
Ενας αγωνιστής της αριστεράς και από τους πιο γνωστούς “συνήθης υπόπτους”, για τις αστυνομικές και δικαστικές αρχές. -θύμα κι αυτός ασφαλίτικης σκευωρίας που είχε οργανωθεί επί υπουργίας ΠροΠο του Μιχάλη Χρυσοχοϊδη-, άφησε σαν σήμερα, πριν ένα χρόνο, στα 69 του χρόνια, την τελευταία του πνοή. Ο Αβραάμ ή Μάκης Λεσπέρογλου.
Τον θάνατό του είχε ανακοινώσει ο δικηγόρος, Γιάννης Ραχιώτης, γράφοντας χαρακτηριστικά σε ανάρτησή του:
«Ο Αβρααμ ( Μάκης) Λεσπέρογλου έφυγε από κοντά μας σήμερα 3/7/24 στις 2μμ μετά από έμφραγμα που έπαθε νωρίς το πρωί στο Γύθειο που έκανε διακοπές. Τον σκότωσε το διαλυμένο σύστημα υγείας. Στο Νοσοκομείο Γυθείου δεν μπορούσαν να του προσφέρουν τίποτα. Τον μετέφεραν στο Νοσοκομείο της Σπάρτης. Στην καρδιολογική κλινική του νοσοκομείου Σπάρτης υπηρετεί μόνο ένας καρδιολόγος και οι ανάγκες καλύπτονται όπως – όπως με ιδιώτες. Δεν μπορούσαν να του κάνουν στεφανιογραφία που θα του έσωζε πιθανότατα τη ζωή. Μετά από ώρες αναζητήσεων άλλου Νοσοκομείου αποφάσισαν να τον στείλουν στην Τρίπολη χωρίς να τον σταθεροποιήσουν πρώτα. Τον έστειλαν με κοινό ασθενοφόρο, δεν είχαν ειδική κινητή μονάδα. Πέθανε στο δρόμο για την Τρίπολη».
Ποιος ήταν ο Μάκης Λεσπέρογλου

Ο Μάκης Λεσπέρογλου, γεννήθηκε το 1955 και ανέπτυξε έντονη αντιδικτατορική δραστηριότητα στην Αθήνα κατά τη διάρκεια της χούντας.
Με τη μεταπολίτευση περνάει στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης όπου, παράλληλα, αναπτύσσει και έντονη σχέση με Παλαιστίνιους αγωνιστές, η οποία με την πάροδο του χρόνου παίρνει τη μορφή πολιτικής υποστήριξης και αλληλεγγύης στον αγώνα των Παλαιστινίων.
Από το 1979 επιστρέφει στην Αθήνα και εργάζεται ενώ συνεχίζει να συμμετέχει δραστήρια στους κοινωνικούς αγώνες εκείνης της περιόδου.
Στις 24/10/1982 γίνεται απόπειρα διάρρηξης ενός εργαστηρίου οδοντοτεχνικής στα Εξάρχεια, κατά την οποία τραυματίζεται αστυνομικός. Συλλαμβάνονται δύο άτομα από το φιλικό περιβάλλον του Αβραάμ Λεσπέρογλου: ένας Παλαιστίνιος και ένας Έλληνας και ο ίδιος θα εμφανιστεί ως καταζητούμενος από τις Αρχές.
Ο Λεσπέρογλου, φοβούμενος μην εμπλέξει Παλαιστίνιους στην υπόθεση, καταφεύγει στη φυγοδικία.
Το 1985 ο Λεσπέρογλου μπαίνει στη λίστα με τους «συνήθεις υπόπτους», για σειρά υποθέσεων. Όπως την εκτέλεση του εισαγγελέα Θεοφανόπουλου, την αιματηρή ληστεία σε σούπερ μάρκετ και την συμπλοκή στου Γκύζη με τον θάνατο τριών αστυνομικών και του αντιεξουσιαστή Χρήστου Τσουτσουβή, για την οποία κατηγορήθηκε επισήμως στις 22 Μαΐου.
Στις 1/11/1985 ασκείται δίωξη στον Λεσπέρογλου και για τις τρεις υποθέσεις, οπότε και αποφασίσει να φύγει εξόριστος στο εξωτερικό.
Τον Δεκέμβρη του 1999 η κατάσταση της υγείας της μητέρας του, που ζούσε στην Αθήνα, επιδεινώνεται και ο Λεσπέρογλου επιχειρεί να έρθει στην Αθήνα για να είναι δίπλα της, χρησιμοποιώντας πλαστό διαβατήριο. Συλλαμβάνεται αμέσως καθώς φθάνει στο αεροδρόμιο του Ελληνικού και καταδικάζεται σε ποινή φυλάκισης 3,5 χρόνων χωρίς αναστολή για παράνομη είσοδο στη χώρα και οδηγείται στον Κορυδαλλό.
Επίσης, καταδικάζεται από το Στρατοδικείο του Ρουφ για ανυποταξία σε ποινή φυλάκισης άλλων 3,5 χρόνων χωρίς αναστολή.
Στις 25/10/2001 o Λεσπέρογλου καταδικάζεται από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών σε 17ετή κάθειρξη, για την απόπειρα δολοφονίας του αστυνομικού στα Εξάρχεια, χωρίς να του αναγνωριστεί ούτε ένα ελαφρυντικό.
Τον Μάρτιο του 2001 πραγματοποιείται η δίκη σε δεύτερο βαθμό, στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών. Με απόφαση του Εφετείου, στις 27/3/2001, ο Λεσπέρογλου κρίνεται αθώος.
Στις 25/10/2001 αθωώνεται για τις υποθέσεις Θεοφανόπουλου, ληστείας στο σούπερ μάρκετ, Γκύζη και στις 6/11/2001 αφήνεται ελεύθερος, καθώς γίνεται δεκτή από το Στρατοδικείο η αίτηση αναστολή εκτέλεσης της ποινής 3,5 χρόνων που του είχε επιβληθεί για ανυποταξία, αφού είχε εκτελέσει τα 3/5 της ποινής του.
Στις 7/6/2001 κόλας, μόλις δύο μήνες μετά την αθώωση του στο Εφετείο, ο τέως εισαγγελέας Παν. Δημόπουλος, ασκεί αίτηση αναίρεσης της αθωωτικής απόφασης του Εφετείου, με το σκεπτικό ότι δεν ήταν πλήρως αιτιολογημένη.
Ένα χρόνο αργότερα, το ποινικό τμήμα του Αρείου Πάγου κάνει δεκτή την αίτηση αναίρεσης της αθώωσης του Λεσπέρογλου. Η αρχική απόφαση της 17ετούς κάθειρξης αναβιώνει και ο Λεσπέρογλου βρίσκεται πάλι προ των θυρών του Κορυδαλλού. Στις 2 Σεπτέμβρη απορρίπτεται και η αίτηση αναστολής εκτέλεσης της απόφασης φυλάκισης του από το Εφετείο.
Τελικά, ο Λεσπέρογλου κρίθηκε αθώος από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο τον Σεπτέμβριο του 2002.
