Του Γ.Γ.
Σύντροφοι, κοίταξε την παραπάνω φωτογραφία. Δύο εικόνες, δίπλα-δίπλα, σαν να ‘ναι ο ίδιος άνθρωπος που στέκεται δύο φορές μπροστά στον θάνατο. Το χέρι ψηλά, το κεφάλι όρθιο, το βλέμμα καρφωμένο κάπου πέρα από τα όπλα, πέρα από τις φάτσες των δολοφόνων, πέρα από την ίδια την άβυσσο που ανοίγει μπροστά του.
Δεν είναι απλώς ένας μελλοθάνατος. Είναι μια μορφή στο εικονοστάσι των αγίων στης εργατικής τάξης.
Εκείνη η Πρωτομαγιά του ’44, στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, δεν ήταν απλώς μια εκτέλεση. Ήταν μια τελετή. Διακόσιοι σύντροφοι, οι περισσότεροι ήδη σαπισμένοι στις φυλακές από την εποχή του Μεταξά, παραδομένοι σαν δώρο στους ναζί από τους δικούς μας φασίστες, φορτώθηκαν σε φορτηγά και οδηγήθηκαν εκεί για να πληρώσουν με αίμα την τόλμη των ανταρτών του ΕΛΑΣ στους Μολάους. Διακόσιοι. Ένας για κάθε σφαίρα που έπεσε στον Κρεχ και τους δικούς του.
Μα το αίμα τους δεν έσβησε τίποτα. Αντίθετα, έγραψε με κόκκινο μελάνι πάνω στο χώμα ότι η λευτεριά δεν διαπραγματεύεται.
Ακριβώς όπως το ’πε ο Φιντέλ. Ανυποχώρητος δεν σημαίνει απλώς να μη φοβάσαι. Σημαίνει να κοιτάς τον θάνατο στα μάτια και να του πετάς κατάμουτρα την περιφρόνησή σου. Να είσαι μέσα στο στόμα του λύκου και να του λες “άντε γαμήσου”.
Να του λες ότι η ιδέα σου, η πίστη σου, η αξιοπρέπειά σου είναι πιο δυνατή από τις σφαίρες του.
Εκείνοι οι άνθρωποι στη φωτογραφία σου δεν πέθαναν απλώς. Αρνήθηκαν να πεθάνουν δειλοί. Και γι’ αυτό ζουν ακόμα.
Ζουν σε κάθε σύντροφο που σήμερα, 82 χρόνια μετά, νιώθει το ίδιο ρίγος κοιτάζοντας αυτή την εικόνα.
Ζουν κάθε φορά που κάποιος σηκώνει το χέρι ψηλά, όχι για να χαιρετίσει, αλλά για να υπενθυμίσει: Δεν τελειώσαμε.
Οι 200 δεν σκοτώθηκαν. Μεταμορφώθηκαν. Έγιναν φωτιά που καίει ακόμα στα στήθη μας. Και όποτε ο λύκος –όποια μορφή κι αν έχει πια– ξαναβγεί, θα βρει μπροστά του τα ίδια βλέμματα. Αυτά που δεν σκύβουν. Αυτά που λένε «άντε γαμήσου» με το τελευταίο τους αίμα.



Ορθότατος!!!