Του Γιώργου Κ. Καββαδία
Η πρόσφατη παραδοχή της υπουργού Παιδείας ότι το «πολλαπλό βιβλίο» δεν διαθέτει ακόμη την απαιτούμενη πληρότητα («Πραγματικά δεν υπάρχει πληρότητα σε όλα τα βιβλία…»), σε συνδυασμό με την παράταση που δόθηκε για νέες συγγραφικές προτάσεις, δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική αστοχία. Αποκαλύπτει το πρόχειρο, αποσπασματικό και βαθιά πολιτικό υπόβαθρο μιας εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης που παρουσιάζεται ως εκσυγχρονισμός, αλλά στην πραγματικότητα λειτουργεί ως μοχλός ιδιωτικοποίησης και ενίσχυσης των κοινωνικών ανισοτήτων.
Δεν είναι τυχαίο ότι η εφαρμογή του πολλαπλού βιβλίου συνδέεται άμεσα με τις πρόσφατες εξαγγελίες για το «Εθνικό Απολυτήριο»: συνυπολογισμός βαθμών και εξετάσεις και στις τρεις τάξεις του Λυκείου, Τράπεζα Θεμάτων, γενίκευση δηλαδή εξετάσεων τύπου πανελλαδικών. Όσο πυκνώνουν οι εξεταστικοί φραγμοί, τόσο βαθαίνει το χάσμα ανάμεσα σε όσους έχουν την οικονομική δυνατότητα να ανταποκριθούν (φροντιστήρια, βοηθήματα, ψηφιακές πλατφόρμες) και σε όσους δεν την έχουν. Το πολλαπλό βιβλίο δεν έρχεται να αμβλύνει αυτή την ανισότητα· έρχεται να τη θεσμοθετήσει.
Αξίζει να θυμίσουμε ότι το πολλαπλό βιβλίο αποτελεί έργο ενταγμένο σε πρόγραμμα ΕΣΠΑ, το οποίο όφειλε να έχει ολοκληρωθεί έως τον Φεβρουάριο του 2026. Το κόστος του ανέρχεται στα 30 εκατομμύρια ευρώ, ενώ επιπλέον 10 εκατομμύρια έχουν δοθεί για τα νέα προγράμματα σπουδών και άλλα 8 εκατομμύρια για την έκδοση νέων βιβλίων. Πρόκειται για έναν πακτωλό δημόσιου χρήματος που δεν κατευθύνεται στην ουσιαστική ενίσχυση της δημόσιας εκπαίδευσης —σε μόνιμο προσωπικό, υποδομές, μείωση μαθητών ανά τάξη— αλλά διοχετεύεται στους μεγάλους εκδοτικούς οίκους και σε κάθε είδους «ημέτερους».
Η συζήτηση για το πολλαπλό βιβλίο δεν είναι καινούργια. Επανήλθε στα τέλη της δεκαετίας του ’90 και ξανά την περίοδο 2010–2011, όταν η κυβέρνηση και η τότε υπουργός Παιδείας Άννα Διαμαντοπούλου κατάργησαν τον Οργανισμό Εκδόσεων Διδακτικών Βιβλίων (ΟΕΔΒ) και τον αντικατέστησαν με το ΙΤΥΕ – Διόφαντος, φορέα ιδιωτικού δικαίου. Κεντρικός άξονας εκείνης της πολιτικής ήταν το λεγόμενο «ψηφιακό σχολείο», με στόχο την υποβάθμιση ή και κατάργηση της έντυπης διανομής βιβλίων και την αντικατάστασή τους από ψηφιακό υλικό. Οι κοινωνικές αντιδράσεις και οι πολιτικές εξελίξεις ανέκοψαν τότε τα σχέδια. Σήμερα, επανέρχονται από την πίσω πόρτα.
Πέρα από τα προφανή προβλήματα εφαρμογής, ελλοχεύει ένας βαθύτερος κίνδυνος: η πλήρης εξάρτηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας από ψηφιακό και εμπορευματοποιημένο υλικό. Το σχολικό βιβλίο, με όλες τις αδυναμίες του, παύει να αποτελεί σταθερό και κοινό μορφωτικό σημείο αναφοράς. Διασπάται ο ενιαίος χαρακτήρας των προγραμμάτων σπουδών, τα οποία πλέον δεν εγγυώνται ούτε τη συγγραφή ούτε τη διανομή συγκεκριμένων βιβλίων, ανοίγοντας τον δρόμο για ένα διαφοροποιημένο σχολείο, «ευέλικτο» στις απαιτήσεις της αγοράς.
Τα μέτρα αυτά δεν υπακούουν απλώς σε μια λογική εξοικονόμησης πόρων. Αποτελούν εφαρμογή των νεοφιλελεύθερων κατευθύνσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της κυβερνητικής πολιτικής για ένα σχολείο φτηνό, ανταγωνιστικό και πλήρως υποταγμένο στους κανόνες της αγοράς. Ένα σχολείο όπου η γνώση παύει να είναι κοινωνικό δικαίωμα και μετατρέπεται σε εμπόρευμα.
Εύστοχα οι ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ Π.Ε. επισημαίνουν ότι το πολλαπλό βιβλίο αποτελεί βασικό πυλώνα ιδιωτικοποίησης και εμπορευματοποίησης του δημόσιου σχολείου. Συνδέεται άμεσα με την «αυτονομία» της σχολικής μονάδας, οδηγώντας σε κατηγοριοποίηση σχολείων και μαθητών, σε ενίσχυση των ταξικών διαχωρισμών και στην εισαγωγή ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων στην παραγωγή και διανομή του σχολικού βιβλίου.
Την ίδια στιγμή, όπως επισημαίνει ο καθηγητής Παιδαγωγικής Γιώργος Μαυρογιώργος, το υποτιθέμενο «πολλαπλό» βιβλίο αντικαθιστά στην πράξη το μοναδικό σχολικό εγχειρίδιο… με ένα άλλο μοναδικό. Πρόκειται για μια «πολλαπλή ηχώ» της ίδιας κυρίαρχης άποψης, με διαφορετική διατύπωση και διδακτικό σχεδιασμό. Το βιβλίο παραμένει ένα ανά σχολείο και ένα ανά μαθητή. Το μόνο που αλλάζει είναι ότι κάθε σχολείο επιλέγει διαφορετικό εγχειρίδιο, βαφτίζοντας αυτή τη διαφοροποίηση «πολυφωνία».
Έτσι, όχι μόνο δεν αμφισβητείται η κυρίαρχη ιδεολογία, αλλά ενισχύεται. Το πολλαπλό βιβλίο δεν είναι εργαλείο παιδαγωγικής ελευθερίας· είναι μηχανισμός πειθάρχησης, κατηγοριοποίησης και εμπορευματοποίησης. Και όσο παρουσιάζεται ως αυτονόητος εκσυγχρονισμός, τόσο πιο αναγκαίο γίνεται να αποκαλύπτεται ο πραγματικός του χαρακτήρας.

Αφήστε μια απάντηση