Δυο χρήσιμα μαθήματα: Μικρασιατική Εκστρατεία και Εμφύλιος Πόλεμος – Αμεση Δημοκρατία: Από την ιδέα στην πράξη

image002Πηγή: Στέλιος Ελληνιάδης«Δρόμος της Αριστεράς»

Η ιστορία δεν τελείωσε ούτε οι εκπλήξεις , από τις τροπές της εξέλειπαν. Γι’ αυτό, έχει αξία να μαθαίνουμε από τη συσσωρευμένη εμπειρία της ανθρωπότητας γενικότερα και τη δική μας ειδικότερα. Είναι φυσικό να σκεφτούμε ότι ποτέ δεν είσαι απόλυτα προετοιμασμένος ακόμα και γι’ αυτό που περιμένεις, αλλά είναι πολύ αναγκαίο να συνειδητοποιήσουμε ότι είναι ζωτικής σημασίας να είμαστε συνεχώς σε εγρήγορση για να μπορούμε να προσαρμοζόμαστε στις συνθήκες που συχνά αλλάζουν με απρόβλεπτο και ανεπιθύμητο τρόπο, γιατί η παραμικρή καθυστέρηση αποβαίνει μοιραία.

Δύο ιστορικά γεγονότα που επιβεβαιώνουν αυτή την ανάγκη επιφυλακής, αντίληψης και ευελιξίας, είναι η μικρασιατική τραγωδία και ο εμφύλιος πόλεμος, που όχι μόνο χάραξαν τα όριά μας, αλλά δίνουν και ανεκτίμητα μαθήματα για το σήμερα και το αύριο, αφού είναι σίγουρο ότι πάντα κάτι πολύ κρίσιμο για τις εξελίξεις μάς διαφεύγει.

Η εκστρατεία-περίπατος κατέληξε σε εθνική καταστροφή

Από τη θριαμβευτική είσοδο του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη, το Μάη του 1919, μέχρι την ταπεινωτική του έξοδο, τον Αύγουστο του 1922, το γεωπολιτικό τοπίο είχε αλλάξει τόσο πολύ που ήταν αγνώριστο. Ήδη από τον πρώτο χρόνο, οι συνιστώσες που στήριζαν την ελληνική εκστρατεία είχαν αρχίσει να μεταβάλλονται. Η ιθύνουσα τάξη στην Ελλάδα φαίνεται ότι δεν είχε αντιληφθεί ποια ήταν η πραγματική κατάσταση, ούτε στο πεδίο του πολέμου ούτε στον ευρύτερο γεωπολιτικό χώρο. Ο ελληνικός στρατός έπαιρνε από την Αθήνα τη διαταγή να απλωθεί σε ένα τεράστιο μέτωπο εκατοντάδων χιλιομέτρων στα βάθη της Μικράς Ασίας, ενώ κάθε θετικός παράγοντας που συνέτεινε αρχικά στην εκστρατεία μετατρεπόταν σε αρνητικό.

Η Αγγλία, ο μέγας σύμμαχος της Ελλάδας που αποφάσισε και προώθησε την επέμβαση, επιδίωκε προσέγγιση με τους Τούρκους της Ανατολίας. Η ελληνική στρατιωτική παρουσία έδινε τεράστια ώθηση στον τούρκικο εθνικισμό και επέσπευδε τη συγκρότηση του νέου στρατού υπό τον Μουσταφά Κεμάλ. Οι Γάλλοι αποχωρούσαν από την Κιλικία παραδίδοντας το στρατιωτικό τους υλικό στους Τούρκους. Οι μπολσεβίκοι, οι οποίοι είχαν πολύ πρόσφατα δεχτεί στρατιωτική επίθεση από τους συμμάχους μας με τη συμμετοχή του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος στην Κριμαία και την Οδησσό, έδιναν βοήθεια στον Κεμάλ που αντιμαχόταν τους ίδιους ιμπεριαλιστές που προσπαθούσαν να ανατρέψουν την επανάσταση στη Ρωσία.

Ο στρατός της ανεξαρτησίας, με τον Κεμάλ επικεφαλής, αποκομμένος από την Πύλη και σχεδόν ανενόχλητος προετοίμαζε στην Ανατολία την αντεπίθεσή του.

