόνο ως εργαλείο καταγραφής, αλλά ως μηχανισμός πολιτικής πίεσης και πειθάρχησης: δημιουργία κλίματος αναπόφευκτου αποτελέσματος, ενίσχυση «χρήσιμων ψήφων», περιθωριοποίηση κοινωνικών και πολιτικών ρευμάτων που δεν χωρούσαν στο κυρίαρχο αφήγημα.

Σε αυτό το πλαίσιο, η περαιτέρω συγκέντρωση της δημοσκοπικής αγοράς σε σχήματα με έντονη κρατική διασύνδεση δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι πολιτικό γεγονός.

Και όσο πλησιάζουμε στις εκλογές, το ερώτημα γίνεται πιο επίκαιρο από ποτέ:
ποιος μετρά ποιον, με ποια οικονομική εξάρτηση και για ποιον τελικό αποδέκτη;

Γιατί στις εκλογές δεν κρίνονται μόνο ποσοστά.
Κρίνεται αν η κοινωνία θα αποδεχτεί τις δημοσκοπήσεις ως ουδέτερη αλήθεια ή αν θα τις αντιμετωπίσει ως αυτό που συχνά είναι: προϊόντα συγκεκριμένων οικονομικών και εξουσιαστικών σχέσεων.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *