“Ο Πολύδωρος θυμάται…”

polydwros-thymΓράφει ο kokkiniotis

Είναι εξαντλημένο το βιβλίο: «Πολύδωρος Δανιηλίδης: …Ο Πολύδωρος θυμάται», που εκδόθηκε το 1990 από τις Ιστορικές Εκδόσεις”.

Περιέχει όμως αποθησαυρισμένη την εξιστόρηση του κομμουνιστικού κινήματος της χώρας μας μέσα από τις αναμνήσεις ενός αγωνιστή που αφιέρωσε σ’ αυτό οκτώ περίπου δεκαετίες από την πολυτάραχη ζωή του.

Πολιτικός καθοδηγητής της Κ.Ε. του ΕΛΑΣ από την πλευρά του ΚΚΕ, μέλος του Γενικού Αρχηγείου του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας αργότερα.

Έζησε τους αγώνες και το μεγαλείο του κομμουνιστικού κινήματος, την ήττα στο δεύτερο αντάρτικο και την προσφυγιά. Όρθιος όμως και πάντα στις επάλξεις.

Στις επάλξεις του αγώνα μέχρι το τέλος της ζωής του: Η μορφή του, με το μουστάκι και το χαρακτηριστικό μπερέ του, έχει χαραχτεί στη μνήμη όσων έλαβαν μέρος στη σύγκρουση του Πολυτεχνείου του 1980.

Η πορεία προς την αμερικάνικη πρεσβεία είχε απαγορευτεί από την κυβέρνηση Ράλλη, αλλά το μπλοκ της μειοψηφίας της ΕΦΕΕ, με τη στήριξη της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς της εποχής, επιχείρησε να σπάσει την απαγόρευση διεκδικώντας να φτάσει η πορεία μέχρι την αμερικάνικη πρεσβεία. Στην πρώτη γραμμή για άλλη μια φορά ο υπερογδοντάχρονος σύντροφος, έδωσε το σύνθημα της εφόδου στα ΜΑΤ!

Από το ιστορικής αξίας βιβλίο που εξέδωσαν οι σύντροφοί του, παραθέτουμε σήμερα τα τρία εισαγωγικά σημειώματα:

-Της Έκδοσης,
-της  επιμελήτριας Ε.Γ. που οργάνωσε τα χειρόγραφα και την απομαγνητοφώνηση των αναμνήσεων
-καθώς και του ίδιου του Πολύδωρου Δανιηλίδη.

Θα ακολουθήσουν και άλλες αναρτήσεις με αποσπάσματα από το ιστορικό αυτό ντοκουμέντο.

 

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ

 

Γεννημένος στο ρόδισμα του αιώνα μας κι αφού ρούφηξε τα εννέα δέκατα του όρθιος και υγιής στάλα στάλα, άφησε την τελευταία του πνοή αθόρυβα, χωρίς να πάρει χαμπάρι κανείς — σχεδόν συνωμοτικά —στο κρεβάτι ενός θαλάμου τρίτης θέσης αθηναϊκού νοσοκομείου.

 

Τα τρυφερά, σχεδόν κουρασμένα μάτια του, αλλά με το σπινθηροβόλο ακόμα και καλοσυνάτο βλέμμα, άφησαν αυτόν τον κόσμο που τόσο αγάπησε, με ανεκπλήρωτο το όραμά του, που γι’ αυτό έδωσε όλη τη του τη ζωή, ο «παππούς». Μια ζωή γεμάτη κόπους, θυσίες, στενοχώριες και καϋμούς, που όμως αγάπησε πολύ, όσο κι αν την αψήφησε, ρισκάροντάς την κάθε φορά που το Χρέος τον καλούσε.