Στην Ελλάδα, η σύγκρουση στους κόλπους της άρχουσας τάξης κορυφώθηκε με την ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές του 1920, ο στρατός στο μέτωπο παρουσίαζε σημεία κόπωσης και το κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας που ήταν αντίθετο στη συνέχιση του πολέμου μεγάλωνε. Παρ’ όλ’ αυτά, με τις συνθήκες διεξαγωγής της εκστρατείας να αλλάζουν δραματικά, η άρχουσα τάξη στην Ελλάδα ενεργούσε σαν να ήταν όλα σταθερά και ευνοϊκά, όπως φαίνονταν την άνοιξη του 1919. Εθελοτυφλία, ανικανότητα, φανατισμός, αλαζονεία, κομματισμός, εξάρτηση από ξένα κέντρα, υποτίμηση του αντιπάλου και άλλοι παράγοντες είχαν ξεκόψει την ελληνική ηγεσία από την πραγματικότητα και την εμπόδιζαν να προσαρμοστεί εγκαίρως στις νέες καταστάσεις. Το αποτέλεσμα ήταν ιδιαζόντως καταστροφικό.

Από το έπος της αντίστασή στην τραγωδία του εμφυλίου

Αν και πολύ διαφορετική η περίπτωση , η ελληνική Αριστερά πραγματοποιώντας, μετά το έπος της Εθνικής Αντίστασης, το μεγαλύτερο και ηρωικότερο επαναστατικό της εγχείρημα, οδηγείται στην ήττα καθώς οι συνθήκες αλλάζουν, ρόλοι αντιστρέφονται και νέοι παράγοντες υπεισέρχονται δυναμικά στο προσκήνιο.

Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι οι Άγγλοι σύμμαχοι, και συνεργάτες του ΕΛΑΣ, σε μία βδομάδα, από την αναχώρηση των Γερμανών μέχρι την άφιξη της κυβέρνησης Παπανδρέου και του στρατηγού Σκόμπι στην Αθήνα, τον Οκτώβρη του 1944, μεταβλήθηκαν σε εχθρούς το ίδιο σκληρούς με τους Γερμανούς.

Και πριν λαλήσει τρις, οι άλλοι μεγάλοι φίλοι, οι Αμερικανοί έριχναν το βάρος τους στην Ελλάδα, με προσωπικό, δολάρια, πολεμικά αεροπλάνα και διπλωματική επίθεση, για να αιματοκυλήσουν περισσότερο τον τόπο και να αποτρέψουν την επικράτηση της Αριστερός.
Με τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, παρ’ όλο που αφενός το κίνημα είχε δεχτεί βαρύ πλήγμα τον Δεκέμβρη του 1944 και τα όπλα είχαν παραδοθεί με τη συμφωνία της Βάρκιζας και αφετέρου η Δεξιά είχε εξαπολύσει δολοφονικό πογκρόμ εναντίον των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης και ιδίως των κομμουνιστών σε όλη την Ελλάδα, υπήρχαν σημαντικοί παράγοντες που δημιουργούσαν τη βάσιμη πεποίθηση για μια αληθινή και νικηφόρα επανάσταση στην Ελλάδα.

Πρώτα-πρώτα, η ΕΣΣΔ ήταν ο μεγάλος νικητής του πολέμου και το κύρος της ήταν σε όλο τον κόσμο, και ιδίως στην Ευρώπη, στα ύψη. Όλα τα κομμουνιστικά κόμματα, που αποτελούσαν τμήματα ενός παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος με τη Σοβιετική Ένωση επικεφαλής, είχαν αναθαρρήσει. Ειδικότερα στα Βαλκάνια, το σοσιαλιστικό συνεχές, Αλβανία, Γιουγκοσλαβία και Βουλγαρία, έφτανε και κάλυπτε όλα τα βόρεια σύνορα της Ελλάδας! Και στο εσωτερικό της χώρας, το ΚΚΕ, σαν αποτέλεσμα του αντιφασιστικού αγώνα, με το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ, είχε πρωτόγνωρη επιρροή και οργάνωση. Και το κυριότερο, υπήρχε αξιόμαχη επαναστατική συνείδηση.

