30 Γενάρη και η επικρατούσα θρησκεία τιμάει, λέει την μνήμη των τριών ιεραρχών
Ας ασχοληθούμε, λίγο μ’ αυτή την γιορτή της χριστιανοσύνης γατί παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Κι’ αυτό, γιατί μπορεί να είμαστε υλιστές αλλά μια επιδερμική άποψη έχουμε και για την … εκκλησιαστική ιστορία. Δεν φτάνει δηλαδή που πάνε να ξαναγράφουν την πρόσφατη ιστορία μας σε Μουμτζήδικα και Μαραντζίδικα καλούπια, πάνε να μας ταΐσουν και σανό σε … θρησκευτική συσκευασία.
Ας, δούμε, λοιπόν ένα απόσπασμα από το σχετικό μήνυμα που απευθύνει η “Ιερά” Σύνοδος προς τους μαθητές/ιες:
Το περιεχόμενο του μηνύματος είναι το εξής:
“Αγαπητά μας παιδιά,
Αγαπητά μας παιδιά, σε μια εποχή σαν τη δική μας όπου οι ανθρώπινες διαπροσωπικές σχέσεις, η αληθινή αγάπη και φιλία, η αλληλοκατανόηση και η καλοσύνη διέρχονται σε μεγάλο βαθμό κρίση, εμείς οφείλουμε στον εαυτό μας, τον συνάνθρωπο και τον Θεό να αγωνιστούμε να μην επικρατήσει το κακό, η αδιαφορία, η απαξίωση της αγάπης και της φιλίας.
Πρότυπο μας ας είναι οι Τρεις Ιεράρχες, οι οποίοι επειδή πήραν στα σοβαρά το Ευαγγέλιο και την πίστη στον Χριστό, έζησαν την φιλία και την αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο όσο λίγοι άνθρωποι. Και αυτό τους έκανε αληθινά ευτυχισμένους. Έζησαν με πληρότητα την Αλήθεια, την Σοφία και τον Λόγο του Θεού.
Σας ευχόμαστε από καρδιάς έτσι ευτυχισμένη να είναι και η δική σας ζωή”
Ας δούμε τα “πρότυπα και για την δική μας πορεία σε αυτόν τον κόσμο“, όπως μας τα συνιστά ο επικρατών θρησκευτικό δόγμα στην χώρα μας.
Σύμφωνα με την Μηχανή του χρόνου, ο Μέγας Βασίλειος στα κείμενά του θεωρεί ύψιστο κακό τη σωματική ηδονή. Ο Ιωάννης Χρυσόστομος γράφει ότι οι ομοφυλόφιλοι αξίζουν να τιμωρηθούν με το πυρ και μια κόλαση χωρίς τέλος. …
Και οι δύο χαρακτηρίζουν με βαριές λέξεις συνολικά τους Εβραίους, Η συναγωγή για αυτούς είναι πορνείο και σπηλιά ληστών, ενώ ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός γράφει ότι ο Ιουλιανός μοιάζει να μιμείται τους χριστιανούς σαν πίθηκος.
Οι απόψεις του «παιδαγωγού» Μέγα Βασιλείου για τις γυναίκες…
Ο Βασίλειος θεωρεί ως ύψιστο κακό τη σωματική διέγερση και ηδονή και θεωρεί ταιριαστά με την χριστιανική πίστη τη «ρυπαρή κόμη» και το «βρόμικο ντύσιμο». Τιμά τις παρθένες γυναίκες που έχουν αφιερώσει τη ζωή τους στον Κύριο, χαρακτηρίζει «φαύλες» εκείνες που οικειοποιούνται τα νόθα παιδιά και υποστηρίζει ότι «οι άνδρες, ακόμα και αν μοιχεύουν ή εκπορνεύονται, πρέπει να διατηρούνται από τις γυναίκες τους». …
Ο αντιεβραϊσμός και η ομοφοβία του Ιωάννη Χρυσόστομου…
Στα γραπτά του Ιωάννη του Χρυσόστομου, ο αντισημιτισμός, ο μισογυνισμός, η ομοφοβία και η εναντίωση στην τέχνη, τις αισθήσεις, το γυναικείο κάλλος και την ψυχαγωγία κυριαρχούν. …
Στο λόγο «Κατά Ιουδαίον Α’» χαρακτηρίζει την εβραϊκή συναγωγή «ουχί πορνείο και θέατρον μόνον, αλλά και σπήλαιον ληστών και καταγώγιον θηρίων». Σε άλλους λόγους χρησιμοποιεί πλήθος υβριστικών και απαξιωτικών λέξεων για τους Εβραίους, όπως «άρπαγες», «δαίμονες» και «γεννήματα εχιδνών». …
Εξίσου φορτισμένες είναι και οι φράσεις του Ιωάννη για την ομοφυλοφιλία: «Νόσημα επέπεσε χαλεπόν και ανίατον· λοιμός κατέσκηψε πάντων λοιμών χαλεπώτερος» και «πυρ αυτούς έτερον χαλεπώτερον μένει και κόλασις ουκ έχουσα τέλος». …
Ισχυρίζεται ακόμη ότι οι ομοφυλόφιλοι αξίζει να καταδιώκονται και να λιθοβολούνται από άνδρες και γυναίκες και είναι χειρότεροι από τους δολοφόνους, γιατί οι τελευταίοι αποσπούν την ψυχή από το σώμα, …ενώ οι πρώτοι καταστρέφουν την ψυχή μαζί με το σώμα. …
Κι αφού καθαρίσαμε από τις θείες σεξουαλικές διδαχές πάμε και σε μια γενικότερη αναφορά στους τρεις άγιους ιεράρχες. Εδώ θα μας βοηθήσει το βιβλίο του διδάκτωρ Φιλοσοφίας, Γιώργου Ν. Οικονόμου, «Μύθοι και πραγματικότητα για το Βυζάντιο», απ’ το οποίο αντιγράφουμε (Η φώτο δικιά μας παρέμβαση):
Η ιδεολογική κατασκευή των «τριών Ιεραρχών»
Η εδραίωση του Βυζαντίου στηρίχθηκε στη δίωξη του κλασικού ελληνικού πολιτισμού, με τη συνεργασία αυτοκρατόρων και Πατριαρχείων. Καταστατική αρχή του ήταν η εξαφάνιση οτιδήποτε ελληνικού και ο καταναγκαστικός εκχριστιανισμός με κάθε μέσον. Μετά την καθεστωτική του επικύρωση, ο χριστιανισμός επιδίωξε να είναι και η μοναδική θρησκεία, ακυρώνοντας οιαδήποτε έννοια ανεξιθρησκίας. Τα γεγονότα βίας, λεηλασίας, τρομοκρατίας, καταστροφών, φόνων, καύσεως των βιβλίων είναι γνωστά και δεν είναι μεμονωμένα, αλλά μαζικά. Είναι ο βυζαντινός μεσαίωνας.
Σε αυτό το «θεάρεστο» έργο συνέβαλαν τα μάλα οι βυζαντινοί θεολόγοι, οι οποίοι δεν ήταν διδάσκαλοι της αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας και γραμματείας, αλλά της χριστιανικής ηθικής και πίστεως, της εξ αποκαλύψεως μοναδικής αλήθειας. Οι τελευταίοι διδάσκαλοι της αρχαιοελληνικής παιδείας ήταν οι εθνικοί φιλόσοφοι Πλωτίνος, Πορφύριος, Λιβάνιος, Πρόκλος, Δαμάσκιος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα εναντίωσης στον αρχαιοελληνικό πολιτισμό αποτελεί η γνωστή θεολογική τριάδα (Ιωάννης, Γρηγόριος, Βασίλειος).
Ο Ιωάννης χαρακτηρίζει τις εορτές των εθνικών «σατανικάς και πομπάς δαιμόνων» και επικρίνει την ελληνική φιλοσοφία, επειδή προβάλλει ιδέες αντίθετες προς το χριστιανικό δόγμα. Ενθερμος υποστηρικτής της «θεοπνευστίας» των χριστιανικών κειμένων και της εξ αποκαλύψεως αλήθειας, υβρίζει την πλατωνική πολιτεία ως «καταγέλαστον», καθώς και τον παλαιό του δάσκαλο Λιβάνιο, επειδή κατήγγειλε τον εμπρησμό του Ναού του Απόλλωνος στην Αντιόχεια ως έργο των Χριστιανών.
Οι ύβρεις του είναι δηλωτικές της «χρυσοστομίας» του: «Ω μιαρέ…ώ ληρόσοφε…άθλιε και ταλαίπωρε…». Υποστηρίζει ότι τον Ναό έκαψε ο ίδιος ο θεός των Χριστιανών και καταλήγει: «Πράγματι οι Ελληνες είναι πάντα παιδιά, δεν υπάρχει ώριμος Ελλην». Ο Ιωάννης, ως Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, διέταξε την καταστροφή του Ναού της Αρτέμιδος στην Εφεσο.
