Στις 7 Φλεβάρη 2004 έφυγε από τη ζωή ο Ρολφ Πόλε, μια εμβληματική μορφή του επαναστατικού κινήματος της δεκαετίας του ’70, ένας άνθρωπος που αφιέρωσε τη ζωή του στον αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό, τον καπιταλισμό και την κρατική καταστολή.
Ο Ρολφ Πόλε γεννήθηκε στη Γερμανία και από νεαρή ηλικία εντάχθηκε στο ριζοσπαστικό φοιτητικό και αντιιμπεριαλιστικό κίνημα. Υπήρξε μέλος της RAF (Rote Armee Fraktion), σε μια περίοδο όπου ένα κομμάτι της ευρωπαϊκής νεολαίας επέλεξε τη σύγκρουση με το κράτος και το κεφάλαιο, θεωρώντας ότι οι παραδοσιακές μορφές πάλης είχαν φτάσει στα όριά τους.
Η σύλληψή του, το 1970, συνοδεύτηκε από ένα κύμα αλληλεγγύης που ξεπέρασε τα σύνορα της Γερμανίας. Ο Πόλε βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα από τα πιο σκληρά κατασταλτικά συστήματα της μεταπολεμικής Ευρώπης, με ειδικά δικαστήρια, απομόνωση, ψυχολογικό πόλεμο και ένα καθεστώς εξαίρεσης που οικοδομήθηκε ειδικά για τους «εσωτερικούς εχθρούς».
Το 1974, κατάφερε να αποδράσει θεαματικά από τις φυλακές της Γερμανίας και να βρει καταφύγιο στη Γαλλία. Για χρόνια αποτέλεσε σύμβολο διεθνούς αλληλεγγύης, αλλά και στόχο ενός ανελέητου κυνηγητού από τις μυστικές υπηρεσίες. Η ζωή του ήταν διαρκώς σημαδεμένη από διώξεις, παρακολουθήσεις και πολιτική απομόνωση.

Παρά την καταστολή, ο Ρολφ Πόλε δεν αποκήρυξε ποτέ τον αγώνα του. Στα κείμενα και τις παρεμβάσεις του υπερασπίστηκε με συνέπεια το δικαίωμα των λαών στην αντίσταση, ανέλυσε τον ρόλο του κράτους ως μηχανισμού ταξικής κυριαρχίας και στάθηκε κριτικά ακόμη και απέναντι στις ίδιες τις επιλογές του κινήματος, χωρίς να χαρίσει ούτε λέξη στους διώκτες του.
Ο θάνατός του, το 2004, πέρασε σχεδόν απαρατήρητος από τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης. Όχι τυχαία. Οι κοινωνίες που οικοδομήθηκαν πάνω στη λήθη και την «κανονικότητα» δεν συγχωρούν όσους τόλμησαν να αμφισβητήσουν έμπρακτα την εξουσία.
Ο Ρολφ Πόλε ανήκει σε εκείνη τη γενιά των ηττημένων που δεν ζήτησαν ποτέ συγγνώμη. Σε αυτούς που πλήρωσαν ακριβά τις επιλογές τους, αλλά άφησαν πίσω τους ένα ίχνος αγώνα, αμφισβήτησης και ασυμβίβαστης στάσης ζωής.
Η μνήμη του παραμένει ζωντανή όχι ως αγιογραφία, αλλά ως υπενθύμιση ότι η Ιστορία δεν γράφεται μόνο από τους νικητές. Γράφεται και από εκείνους που στάθηκαν απέναντι.



Αφήστε μια απάντηση