 

Γερό σκαρί, με ατίθαση ιδιοσυγκρασία, με μεγάλη αυτοκυριαρχία και συγκράτηση, φτιαγμένος «από διαφορετική πάστα», παιδί της γενιάς των «απίστευτων στερήσεων και των ηρωικών προσπαθειών» του λαού μας, δεκαπεντάρης μόλις ο Πολύδωρος, βρέθηκε στο μετερίζι των κοινωνικών και πολιτικών αγώνων. Και το σπουδαιότερο: έμεινε σταθερός, μάχιμος, στρατευμένος, ιδεολογικοπολιτικά και οργανωτικά μέχρι τα στερνά του, σταθερός στην κομματική πειθαρχία που μ’ αυτήν γαλουχήθηκε και που μόνος του πια την επέβαλε στον εαυτό του σαν βίωμα που τούχε γίνει.

 

Πρέπει να πούμε —και δεν αποτελεί καθόλου υπερβολή— ότι υπήρξε από τους ελάχιστους της παλιάς «σχολής» των κομμουνιστών στη χώρα μας, που παρά τα βιώματα της κομματικής διαπαιδαγώγησης και των κομματικών ηθών της παλιάς περιόδου σύμφωνα με τα τότε καθιερωμένα, ο Πολύδωρος Δανιηλίδης κατόρθωσε να συλλάβει τη νέα εποχή, να ξεπεράσει τον ίδιο του τον εαυτό και να αποβάλει αρνητικά κατάλοιπα και σκουριές από την πρακτική και τη σκέψη του.

 

Να γιατί τον θαύμαζε κανείς, πέρα από την αγωνιστική του προσφορά: για το ανοιχτό μυαλό και την καθαρή του σκέψη, για την πολιτική του οξυδέρκεια και διορατικότητα.

 

Σύντομα συνειδητοποίησε τα ουσιαστικά και νέα προβλήματα του ελληνικού και παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος, πρωτοστάτησε, στρατεύθηκε και αντέδρασε σταθερά, με τόλμη και αδιαλλαξία στα πλαίσια της εμβέλειας του ενάντια σε κάθε κηδεμονία και επέμβαση.

 

Κι όλα αυτά τόσο στην προσφυγιά, όσο και στην Ελλάδα μετέπειτα, χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες. Το ταξικό και επαναστατικό του ένστιχτο, η αναπτυγμένη ταξική του συνείδηση, τον προσανατόλιζε πάντα ώστε να κρατά μια στάση αδιαλλαξίας απέναντι σε κάθε προσπάθεια —και δεν έλειψαν ούτε αυτές—στο να εγκαταλείψει την ιδεολογικοπολιτική πάλη ενάντια στις ηγεσίες του ρεβιζιονισμού και να ενταχθεί οργανωτικά ή να συμπλεύσει μαζί τους. Αλλά στην παγίδα δεν έπεσε. Δεν δελεάστηκε από τις υποσχέσεις για οφίτσια, συντάξεις και αναγνωρίσεις…

 

Μέσα στο μικρό διαμερισματάκι των Εξαρχείων που οι σύντροφοί του τον εγκατέστησαν όταν παράνομα γύρισε στην Ελλάδα, έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, διαβάζοντας, γράφοντας και παρακολουθώντας τα γεγονότα και τις εξελίξεις στη χώρα μας και σ’ όλο τον κόσμο. Εδώ δεχόταν τις επισκέψεις παλιών συντρόφων και συναγωνιστών του αλλά και νεολαίων που γι’ αυτούς έτρεφε μια απέραντη αγάπη και κατανόηση. Έλεγε συχνά πως σ’ αυτούς τους νέους βρίσκεται το μέλλον και του κινήματος και του λαού. Κι αντάλλασσε απόψεις μαζί τους και μπορούσε να τους ακούει ώρες ατέλειωτες, μέχρι το πρωί. Βιαζόταν κι αγωνιούσε για τη συνένωση των πρωτοπόρων στοιχείων που θα έμπαιναν υπεύθυνα στην υπηρεσία της τάξης. Σεμνός και λιτοδίαιτος, γεμάτος εμπειρίες από την πολυτάραχη πορεία του, δεν φοβήθηκε ποτέ το κολύμπι στ’ άπατα. Κι αυτό έδινε νόημα στη ζωή του.

 

Το βιβλίο αυτό, που δεν πρόλαβε να δει τυπωμένο ο Πολύδωρος Δανιηλίδης, είναι το οδοιπορικό ενός γνήσιου λαϊκού αγωνιστή, ενός μαχητή της λευτεριάς και του σοσιαλισμού, ενός πεισματάρη κι αμετανόητου βετεράνου κομμουνιστή.

 

Το βιβλίο δεν έχει ιδιαίτερες αξιώσεις ιστορικές ή λογοτεχνικές. Άλλωστε κι ο ίδιος ο συγγραφέας του δεν είχε τέτοιες. Αποτελεί ωστόσο μια γνήσια μαρτυρία, μια ζωντανή αφήγηση από πρώτο χέρι του μεγαλείου αλλά και της τραγωδίας που έζησε —και ζει με άλλους όρους σήμερα πια—, το κομμουνιστικό κίνημα στη χώρα μας και διεθνώς. Αλλά ακόμα κι αυτή η συνοπτική αφήγηση έχει τα όριά της όπως τα όριά του είχε κι ο «παππούς» για μια τέτοια προσπάθεια, πράγμα όχι μόνο καθόλου μειωτικό αλλά αντίθετα πολύ φυσιολογικό, κατανοητό κι αληθινό, όπως αληθινός κι ειλικρινής ήταν ο ίδιος, σαν πραγματικός επαναστάτης που υπήρξε σ’ όλη του τη ζήση.

 

Άλλωστε είναι βέβαιο και από συζητήσεις που έκανε ο ίδιος με συντρόφους λίγες μόλις μέρες πριν πεθάνει, πως είχε στόχο να ξαναδιαβάσει το χειρόγραφο κάπου να διορθώσει, κάπου να συμπληρώσει. Δεν πρόλαβε όμως ούτε αυτό, ούτε και πολλά άλλα πιο σημαντικά γι’ αυτόν…

 

Εμείς, εκτελώντας την υπόσχεσή μας στον «παππού», αλλά και σαν ελάχιστο φόρο τιμής στον αξέχαστο Αγωνιστή εκδίδουμε σήμερα την αφήγησή του έτσι όπως μας την άφησε.

 

Αθήνα, Απρίλης 1991

 

Η ΕΚΔΟΣΗ

 

Πρόλογος

 

Τιμή μου, που καταπιάστηκα με την καταγραφή της θύμησης του Πολύδωρου Δανιηλίδη.

 

Συνάντησα πολλές δυσκολίες, βέβαια, στην προσπάθειά μου να ξεδιαλύνω χειρόγραφα απομαγνητοφωνημένα, πολύ ακατάστατα και με πολλά κενά, από συνεντεύξεις, που κατά καιρούς είχε δώσει ο γέροντας.

 

Ακόμα αντιμετώπιζα και τη δυσκολία της ανάγνωσης σε πολλά σημεία, γιατί μου έλειπε η σχετική κατάρτιση και υποδομή, για να μπορώ ν’ αποκρυπρογραφώ την κομματική γλώσσα. Γιατί κομμουνίστρια δεν έγινα ποτέ, δεν τον αξιώθηκα αυτόν τον τίτλο. Θαύμαζα όμως πάντοτε τους γνήσιους κομμουνιστές, και γνώρισα όχι λίγους από τα παιδικά και τα εφηβικά μου χρόνια. Η νεανική μου καρδιά τους είχε στήσει σ’ ένα ψηλό βάθρο. Και δεν έχασα απ’ αυτό.

 

Ο Πολύδωρος Δανιηλίδης με συγκλόνισε με την ιστορία της ζωής του, μια ζωή που δένεται με την πορεία της χώρας μας στον 20ο αιώνα και ταυτίζεται με την πορεία του Κ.Κ.Ε. από τα πρώτα του βήματα. Μια ζωή γεμάτη αγώνες και θυσίες και στερήσεις και κατατρεγμούς- πολλούς κατατρεγμούς. Από εχθρούς και φίλους. Εκείνοι που τον πόνεσαν περισσότερο ήταν των συντρόφων. Παρ’ όλ’ αυτά τίποτε δεν μπόρεσε να τσακίσει την πίστη και την αταλάντευτη αφοσίωσή του στο κόμμα. Η αφήγηση του σου μεταδίνει τη γεύση της πικρίας του αλλά και την πίστη του στην ιδεολογία του και την πορεία του ανθρώπου.