Ο Γρηγόριος επιτίθεται λάβρος κατά της ελληνικής φιλοσοφίας, χαρακτηρίζοντάς την άχρηστη και νόθα. Συσχετίζει τους αιρετικούς με τον ελληνικό λόγο και τους στηλιτεύει, διότι αποτελούν ένα «καινόν ασεβείας εργαστήριον». Επιτιθέμενος κατά του Ιουλιανού, που επανέφερε την αρχαιοελληνική παιδεία, ο Γρηγόριος δεν παραθέτει επιχειρήματα, αλλά λιβελογραφεί και υβρίζει: «Ευηθέστατε και ασεβέστατε και απαιδευτότατε τα μεγάλα». Καταφέρεται επίσης κατά των Ομήρου, Ηρακλείτου, Αναξαγόρα, Επίκτητου, Σωκράτη, Πλάτωνα, Αριστοτέλη. Τέλος, στο δίλημμα που ο ίδιος θέτει, ποια είναι προτιμότερη, η αρχαιοελληνική παιδεία («έξω») ή η χριστιανική («ημετέρα»), η εκλογή του είναι σαφώς η δεύτερη.
Ο «ουρανοφάντωρ» Βασίλειος θεωρεί την πολιτική δευτερεύουσα και σχετικής αξίας, καθότι γήινη και αφορώσα το σώμα, ενώ ανώτερη είναι η θεία εξουσία που αφορά την ψυχή στη «μέλλουσα ζωή». Συνεπώς, είναι εντελώς αντίθετος τόσο στην αρχαιοελληνική αντίληψη, που θεωρεί την πολιτική ως πρώτιστη και ουσιαστική ιδιότητα του ανθρώπου (ὁ ἄνθρωπος φύσει πολιτικὸν ζῶον, γράφει ο Αριστοτέλης), όσο και στην πρακτική της αρχαιοελληνικής πόλεως, που χαρακτηρίζεται από τη συμμετοχή στην πολιτική. Απορρίπτει διαρρήδην τη δημοκρατία, που έχει ως βασική αρχή τη συμμετοχή όλων στην εξουσία και στις αποφάσεις.
Κατά τον Βασίλειο, πηγή της εξουσίας δεν είναι ο δήμος, αλλά ο θεός και ο μόνος ικανός να την ασκήσει είναι ο ελέω θεού βασιλεύς. Υποστηρίζοντας το δόγμα «ένας θεός, ένας βασιλεύς, μια οικουμένη», αντιστρατεύεται την αρχαιοελληνική αντίληψη, κατά την οποία πηγή της εξουσίας είναι ο δήμος και όχι ο μονάρχης ή ο θεός.
Το ποικιλοτρόπως προβαλλόμενο κείμενο «Ομιλία προς τους νέους» αναδεικνύει ακριβώς το αδύνατον της ειρηνικής συνύπαρξης ελληνικού πολιτισμού και χριστιανισμού. Το κείμενο αυτό είναι υπεράσπιση των χριστιανικών ιδεωδών και της εξ αποκαλύψεως αλήθειας. Η μόνη αποδεκτή αρετή είναι η πίστη, που προτείνεται ως ανώτερη της έρευνας και της έλλογης γνώσης. Απαξιώνει τον πραγματικό κόσμο προς όφελος της «άλλης ζωής», της «αιωνίου». Προκρίνονται έτσι όλες οι αξίες και σημασίες που είναι εντελώς αντίθετες με την αρχαιοελληνική πρακτική, ηθική και γνωσιοθεωρία. Οι αναφορές του, άλλωστε, στους Ελληνες συγγραφείς είναι επιφανειακές και επιλεκτικές, εξυπηρετούν τα ηθικολογικά του πρότυπα.
Είναι εμφανές πως οι «τρεις Ιεράρχες» δεν υπερασπίζονται την αρχαιοελληνική παιδεία, την ελευθερία και τη δημοκρατία, αλλά το χριστιανικό δόγμα της μισαλλοδοξίας και της ετερονομίας. Η παιδεία ως έννοια και κοσμική πρακτική δημιουργήθηκε στην αρχαία Ελλάδα και δη στην Αθήνα. Επιφανείς αντιπρόσωποι είναι οι μεγάλοι φιλόσοφοι Δημόκριτος, Πρωταγόρας, Σωκράτης, Πλάτων, Αριστοτέλης. Αυτοί θα έπρεπε να εμπνέουν μια πολιτική κοινωνία και όχι θεολογικές μετριότητες του βυζαντινού μεσαίωνα. Οι «τρεις Ιεράρχες» είναι τεχνητή κατασκευή των νεοελλήνων χριστιανών για ιδεολογική χρήση, την οποία η Δεξιά επιβάλλει αυταρχικώς σε μαθητές και εκπαιδευτικούς.
Διαβάστε επίσης: Οι μισογυνικές αντιλήψεις της Ορθοδοξίας




Αφήστε μια απάντηση