Λιμός ενημέρωσης και λοιμός προπαγάνδας

Πριν από οκτώ δεκαετίες ο ουρανός της Βεγγάλης στην Ινδία άρχισε να καλύπτεται από ένα μαύρο σύννεφο. Ηταν ο καπνός από την αποτέφρωση των θυμάτων ενός λιμού που στοίχισε πέντε εκατομμύρια ζωές. Γιατί όμως κανένας δεν χαρακτήρισε εκείνη την ανθρωπιστική καταστροφή ως γενοκτονία του Τσόρτσιλ ενώ τώρα όλοι ζητούν να χαρακτηριστεί ο λιμός της Ουκρανίας ως γενοκτονία που διέπραξε η ΕΣΣΔ;

«Αποτελεί κοινή πρακτική στην εποχή μας», εξηγούσε πρόσφατα ο συγγραφέας Ταρίκ Αλί, «να αποδίδουμε τους λιμούς σε αποφάσεις που έλαβαν συγκεκριμένα άτομα. Οι φιλελεύθεροι αντικομμουνιστές ιστορικοί κατηγορούν προσωπικά τον Μάο για τον καταστροφικό λιμό που ακολούθησε το Μεγάλο Αλμα προς τα Εμπρός και τον Στάλιν για τις επιπτώσεις από την επιβολή μιας πρόχειρα σχεδιασμένης βιομηχανοποίησης στην Ουκρανία». Με αυτά τα δεδομένα ο πακιστανικής καταγωγής συγγραφέας αναρωτιόταν γιατί το όνομα του Ουίνστον Τσόρτσιλ δεν βρέθηκε στην κορυφή της λίστας των υπευθύνων του λιμού.

O φωτογραφικός φακός έχει καταγράψει τις φρικιαστικές εικόνες των σκελετωμένων ανθρώπων που πέθαιναν μαζικά στους δρόμους. Τα αρχεία του βρετανικού υπουργείου Εξωτερικών περιλαμβάνουν εκτενείς αναφορές στα εκατομμύρια ανθρώπων που εκλιπαρούσαν κυριολεκτικά για μια χούφτα ρύζι ενώ αρκετοί ερευνητές έχουν καταγράψει τις ιστορίες γυναικών και παιδιών που κατέφυγαν στην πορνεία για ένα πιάτο φαΐ που θα εξασφάλιζε την επιβίωσή τους έως την επόμενη ημέρα.

Παρ’ όλα αυτά στο ογκωδέστατο έργο η «Ιστορία του 20ού αιώνα» του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης οι συγγραφείς «ξέχασαν» να συμπεριλάβουν έστω και μια γραμμή για τον συγκεκριμένο λιμό ενώ στις δεκάδες βιογραφίες του Ουίνστον Τσόρτσιλ τα πέντε εκατομμύρια των θυμάτων σπάνια εμφανίζονται σε κάποια υποσημείωση του βιβλίου. Ο ίδιος ο Τσόρτσιλ άλλωστε είχε μετατραπεί σε έναν χυδαίο αρνητή του λιμού: Εάν πεινάνε, τότε «γιατί δεν έχει πεθάνει ακόμη ο Γκάντι» ήταν η απάντησή του όταν έφταναν οι εκθέσεις του Φόρεϊν Οφις για την κατάσταση που επικρατούσε στη Βεγγάλη.

Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν ο συγγραφέας Μάικ Ντέιβις χαρακτήρισε τον λιμό της Βεγγάλης γενοκτονία, βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα σκληρό μπλοκ φιλελεύθερων ιστορικών όπως ο Νίαλ Φέργκιουσον, οι οποίοι βέβαια δεν είχαν κανένα πρόβλημα να χαρακτηρίσουν γενοκτονία τον λιμό της Ουκρανίας. Κι όμως όσα προηγήθηκαν και όσα σημειώθηκαν κατά τη διάρκεια του λιμού της Βεγγάλης ήταν αποτέλεσμα συνειδητών αποφάσεων που είχε λάβει η βρετανική κυβέρνηση και κυρίως ο Τσόρτσιλ.

Παρά το γεγονός ότι η περιοχή είχε πληγεί από ακραία καιρικά φαινόμενα, η γεωργική παραγωγή είχε μειωθεί μόλις κατά 5% σε σχέση με προηγούμενες χρονιές. «Δεν ήταν η έλλειψη τροφίμων που σκότωσε εκατομμύρια ανθρώπους», εξηγούσε ο Ταρίκ Αλί, «αλλά το γεγονός ότι τα τρόφιμα δεν ήταν προσβάσιμα στον πληθυσμό με απόφαση του αυτοκρατορικού γραφειοκρατικού μηχανισμού στο Δελχί, που εκτελούσε τις εντολές του Λονδίνου».

Ουσιαστικά ο λιμός προκλήθηκε από την πολιτική της «καμένης γης» που επέβαλε η Μεγάλη Βρετανία απομακρύνοντας από τις αποθήκες της Βεγγάλης μεγάλες ποσότητες ρυζιού που θα μπορούσαν να πέσουν στα χέρια του ιαπωνικού στρατού. Παράλληλα οι Βρετανοί κατέστρεψαν ή απομάκρυναν από την περιοχή 43.000 πλοιάρια τα οποία αποτελούσαν το μοναδικό μέσο μεταφοράς τροφίμων για εκατομμύρια κατοίκους.

Οι αποφάσεις του πολέμου ήρθαν να προστεθούν στη διάλυση που είχε προκαλέσει η βρετανική αποικιοκρατία με τη συνεχή κλοπή πόρων από τα μέσα του 19ου αιώνα. Οι Βρετανοί αποικιοκράτες είχαν φροντίσει ώστε στα νοσοκομεία (τα οποία χτίζονταν μόνο στις μεγάλες πόλεις) να έχουν πρόσβαση μόνο οι λευκοί και οι ντόπιοι συνεργάτες τους.

Οταν πλέον ο λιμός είχε ξεκινήσει, ο Τσόρτσιλ έλαβε προσωπικά αποφάσεις που επιδείνωσαν δραματικά την κατάσταση. Οπως εξηγούσε ο Ινδός πολιτικός και πρώην ανώτατος αξιωματούχος του ΟΗΕ, Σάσι Ταρούρ, «ο Τσόρτσιλ συνέχισε να εξάγει τρόφιμα από τη Βεγγάλη στην Ευρώπη, όχι για να ταΐσει πραγματικά τους Βρετανούς στρατιώτες, αλλά για να συνεισφέρει στις προμήθειες που συσσωρεύονταν για την περίπτωση μιας μελλοντικής εισβολής στην Ελλάδα και στη Γιουγκοσλαβία. Πλοία φορτωμένα με σιτάρι έφταναν από την Αυστραλία και έδεναν στην Καλκούτα και ο Τσόρτσιλ έδινε εντολή να μην ξεφορτώσουν, αλλά να συνεχίσουν για την Ευρώπη». Για τον λόγο αυτό ο Ταρούρ έχει υποστηρίξει ότι ο Τσόρτσιλ «έχει λερώσει τα χέρια του με αίμα όσο και ο Χίτλερ» – βαριές κουβέντες όταν ακούγονται από έναν άνθρωπο που πριν από χρόνια διεκδικούσε με αξιώσεις τη θέση του γενικού γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών.

Πώς φτάνουμε λοιπόν ένα προμελετημένο έγκλημα, όπως αυτό του Τσόρτσιλ, να διαγράφεται από τη συλλογική μνήμη και τα βιβλία Ιστορίας, ενώ ο λιμός της Ουκρανίας που προκλήθηκε από την αποτυχία ενός οικονομικού προγράμματος και από εσωτερικές διενέξεις στην πρώην ΕΣΣΔ να παίρνει τόσο εύκολα τον τίτλο της γενοκτονίας;

Παρεμπιπτόντως αρκετοί θα επισημάνουν ότι το κείμενο που μόλις διαβάσατε αποτελεί μια μορφή Whataboutism, δεν απαντά δηλαδή στην ουσία των επιχειρημάτων του αντιπάλου αλλά ανασύρει ιστορίες από το παρελθόν για να τον κατηγορήσει ότι έχει διαπράξει και αυτός τα ίδια ή χειρότερα εγκλήματα. Θεωρητικά έχουν δίκιο. Ετσι όμως προκύπτει ένα άλλο ερώτημα: Ποια ακριβώς ανάγκη εξυπηρετεί η απόφαση της Γερμανίας και αξιωματούχων της Ε.Ε. να ανασύρουν τώρα τον λιμό της Ουκρανίας εν μέσω της ρωσικής εισβολής και να τον χαρακτηρίσουν γενοκτονία; Μήπως για να ταυτίσουν το ιμπεριαλιστικό εγχείρημα της καπιταλιστικής Ρωσίας του Πούτιν με τη Σοβιετική Ενωση του περασμένου αιώνα; Τελικά τους ενοχλεί η ρωσική εισβολή τού σήμερα ή το προηγούμενο οικονομικό σύστημα της Σοβιετικής Ενωσης;

Πηγή: Αρης Χατζηστεφάνου – ΕφΣυν

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Current ye@r *