 

Έχει αυτό το χάρισμα. Αληθινά σ’ αφήνει κατάπληκτο το μεγαλείο αυτού του γέροντα, του «ταμένου» στους αγώνες για ψωμί, για λευτεριά, για δικαιοσύνη.

 

Με την άξια συντρόφισσά του, τη Μαγδαληνή, χέρι με χέρι παίρνουν ακόμα μέρος σε εκδηλώσεις μα και σε διαδηλώσεις. Ακολουθούν πορείες των νέων και δίνουν και σήμερα το «παρών» στους αγώνες τους. Κι είναι εννενήντα χρόνων ο Πολύδωρος. Γιατί γεννήθηκε το 1899 τον καιρό που η ζωή μοχθούσε για να γεννήσει τον αιώνα μας. Αυτόν τον αιώνα τον γεμάτο μεγαλείο και αθλιότητα.

 

Τα γεύτηκε και τα δυό ο Πολύδωρος σ’ ολόκληρη τη διαδρομή του. Στα εννενήντα του χρόνια μου έκανε την τιμή να μου εμπιστευτεί τα χειρόγραφα της ζωής του. Ελπίζω να μην τον πρόδωσα τον άξιο γέροντα.

 

Ε.Γ.

 

Εισαγωγικό σημείωμα

 

Κάνω τούτη την αφήγηση ύστερα από παρακίνηση πολλών συντρόφων, για να μείνουν πολλά ιστορικά πράγματα γραμμένα από πρώτο χέρι.

 

Γράφω τα γεγονότα, όπως τα έζησα, τα είδα, και τα άκουσα. Θεωρώ υποχρέωσή μου να τα πω στις τωρινές και τις μελλούμενες γενιές, για να πάρει ο κόσμος μια ιδέα για το πώς πήρε τη φήμη και πώς ανδρώθηκε το ΚΚΕ.

 

Γραφτά ντοκουμέντα δεν έχω στη διάθεσή μου. Όμως η μνήμη μου είναι ακόμα πολύ ζωντανή, για να τ’ αποδώσει χωρίς φόβο και πάθος.

 

Έτσι θα φανεί ο αγώνας που έγινε για να χτυπήσουμε το ραγιαδισμό και τον γραικυλισμό, όχι μόνο έξω από το κόμμα αλλά και μέσα σ’ αυτό. Από τη μια τα αστικά κόμματα διακήρυτταν το «ανήκομεν εις την δύσιν», την υποδούλωση δηλαδή στις ξένες δυνάμεις• κι από την άλλη η ηγεσία του κόμματος μας κουβαλούσε μέσα της τη νοοτροπία, πως χωρίς τη βοήθεια της Σοβιετικής ‘Ενωσης δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε• κι έτσι κάθε υπόδειξη κι εντολή, που έπαιρναν οι καθοδηγητές μας από την Σ.Ε., ήταν νόμος, θέσφατο για το κόμμα. Δεν είχαν δική τους αντίληψη για το συμφέρον του λαού μας. Δεν καταλάβαιναν πως, ναι μεν είμαστε διεθνιστικό κόμμα, όμως έχομε και ιδιαίτερα συμφέροντα σα λαός.

 

Από την άλλη, η Αγγλοφοβία ορισμένων ηγετικών στελεχών και η αγγλοφιλία άλλων εμπόδισαν την ορθή αντιμετώπιση του ζητήματος μετά την απελευθέρωση. Αυτή η νοοτροπία του ραγιαδισμού μας έφτασε στο αίσχος της Βάρκιζας, έριξε το λαό μας σε τραγικές περιπέτειες κι έχασε μια σπάνια ιστορική ευκαιρία για να γίνει ανεξάρτητος και κυρίαρχος στον τόπο του.

 

Π.Δ.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Current ye@r *