Αλλά εάν η κατάσταση είχε ευνοϊκά στοιχεία στο ξεκίνημα της ένοπλης αντιπαράθεσης το 1946. μέσα σε δύο χρόνια θα γινόταν δυσμενής για την ελληνική Αριστερά. Πέρα από το ότι η βοήθεια από τη Σοβιετική Ένωση δεν ήταν επαρκής, διαψεύδοντας προσδοκίες, η ρήξη της ΕΣΣΔ με τη Γιουγκοσλαβία στην πιο κρίσιμη φάση της ένοπλης σύγκρουσης και η άμεση εμπλοκή των Αμερικανών στην ελληνική υπόθεση, ήταν δύο παράγοντες που άλλαζαν άρδην την κατάσταση και περιόριζαν ασφυκτικά τις δυνατότητες νίκης του Δημοκρατικού Στρατού.

Το 1948, είχε χαθεί η δυνατότητα ελέγχου των μεγάλων αστικών κέντρων από τις επαναστατικές δυνάμεις και είχε περιοριστεί η δυνατότητα τροφοδοσίας, αλλά και στρατολόγησης στο Δημοκρατικό Στρατό λόγω της μαζικής τρομοκρατίας και της αναγκαστικής μετακίνησης πληθυσμών από τις εμπόλεμες περιοχές. Έτσι, οι προϋποθέσεις για μια νίκη στο μέτωπο συρρικνώνονταν απελπιστικά.

Ο πατριωτισμός, το αγωνιστικό φρόνημα και η αυτοθυσία των κομμουνιστών δεν μπορούσαν να αντισταθμίσουν τη δυνατότητα της κυβέρνησης να αυξάνει συνεχώς το μέγεθος και τη δύναμη πυρός του κυβερνητικού στρατού με την καθοριστική οικονομική και στρατιωτική στήριξη των ΗΠΑ, που είχαν βγει αλώβητες και ενισχυμένες από τον Παγκόσμιο Πόλεμο και αποφασισμένες να επιβάλλουν την κυριαρχία τους σ’ αυτό που θεωρούσαν ως δυτική σφαίρα επιρροής. Αντιθέτως, η ΕΣΣΔ ήταν εξαντλημένη οικονομικά, πιεζόταν να ανοικοδομήσει τη Ρωσία και όλη την Ανατολική Ευρώπη που ήταν ερειπωμένη και ξεχαρβαλωμένη και να διασώσει τα κεκτημένα που αμφισβητούνταν και υπονομεύονταν από τη δυτική συμμαχία.

Από καραμπόλα

Ουσιαστικά, αυτή η προσπάθεια από την αρχή είχε εναντίον της σοβαρά γεωπολιτικά δεδομένα. Η συμφωνία της Γιάλτας, στην αρχή του 1945, δεν άφηνε πολλά περιθώρια για να αξιοποιηθεί στην Ελλάδα η μεγάλη νίκη της Σοβιετικής Ένωσης. Η ίδια η ΕΣΣΔ φρόντιζε πρώτα και πάνω απ’ όλα να διασφαλίσει την ακεραιότητά της, που είχε κατακτηθεί με τη θυσία 25 εκατομμυρίων ανθρώπων, και να σταθεροποιήσει την κυριαρχία της στις χώρες που είχε συμφωνηθεί να ανήκουν στη σφαίρα επιρροής της.

Η Σοβιετική Ένωση δεν διαχειριζόταν την ελληνική υπόθεση σαν ανεξάρτητο κομμάτι, αλλά σαν ένα μέρος του ευρύτερου μετώπου που της είχαν ανοίξει οι δυτικοί, οι μέχρι πρότινος σύμμαχοί της. Οπότε, η όποια βοήθεια του ελληνικού κινήματος από τους Σοβιετικούς εξαρτιόταν από τις εξελίξεις σε άλλες περιοχές, από το μπραντεφέρ Δύσης-Ανατολής, σε ένα πολύ πιο σύνθετο πλέγμα.

Για παράδειγμα, οι Αγγλο-Αμερικάνοι πίεζαν πολύ τη Σοβιετική Ένωση αναμιγνυόμενοι στα εσωτερικά της Ρουμανίας, της Βουλγαρίας και της Πολωνίας, επιδιώκοντας την όσο το δυνατό μεγαλύτερη παρέμβασή τους στις πολιτικές εξελίξεις αυτών των χωρών. Πίεζαν πάρα πολύ και τη Γιουγκοσλαβία να αποσκιρτήσει προσφέροντάς της οικονομική βοήθεια που ήταν απαραίτητη για την ανοικοδόμησή της και την οποία η ΕΣΣΔ δεν μπορούσε να καλύψει.

Η ηγεσία της Γιουγκοσλαβίας, έχοντας σαν πρώτο μέλημα της το δικό της συμφέρον, κρατούσε ευμετάβλητες και ριψοκίνδυνες ισορροπίες ανάμεσα στην ΕΣΣΔ και τους Δυτικούς. Επιπλέον, στην περιοχή, αναφύονταν ενδοβαλκανικές τριβές, επειδή κάθε χώρα διαφορετικά όριζε τα συμφέροντά της και χαρτογραφούσε τα σύνορά της.

Τα ντοκουμέντα δείχνουν ότι ο γενικός γραμματέας του ΚΚΕ Νίκος Ζαχαριάδης, που είχε το γενικό πρόσταγμα, αντιλαμβανόταν τις δυσχέρειες, αντιλαμβανόταν και τις μεταβλητές, αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι είχε και τα περιθώρια ελιγμών και αναπροσαρμογών που θα αντιστάθμιζαν τις απώλειες που προξενούσαν αυτές οι μεταβολές.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έγιναν σοβαρά λάθη, αλλά ήταν μάλλον αξεπέραστη η δυσκολία να παρακολουθεί κανείς τις πολλαπλές μεταβολές και να προσαρμόζεται εγκαίρως, να λαμβάνει υπόψη στους σχεδιασμούς και τις αποφάσεις του όλα τα νέα δεδομένα που ήταν πολύ ρευστά και να αποφεύγει τα χτυπήματα από τις καραμπόλες των παιχνιδιών που παίζονταν σε ολόκληρο το γεωπολιτικό πεδίο.

Η δολοφονική επίθεση των Άγγλων στο αντιφασιστικό κίνημα, η επιστράτευση των συνεργατών των Γερμανών από την εγκάθετη κυβέρνηση, το στρίμωγμα της Σοβιετικής Ένωσης μετά τις ρίψεις των ατομικών βομβών στην Ιαπωνία, η κάθοδος των Αμερικάνων στην Ελλάδα και το δόγμα Τρούμαν, οι βαλκανικές ιδιαιτερότητες και πολλοί άλλοι παράγοντες δημιουργούσαν καταστάσεις που μάλλον ξέφευγαν από τις δυνατότητες που είχε το εντόπιο επαναστατικό κίνημα είτε να τις αντιληφθεί σε όλο τους το βάθος είτε να τις διαχειριστεί έγκαιρα και σωστά.

Μετά τη συντριβή, ο ίδιος ο Ζαχαριάδης είχε δηλώσει ότι εάν γνώριζε εγκαίρως ότι ο Τίτο θα συνεργαζόταν με τους Δυτικούς, δεν θα είχε ξεκινήσει την επανάσταση. Συμπερασματικά, σε κάθε περίπτωση, είναι καθοριστικό για την έκβαση μιας αναμέτρησης η ευχέρεια γρήγορης και σωστής προσαρμογής σε συνθήκες που μεταβάλλονται συνεχώς είτε προς το ευνοϊκότερο είτε, ιδίως, προς το δυσμενέστερο. Οι αγώνες εκτός από αρετή και τόλμη θέλουν και ταχύτητα προσανατολισμού.

Αμεση Δημοκρατία: Από την ιδέα στην πράξη

Στο αντιεξουσιαστικό χώρο γίνονται πολλές αναφορές στην άμεση δημοκρατία. Πολλές συλλογικότητες, με πολίτες ανένταχτους, αριστερούς και αντιεξουσιαστές, προσπαθούν να λειτουργήσουν χωρίς ιεραρχίες, αμεσοδημοκρατικά. Ορισμένοι πιο ειδικοί (όρος που απορρίπτεται σε επίπεδο αρχής από πολλούς ακτιβιστές) βγάζουν και βιβλία με τις απόψεις τους. Ακόμα και πολιτικοί χωρίς καμία σοβαρή σχέση με την άμεση δημοκρατία, την αναφέρουν στο δημόσιο λόγο τους σαν αντιστάθμισμα στην αστική δημοκρατία που μπάζει από παντού.