Πληροφορίες από την ιστοσελίδα reader
***


Την περίοδο που ήμουν φοιτητής στη Θεσσαλονίκη μετά τη Μεταπολίτευση δημιούργησα μέσα από το χώρο του φοιτητικού κινήματος στενή σχέση με Παλαιστίνιους, που τη διατήρησα και όταν ήρθα στην Αθήνα. Λόγω ιδεολογίας –ανήκω και συνεχίζω να ανήκω στο χώρο της επαναστατικής παράδοσης– αλλά και εποχής, το παλαιστινιακό κίνημα τότε, στα τέλη της δεκαετίας του 70 είχε μεγάλη αίγλη και βρισκόταν στην πρωτοπορία του παγκόσμιου κινήματος. Ένοιωθα λοιπόν όχι μόνο αλληλεγγύη αλλά και ταύτιση με την παλαιστινιακή υπόθεση, τον αγώνα για την ελεύθερη Παλαιστίνη. Όπως καταλαβαίνετε, αυτές οι σχέσεις δεν ήταν γενικά και αφηρημένα ιδεολογικές αλλά περιελάμβαναν και μορφές άμεσης υποστήριξης και αλληλεγγύης. Γενικά επρόκειτο για ενέργειες δίκαιες, πολιτικά αναγκαίες και ηθικά υποστηρίξιμες, οι οποίες αποτελούσαν πρακτικές αρκετών αγωνιστών σε ολόκληρο τον κόσμο.
Σ’ αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η εμπλοκή μου στην υπόθεση της οδού Κωλέττη. Με βάση όσα προαναφέρω –τη σχέση μου με το παλαιστινιακό κίνημα, τις αξίες μου και τα “ήθη” της εποχής– βοήθησα κάποιους ανθρώπους δίνοντάς τους και το δικαίωμα να χρησιμοποιήσουν το όνομά μου. Δυστυχώς, στην προκειμένη περίπτωση, διαψεύστηκα, γιατί ούτε αυτό που νόμιζα έκαναν, ούτε στη συνέχεια φρόντισαν να αποκαταστήσουν την αλήθεια. Από κει και πέρα οι εξελίξεις ήταν ραγδαίες και οι καταστάσεις απέκτησαν μια δυναμική που με ξεπέρασε κατά πολύ.
[…]
Πιστεύετε ότι στη σημερινή εποχή υπάρχει “χώρος” για τη δράση τρομοκρατικών οργανώσεων στην Ελλάδα; Έχει γραφτεί, αμέσως μετά τη σύλληψή σας, ότι αποδοκιμάζετε την τρομοκρατία. Ισχύει αυτή η θέση σας και συγκεκριμένα πώς τοποθετείστε απέναντι σ’ αυτό το φαινόμενο;
Σε κάθε κοινωνία εκμεταλλευτική, καταπιεστική και ιεραρχημένη υπάρχει “χώρος” για την εμφάνιση και τη δράση ένοπλων οργανώσεων. Το κατά πόσο βέβαια αυτές οι οργανώσεις θα συναντηθούν με τμήματα του μαχόμενου κοινωνικού κινήματος και θα εκφράσουν μερίδες του πληθυσμού εξαρτάται από τις κοινωνικο-πολιτικές συνθήκες αλλά και τη δική τους φυσιογνωμία.
Η εξέγερση υποδουλωμένων-καταπιεσμένων, η αντίσταση σε δικτατορίες, η μαχητική διεκδίκηση σε κοινωνικούς αγώνες από τη στιγμή που παίρνουν μια οξυμένη μορφή και εμπεριέχουν το στοιχείο της αμφισβήτησης της κυριαρχίας της κατεστημένης τάξης έχουν πάντα χαρακτηριστεί ως τρομοκρατία από την εκάστοτε εξουσία. Όπως και να το κάνουμε όμως άλλο η Κολομβία ή το Περού και άλλο η Γαλλία ή η Ολλανδία, και άλλο η P.L.O. ń o I.R.A και άλλο η RAF ή 17 Ν.
Εξηγούμαι λοιπόν: δεν αποδοκιμάζω γενικά την ένοπλη πάλη, ούτε την επιδοκιμάζω γενικά. Αποδοκιμάζω βεβαίως την τρομοκρατία η οποία θεωρώ ότι αποτελεί “προνόμιο” του κράτους και των μηχανισμών του.
Αποσπάσματα από τη συνέντευξη του Αβραάμ Λεσπέρογλου στην Ελευθεροτυπία, στις 3/5/2000, όντας κρατούμενος στις φυλακές Κορυδαλλού.

0 Comments