
Κατά τα μεσάνυχτα άρχισε η καμπάνα να χτυπάει χαρούμενη και να καλνάει τους χριστιανούς να πάνε στην εκκλησιά να δουν το Χριστό να γεννιέται. Τα λυχνάρια άναψαν, τα σπίτια φωτίστηκαν, άνοιγαν μια- μια οι πόρτες και κινούσαν οι χριστιανοί για την εκκλησιά, τουρτουρίζοντας. Η νύχτα ήταν ήσυχη, παγωμένη, χωρίς άστρα. Το αρχοντικό του Πατριαρχέα μονάχα είχε μανταλωμένες τις πόρτες κι άκουγαν μέσα του, όσοι περνούσαν, βουή μεγάλη από φωνές αντρίκειες και κάπου- κάπου ένα ψιλό, ντροπαλό μοιρολόι γυναικείο.
Ο Μανολιός ήταν ξαπλωμένος στο φαρδύ κρεβάτι του γερο-Πατριαρχέα, σφιχτοτυλιμένος μέσα σε άσπρο λινομέταξο σεντόνι από τα προυκιά της μάνας του Μιχελή, σφιχτοφασκιωμένος σα νιογέννητο βρέφος. Γύρα του οι σύντροφοι, χλωμοί, αμίλητοι, τον ξενυχτούσαν.
Ο παπα-Φώτης, σκυμμένος κοίταζε, κάτω από το αναμμένο λυχνάρι, το πρόσωπο του Μανολιού, γαληνεμένο, κατάχλωμο, με μια μεγάλη μαχαιριά που απλωνόταν από το δεξιό μελίγγι ως το πιγούνι. Άπλωσε το χέρι, χάδεψε αργά, τρυφερά, απελπισμένα το πρόσωπο του Μανολιού.
– Άδικα, άδικα, έδωκες τη ζωή σου, Μανολιό μου, μουρμούρισε. Σκοτώθηκες, πήρες απάνω σου όλα μας τα κρίματα, φώναζες: «Εγώ έκλεψα, εγώ έκαψα, εγώ σκότωσα!» για να μας αφήσουν ήσυχους να ριζώσουμε στα χώματα τούτα. Άδικα… Άδικα!
Άκουγε ο παπα-Φώτης την καμπάνα να χτυπάει γιορτερά και να διαλαλεί πως ο Χριστός γεννήθηκε, πως κατέβηκε στη γης να σώσει τον κόσμο. Κούνησε το κεφάλι, αναστέναξε.
– Άδικα, άδικα, Χριστέ μου, μουρμούρισε. Κοντεύουν δυο χιλιάδες χρόνια, κι ακόμα… ακόμα σε σταυρώνουν. Πότε θα γεννηθείς, Χριστέ μου, να μη σταυρωθείς πια, να ζεις μαζί μας αιώνια;
Νίκος Καζαντζάκης: “Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται”
Το βρήκαμε στον λογαριασμό που διατηρεί στο f/b ο Γιώργος βιδάκης

0 Comments