Αρκεί, όμως, η επίκληση της άμεσης δημοκρατίας για να υπάρξει άμεση δημοκρατία; Εάν, βέβαια, θεωρήσουμε ότι η επίκλησή της προϋποθέτει τη συνειδητοποίηση και την αποδοχή της, τότε και μόνο η επίκλησή της αποτελεί ένα πρώτο σωστό βήμα στη σωστή κατεύθυνση. Από κει και πέρα, όμως, πώς προχωράμε;

Είναι προφανές ότι οι δυσκολίες είναι μεγάλες. Παρακολουθώντας μία εκδήλωση για τον Κορνήλιο Καστοριάδη στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου της Αθήνας με τρεις αξιόλογους ομιλητές (Νίκος Ιωάννου, Γιώργος Ν. Οικονόμου και Αλέξανδρος Σχισμένος), όπου τελικά η συζήτηση επικεντρώθηκε στο θέμα της άμεσης δημοκρατίας, σκεφτόμουν πόσο, συχνά, εμείς οι ίδιοι δυσκολεύουμε τη ζωή μας στενεύοντας τον τρόπο σκέψης μας.

Οι προβληματισμοί είναι πολλοί. Μια κοπέλα αναρωτήθηκε αν μπορεί να υπάρξει άμεση δημοκρατία σε μια νησίδα, από μια ομάδα ανθρώπων μέσα σε ένα σύστημα καθολικά αντι-δημοκρατικό. Αλλά ακόμα κι αν υπάρξει, τι σημαίνει αυτό; Μήπως πρόκειται «για ένα νούφαρο μέσα σε μια πελώρια πετρελαιοκηλίδα»;

Χωρίς να θέλω να υπερκεράσω τις ενδιαφέρουσες απόψεις που εκφράστηκαν από το βήμα κι από το σε σημαντικό βαθμό νεανικό ακροατήριο, προσπάθησα με συνοπτικό τρόπο να θέσω ένα ζήτημα που κατά τη γνώμη μου περιορίζει πάρα πολύ την οπτική μας γωνία και τελικά, τη βάση και τη δυνατότητα μετατροπής μιας μεγάλης ιδέας σε εφαρμοστέα ύλη.

Για παράδειγμα, όσοι αναφέρονται στην άμεση δημοκρατία έχουν βασικό σημείο αναφοράς την αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία. Και συμπληρωματικά αναφέρονται στην Παρισινή Κομμούνα του 1871, σαν υπόδειγμα αμεσοδημοκρατικά. Ταυτόχρονα, απορρίπτουν μεγάλες επαναστάσεις προτάσσοντας είτε τον τρόπο συγκρότησής τους είτε το χαρακτήρα της εξέλιξή τους. Με την ίδια περίπου λογική απορρίπτουν και κάθε επαναστάτη που δεν ενήργησε δημοκρατικά στην εποχή του και στο περιβάλλον του. Έτσι, αποκομμένη από την πραγματικότητα η «ιδέα» αναδύεται άσπιλη, αμόλυντη, τέλεια. Με αυτή τη λογική, οι αγώνες, η πρόοδος, τα επιτεύγματα, οι απόπειρες και οι ατελείς προσπάθειες αιώνων ρίχνονται ολοσχερώς στον ιστορικό κάλαθο των αχρήστων. Αλλά με αυτό τον τρόπο η άμεση δημοκρατία καταδικάζεται εσαεί να παραμείνει στον κόσμο των ιδεών.

Γιατί σ’ αυτή την κλειστή κριτική ούτε τα υποδείγματα που επικαλούνται οι θιασώτες της αντέχουν. Η αθηναϊκή δημοκρατία, στις δεκαετίες που λειτούργησε, κουβαλούσε μαζί της αναπόσπαστα δεμένα πελώρια βάρη. Την οικονομική ανισότητα των πολιτών της, τη δουλεία και τους συνεχείς πολέμους τους οποίους διεξήγε καθ’ όλη τη διάρκεια της ύπαρξής της, που συνέβαλαν καθοριστικά στον αφανισμό της.

