

Πηγή: Θανάσης Καραμπάτσος – Documento
Σκηνές από ταινία. Το πρώτο πλάνο είναι από μια εξώπορτα σε έναν πολυσύχναστο δρόμο. Ο Βίτο, το τσιράκι του κάπο, βγαίνει και όλοι τον κοιτούν έτσι ξαφνικά και δυναμικά που εμφανίστηκε. Αρχίζει να μιλάει με στεντόρεια φωνή για να ακουστεί απ’ όλους η απειλή του: «Ποιοι νομίζετε ότι είστε; Εδώ κάνει κουμάντο η Νάπολη κι όχι η Νέα Υόρκη. Άμα αποφασίσουμε ένα κόλπο ότι θα γίνει, το κάνουμε και δεν ακούμε κανέναν. Ως εδώ! Βγαίνουμε μπροστά και δεν θα μας πειράξει κανείς».
Εναλλαγή με μια σκηνή σε ένα σαλόνι. Βαριά επίπλωση. Στην πολυθρόνα ένας σκύλος έχει ξαπλώσει με τη μουσούδα του στα πόδια του αφεντικού του. Μια αργή κίνηση, ένα νεύμα, και όλοι οι βουβοί καθισμένοι στα τριγύρω καθίσματα, πολυθρόνες και καναπέδες κρέμονται από τα χείλη του. «Έχουμε πρόβλημα. Κάποιος μίλησε. Δεν υπάρχει δικός μας σε αυτή τη δικαστική υπηρεσία. Πρέπει να λάβουμε μέτρα. Να καλύψουμε οποιαδήποτε ίχνη μπορεί να οδηγήσουν μέχρι εδώ» λέει και το χέρι του πέφτει με τον δείκτη προτεταμένο προς το δάπεδο. Στην άκρη του πλάνου διαγράφεται μια κίνηση που προκαλεί το βλέμμα καθώς σπάει την ακινησία. Μια σκυφτή φιγούρα με το ακουστικό στο αυτί σχηματίζει στο καντράν έναν αριθμό.
Ακολουθεί μια απότομη αλλαγή με σκηνή σε ένα γραφείο σκεπασμένο με στοίβες χαρτιών. Με γυρισμένη την πλάτη ο κονσιλιέρε Ματ τον οποίο έχουν βάλει στο μάτι οι αρχές λέει στον δικαστή: «Δεν έχω καμία σχέση. Δεν έχετε τίποτα εναντίον μου. Έκανα απλώς τη δουλειά μου όπως όλοι οι προκάτοχοί μου». Σκεπτικός, ο ανακριτής ρίχνει μια τελευταία ματιά στα χαρτιά του και την επόμενη στον αγέρωχο δικηγόρο που του κλείνει τη θέα προς την πόρτα. Ένα αδιόρατο χαμόγελο σχηματίζεται στο πρόσωπό του.
Η κάμερα απομακρύνεται από το παράθυρο της μικρής παγερής αίθουσας και το πλάνο ανοίγει για να δείξει την πόλη. Η ζωή συνεχίζεται. Σκυφτή μεν αλλά συνεχίζεται. Διαβάτες περπατούν βιαστικά για τις δουλειές τους. Το πλάνο κλείνει μπροστά στην πύλη ενός υπόγειου χώρου πάρκινγκ σε ένα κτίριο δημόσιας υπηρεσίας. Από τις χειρονομίες και την ένταση αντιλαμβανόμαστε ότι κάτι συμβαίνει. Ένα φορτηγό έχει κλείσει την είσοδο. Ο οδηγός έχει κατέβει και με ανοιχτά χέρια φωνάζει. «Τι θα γίνει; Θα με αφήσετε να περάσω; Με περιμένει μια δουλειά. Μου είπαν να πάρω τα αρχεία σας». Μια υπάλληλος τον εμποδίζει να περάσει. «Χαρτιά, κύριε, θέλω χαρτιά. Ποιος σας έδωσε εντολή; Δημόσια υπηρεσία είμαστε, όχι ξέφραγο αμπέλι». Η απάντησή της δεν άρεσε στον οδηγό. Συνεχίζει να φωνάζει αλλά δεν φαίνεται να κάμπτει τις αντιστάσεις. Μες στα νεύρα κάνει στροφή και ανοίγει την πόρτα του φορτηγού, Κάτι μουρμουρίζει μέσα από τα δόντια του ενώ με μια μεγάλη τιμονιά κάνει μανούβρα επιστροφής.
Το πλάνο σκοτεινιάζει. Ανοίγοντας νιώθουμε να βλέπουμε μια επανάληψη. Το φορτηγό της μεταφορικής, ο οδηγός, η υπάλληλος. «Έχω εντολή από την υπηρεσία Αρχειοθέτησης να πάρω το αρχείο σας» ακούγεται ο οδηγός. «Σας το είπα και χθες. Χωρίς χαρτιά δεν δίνουμε τίποτα» έρχεται η ίδια μονότονη απόκριση. Στο μισοσκόταδο φιγούρες βιαστικές κινούνται με χαρτιά στα χέρια. Η υπηρεσία φαίνεται να βρίσκεται σε οργασμό δουλειάς. Τι άλλο να υποδηλώνει αυτή η κινητικότητα;
Η κάμερα αφήνει τον χώρο της εισόδου στο υπόγειο πάρκινγκ και κάνει τον κύκλο του πολυώροφου κτιρίου. Ακολουθεί μια σπειροειδή πορεία για να φτάσει στους ψηλότερους ορόφους. Μπαίνει από το παράθυρο σε ένα γραφείο. Από τη μοντέρνα επίπλωση και από το μοναδικό γραφείο καταλαβαίνεις ότι πρόκειται για στέλεχος της υπηρεσίας. Έχει γείρει προς τα πίσω στην πολυθρόνα του γραφείου του. Από το αυτί του κρέμεται μια συσκευή επικοινωνίας. Μιλάει και χαμογελά πονηρά. «Έλα τώρα, αφού τα πήρες τα λεφτά» ακούγεται να λέει και μια γυναικεία φωνή εμφανίζεται από την άλλη γραμμή: «Όλα εντάξει για μένα, αλλά έχουμε εκκρεμότητες με τον Τόνι και τον Πάμπλο». Με ένα σαρδόνιο χαμόγελο της απαντά: «Αφού γνωρίζεις, χρυσή μου, ότι έχουν μπλοκαριστεί. Τους κατάλαβαν. Περιμένεις να κάνω κάτι;» Η γυναικεία φωνή επιμένει: «Φυσικά, ξέρεις εσύ…»
Η κάμερα απομακρύνεται. Μια ταμπέλα νέον αναβοσβήνει. «Bella vita 4.0». Η ζωή συνεχίζεται.

0 Comments