Είναι απολύτως αναγκαίο και θεμιτό, να διαχωρίζει κανείς την ήρα από το στάρι. Να κρατάει τους δημοκρατικούς θεσμούς που ίσχυαν μόνο μεταξύ των ελεύθερων πολιτών, που αποτελούσαν, στην ακμή της πόλης, κάτι μεταξύ 10 % και 15% του συνολικού πληθυσμού, και να απορρίπτει όλα τα αρνητικά συμπαρομαρτούντα. Αλλά όταν το κάνει κανείς αυτό, και σωστά το κάνει, δεν μπορεί να χρησιμοποιεί δύο μέτρα και δύο σταθμά για να αξιολογεί όλες τις άλλες προσπάθειες που έχουν κάνει με πάμπολλες θυσίες και φαιά ουσία οι άνθρωποι στην πορεία της ανθρωπότητας από τότε μέχρι σήμερα.

Κάθε αγώνας προεκτείνεται στο μέλλον

Η μεγάλη σοβιετική επανάσταση δεν μπορεί να διαγράφεται καθ’ ολοκληρίαν επειδή η δημοκρατία ήταν λειψή και ο συγκεντρωτισμός περίσσιος. Γιατί το εγχείρημα, όπως και το αθηναϊκό, εμπεριείχε πολλές συναρτώμενες πτυχές, θετικές και αρνητικές. Οι αρνητικές είναι γνωστές και είναι αυτές που σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες, οδήγησαν στον εκφυλισμό και την κατάρρευση του εγχειρήματος.
Υπάρχουν, όμως, και οι θετικές. Για πρώτη φορά, η ιδιοκτησία από ατομική έγινε συλλογική . Αυτό και μόνο το γεγονός είναι κοσμοϊστορικό και αφήνει μια τεράστια κληρονομιά στην ανθρωπότητα. Και έχει επιπλέον αξία, γιατί η εξάλειψη της ατομικής ιδιοκτησίας αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη σύσταση της πραγματικής δημοκρατίας.

Κανένα βήμα της ανθρωπότητας δεν είναι το πλήρες και τελειωτικό. Η πρόοδος, από τα συστήματα και τις επιστήμες μέχρι τις ιδέες και τις επαναστάσεις, συντελείται ανισόμετρα και αποσπασματικά. Πουθενά και ποτέ συνολικά και απόλυτα. Γι’ αυτό, προοδευτικό είναι οτιδήποτε ανοίγει άλλο ένα παράθυρο στο μέλλον, ακόμα κι αν το ίδιο εκφυλιστεί ή πεθάνει αργά ή γρήγορα. Η δημοκρατία εξαφανίστηκε από το χάρτη της ανθρωπότητας, για να επανεμφανιστεί σε άλλες συνθήκες με άλλη μορφή μετά από δύο-και χιλιάδες χρόνια. Με δούλους στην αρχή, με μεγάλη οικονομική ανισότητα και συνεχείς πολέμους.

Μ’ αυτή την πολύ περιορισμένη δημοκρατία ξεπέρασε η ανθρωπότητα τη φάση της δουλοπαροικίας και βίωσε, στα θετικά της, μια πρωτόγνωρη σε σχέση με το παρελθόν ελευθερία στην έκφραση και μια επίσης σπάνια καθολική ισονομία, όλοι ίσοι ενώπιον του νόμου.
Πηγαίνοντας πέρα από την Ευρώπη και την Αμερική, οι λαοί από πιο υπανάπτυκτες περιοχές, που παρέμεναν καθηλωμένοι και λεηλατημένοι κάτω από την κυριαρχία των ισχυρών, εξεγέρθηκαν κατά κύματα και πέτυχαν την ανεξαρτησία και αυτοδιάθεσή τους, άλλοι μόνιμα και άλλοι πρόσκαιρα. Αυτοί οι αγώνες, όμως, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην παραπέρα συνειδητοποίηση των προηγμένων κοινωνιών για το χαρακτήρα των καθεστώτων τους και για την αξία του σεβασμού των άλλων.

Και μ’ αυτή την έννοια, ακόμα και τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα που τελικά ηττήθηκαν, αλλοτριώθηκαν, εξελίχθηκαν σε εθνικιστικά ή διεφθάρησαν, από το Βιετνάμ ως την Αγκόλα, ενίσχυσαν μέσα στο λογισμικό της ανθρωπότητας το δικαίωμα της ανεξαρτησίας και της αυτοδιαχείρισης. Σ’ αυτή την μακρόχρονη διαδικασία, ανάλογη είναι η συνεισφορά των προσπαθειών ακόμα και της πιο μικρής ομάδας και του ενός ατόμου. Που συνεισφέρουν με το δικό τους μερίδιο, όχι κατά κανόνα για πάντα ούτε με όλα τα στοιχεία τους. Όμως, όπως κρατάμε από ένα συνθέτη τα καλά του τραγούδια και από ένα ζωγράφο τα έργα της χρυσής εποχής του, έτσι κρατάμε από ένα αγώνα και από μια προσπάθεια, τα θετικά τους στοιχεία.

Κι αυτά όλα, μικρά και μεγάλα, από την εξέγερση του Σπάρτακου μέχρι την κινέζικη επανάσταση του 1949. από την επανάσταση του 1821 μέχρι την αντίστασή του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στο ναζισμό και του ΔΣΕ στο μοναρχοφασισμό ή από τον Κάστρο και τον Τσε μέχρι τον Τσάβες κόντρα στον ιμπεριαλισμό, αθροίζονται στον επεξεργαστή της ανθρωπότητας. Τίποτα δεν γίνεται αποδεκτό σαν κληρονομιά εξ ολοκλήρου και τίποτα δεν απορρίπτεται εξ ολοκλήρου. Και μόνο όταν αυτή η επεξεργασία προοδεύσει στο κρίσιμο σημείο της ποιοτικής αλλαγής, μέσα κι από άλλα εγχειρήματα, που το καθένα θα συνεισφέρει λιγότερο ή περισσότερο με κάτι νέο ή με κάτι καλύτερο από το προηγούμενο, θα μπορέσει η κοινωνία, καθώς όλα τα παλιά θα έχουν φθαρεί και μαραζώσει, παρ’ όλα τα πισωγυρίσματα, να προχωρήσει στη μεγάλη ανατροπή και να εφαρμόσει στην πράξη τη δημοκρατία στην ανώτερη της μορφή.

Γιατί, χωρίς ανεξαρτησία από κηδεμόνες και πάτρωνες, χωρίς ελευθερία, ισότητα και συλλογικότητα, με εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, ατομική ιδιοκτησία και οικονομική διαστρωμάτωση, με πολέμους, εθνικισμούς και φυλετικές διακρίσεις, η δημοκρατία ούτε υφίσταται ούτε μπορεί να ευδοκιμήσει.

Με αυτό το σκεπτικό, όσοι από μας θεωρούν τη δημοκρατία (αυτή που λέμε άμεση εξ ανάγκης για να τη διαχωρίσουμε από την εφαρμοσμένη) όχι μόνο σαν μια καλή ιδέα αποκομμένη από την πραγματική ζωή, αλλά και σαν σύστημα ειρηνικής, ελεύθερης και δημιουργικής συνύπαρξης των ανθρώπων, χωρίς ανώτερους και κατώτερους, χωρίς αφεντικά και δούλους, καλό είναι να συνεχίσουμε να την καλλιεργούμε και να τη διαδίδουμε σε όποια κλίμακα μπορούμε, όντας βέβαιοι ότι κανένας σπόρος δεν πάει χαμένος. Γιατί η δημοκρατία δεν είναι κάτι κόμπακτ, αλλά κάτι που το συνθέτεις από τα καλύτερα υλικά της ανθρώπινης εμπειρίας και σύλληψης.

Και επειδή το πιο εύκολο και αποδεκτό πράγμα είναι να επικαλείσαι τη δημοκρατία, αλλά το πιο δύσκολο είναι να την εφαρμόσεις ακόμα και στον προσωπικό σου κύκλο, σοφό είναι να αποφεύγουμε τις μεγαλοστομίες, τους αποκλεισμούς και τις απολυτότητες περί δημοκρατίας. Γιατί κι αυτοί που σκέφτονται διαφορετικά από εμάς είναι απαραίτητοι για να πάρει σάρκα και οστά η δημοκρατία που περιγράφουμε με τόσο ωραία λόγια.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *